Καίριας σημασίας είναι το με ποιον ακριβώς τρόπο η σχέση της Ουγγαρίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση μετασχηματίζεται από εξωτερικό μέτωπο σύγκρουσης σε εσωτερικό μηχανισμό ανασυγκρότησης του κράτους. Ο Μάγιαρ έχει ήδη ξεκινήσει πρόωρες συνομιλίες με αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με δηλωμένο στόχο την αποδέσμευση περίπου 10 δισ. ευρώ από παγωμένα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ υψηλόβαθμη ευρωπαϊκή αποστολή αναμένεται στη Βουδαπέστη. Οι συνομιλίες αυτές συνδέονται ρητά με θεσμικές παρεμβάσεις σε κράτος δικαίου, δικαστική ανεξαρτησία, καταπολέμηση διαφθοράς, ελευθερία μέσων και δημόσιες συμβάσεις. Αυτό σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση παύει να είναι, στην παρούσα φάση, απλώς διεθνές περιβάλλον της ουγγρικής πολιτικής. Γίνεται, εκ των πραγμάτων, εσωτερικός δομικός παράγοντας της μεταβολής της.

Η διαπίστωση αυτή έχει μεγάλη θεωρητική σημασία. Η ουγγρική περίπτωση αποκαλύπτει ότι η ευρωπαϊκή αιρεσιμότητα δεν λειτουργεί μόνο ως εξωτερική πίεση επί μιας εθνικής κυβέρνησης, αλλά ως θεσμικό εργαλείο μέσα από το οποίο μια νέα πολιτική πλειοψηφία μπορεί να επιταχύνει, να νομιμοποιήσει και να χρηματοδοτήσει την εσωτερική αναδιάρθρωση του κράτους. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ουγγαρία εκχωρεί την πολιτική της ύπαρξη στις Βρυξέλλες. Σημαίνει ότι, υπό συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, η αποκατάσταση της κρατικής κανονικότητας περνά αναγκαστικά μέσα από ένα υπερεθνικό σύστημα όρων, ελέγχων και ανταμοιβών. Η ευρωπαϊκή ένταξη, επομένως, δεν λειτουργεί εδώ μόνο ως γεωπολιτικός προσανατολισμός. Λειτουργεί ως τεχνολογία εσωτερικής πειθάρχησης της εξουσίας.

Το γεγονός ότι η νέα ουγγρική κυβέρνηση ζητά ταχεία επανεκκίνηση της σχέσης με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ταυτόχρονα αναγνωρίζει την ανάγκη άμεσων θεσμικών μεταρρυθμίσεων είναι απολύτως αποκαλυπτικό. Δεν πρόκειται μόνο για οικονομικό ρεαλισμό. Πρόκειται για παραδοχή ότι το ουγγρικό κράτος δεν μπορεί πλέον να ανασυσταθεί μόνο μέσω εσωτερικής πολιτικής βούλησης. Η προηγούμενη δεκαεξαετία άφησε πίσω της όχι απλώς πολιτική φθορά αλλά θεσμικό στρώμα αδιαφάνειας, κανονιστικής παραμόρφωσης και διοικητικής κομματικοποίησης, το οποίο δεν αρκεί να καταγγελθεί πολιτικά. Πρέπει να αποσυναρμολογηθεί μέσα από κανόνες, χρονοδιαγράμματα και δείκτες αξιολόγησης. Ακριβώς εδώ η ευρωπαϊκή αιρεσιμότητα αποκτά ρόλο που υπερβαίνει την οικονομική χρηματοδότηση. Παρέχει εξωτερικό πλαίσιο μέτρησης της εσωτερικής μεταρρυθμιστικής σοβαρότητας.

Αυτή η συνθήκη, όμως, παράγει και μια λεπτή θεωρητική ένταση. Διότι μια κυβέρνηση που εξελέγη υποσχόμενη την απελευθέρωση της χώρας από το ορμπανικό καθεστώς δεν μπορεί να εμφανιστεί ως απλή διοικητική αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αν η νέα σχέση με την Ευρώπη περιγραφεί αποκλειστικά ως συμμόρφωση σε εξωτερικούς όρους, τότε αναβιώνει το βασικό σχήμα του ορμπανισμού: ότι η ουγγρική πολιτική κρίνεται τελικά εκτός Ουγγαρίας και ότι οι Βρυξέλλες υπαγορεύουν στους Ούγγρους το περιεχόμενο της κρατικής τους ζωής. Ο Μάγιαρ οφείλει να αποφύγει ακριβώς αυτό το επικοινωνιακό και ιδεολογικό αδιέξοδο. Πρέπει να πείσει ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται για να ικανοποιηθούν οι Βρυξέλλες αλλά για να αποκατασταθεί η ουγγρική κρατική αξιοπρέπεια. Ότι τα ευρωπαϊκά χρήματα δεν είναι εξωτερική χάρη, αλλά πόροι που η χώρα στερήθηκε εξαιτίας του τρόπου διακυβέρνησης του προηγούμενου καθεστώτος. Και ότι η συμμόρφωση προς το κράτος δικαίου δεν συνιστά υποταγή αλλά ανάκτηση της ίδιας της δυνατότητας του ουγγρικού κράτους να λειτουργεί ως κράτος.

Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή το καθεστώς Όρμπαν είχε επενδύσει συστηματικά στη μετατροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε προνομιακό εχθρό της εσωτερικής του αφήγησης. Οι συγκρούσεις με την Επιτροπή, οι καθυστερήσεις, τα παγωμένα κονδύλια και οι προστριβές για τη δικαιοσύνη, τα μέσα ενημέρωσης και τη διαφθορά εντάχθηκαν σε ένα ευρύτερο πολιτικό λεξιλόγιο εθνικής άμυνας. Η κυβέρνηση εμφανιζόταν ως υπερασπιστής της Ουγγαρίας απέναντι σε ένα μπλοκ γραφειοκρατών, φιλελεύθερων ελίτ και θεσμικών πιέσεων. Το πρόβλημα γι’ αυτό το σχήμα ήταν ότι, όσο η οικονομική και θεσμική φθορά γινόταν πιο αισθητή, η «αντίσταση» στις Βρυξέλλες έπαυε να μοιάζει με κυριαρχική στάση και άρχιζε να μοιάζει με δαπανηρή πολιτική εμμονή. Οι πολίτες έβλεπαν ότι η σύγκρουση δεν ήταν δωρεάν. Είχε κόστος, και αυτό το κόστος το πλήρωνε η ίδια η χώρα. Η νίκη του Μάγιαρ έγινε δυνατή ακριβώς επειδή μεγάλο μέρος της κοινωνίας άρχισε να θεωρεί ότι η ευρωπαϊκή απομόνωση δεν είναι ένδειξη εθνικού σθένους αλλά σύμπτωμα κακής διακυβέρνησης.

Εδώ μπορούμε να διατυπώσουμε την πρώτη ακριβή επιστημονική θέση: η ουγγρική μετάβαση εγκαινιάζει μια μετατόπιση από τον συγκρουσιακό ευρωσκεπτικισμό της ηγεμονικής Δεξιάς σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί λειτουργικός ευρωπαϊσμός της κρατικής αποκατάστασης. Ο όρος είναι χρήσιμος, επειδή αποφεύγει δύο σφάλματα. Το πρώτο θα ήταν να περιγράψουμε τον Μάγιαρ απλώς ως φιλοευρωπαίο με την παραδοσιακή, ιδεολογική έννοια. Το δεύτερο θα ήταν να υποθέσουμε ότι η ευρωπαϊκή του στροφή είναι απλώς τεχνοκρατική διαχείριση χρηματοδότησης. Στην πραγματικότητα, η νέα του στάση συνδέει τα δύο: η Ευρώπη είναι συγχρόνως χρηματοδοτική αναγκαιότητα, θεσμικός εγγυητής και πλαίσιο αποκατάστασης της διεθνούς νομιμοποίησης της χώρας. Δεν πρόκειται για αξιακή μεταστροφή αποκομμένη από τις κρατικές λειτουργίες. Πρόκειται για επαναπροσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο η Ουγγαρία εννοεί τη θέση της μέσα σε ένα πολυεπίπεδο σύστημα εξουσίας.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα βοηθήσει την Ουγγαρία. Το ερώτημα είναι ποιο είδος κράτους καθίσταται δυνατό ακριβώς επειδή υπάρχει η ευρωπαϊκή αιρεσιμότητα. Η αιρεσιμότητα, στην καθαρή της μορφή, είναι μηχανισμός που συνδέει οφέλη με κανόνες. Σε συνθήκες κανονικής λειτουργίας ενός κράτους-μέλους, αυτό μπορεί να φαίνεται ως τεχνική παραλλαγή της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης. Στην ουγγρική συγκυρία, όμως, η αιρεσιμότητα λειτουργεί σχεδόν ως εξωτερικός καταλύτης εσωτερικής μεταρρύθμισης. Η νέα κυβέρνηση μπορεί να πει στην κοινωνία, στη διοίκηση, στις αγορές και στα ίδια τα θεσμικά κατάλοιπα του προηγούμενου συστήματος: οι αλλαγές δεν είναι αόριστες προθέσεις, αλλά αναγκαίες πράξεις με σαφή στόχο, σαφές αντάλλαγμα και σαφές χρονοδιάγραμμα. Αυτή η ικανότητα προσδίδει στην κυβέρνηση Μάγιαρ κάτι πολύ περισσότερο από οικονομικό κίνητρο. Της προσδίδει επιχείρημα πολιτικής πειθάρχησης του ίδιου του κρατικού μηχανισμού.

Γι’ αυτό και η φράση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν περί «γρήγορης δουλειάς» έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για τυπική διπλωματική διατύπωση. Σηματοδοτεί ότι η νέα σχέση Βουδαπέστης–Βρυξελλών θα δοκιμαστεί σε πυκνό χρόνο, όχι σε αόριστο ορίζοντα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν προσφέρει στον Μάγιαρ λευκή πολιτική επιταγή λόγω της ήττας Όρμπαν. Του προσφέρει παράθυρο δυνατότητας υπό όρους. Αυτό σημαίνει ότι η νέα ουγγρική κυβέρνηση θα κριθεί με διπλό κριτήριο: αφενός από το αν μπορεί να κινηθεί αρκετά γρήγορα ώστε να προλάβει τις κοινοτικές προθεσμίες, αφετέρου από το αν οι μεταρρυθμίσεις της θα είναι ουσιαστικές και όχι προσχηματικές. Και εδώ εμφανίζεται η δεύτερη βασική θεωρητική διάσταση της ουγγρικής περίπτωσης: η μετάβαση δεν είναι απλώς μεταβολή πολιτικού προσανατολισμού, αλλά διασταύρωση εσωτερικής δημοκρατικής νομιμοποίησης με εξωτερική θεσμική επαλήθευση.

Η κυβέρνηση Μάγιαρ οφείλει, συνεπώς, να λύσει ένα πρόβλημα πολιτικής μετάφρασης. Οι Βρυξέλλες μιλούν τη γλώσσα των benchmarks, των θεσμικών εγγυήσεων, της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, της ακεραιότητας στις δημόσιες συμβάσεις, των αντι-διαφθορικών μηχανισμών και της ελευθερίας των μέσων. Η ουγγρική κοινωνία, αντιθέτως, ψηφίζει συχνά με όρους καθημερινότητας: ακρίβεια, μισθοί, φιορίνι, σχολεία, νοσοκομεία, αλαζονεία εξουσίας, αίσθηση αδικίας. Αν η νέα κυβέρνηση δεν μεταφράσει την ευρωπαϊκή αιρεσιμότητα σε κοινωνικά κατανοητό όφελος, θα επιτρέψει στο Fidesz να αποκαταστήσει το παλαιό ιδεολογικό σχήμα: ότι οι Βρυξέλλες ζητούν αφηρημένες «φιλελεύθερες» μεταρρυθμίσεις αδιαφορώντας για τον λαό. Η ορθή πολιτική γραμμή για τον Μάγιαρ είναι ακριβώς η αντίθετη: να δείξει ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης σημαίνει πως ο πολίτης προστατεύεται από κομματικές αυθαιρεσίες, ότι η διαφάνεια στις συμβάσεις σημαίνει λιγότερη κλοπή δημόσιου χρήματος, ότι η αποδέσμευση των κονδυλίων σημαίνει πραγματικές επενδύσεις και ότι η ευρωπαϊκή σχέση δεν είναι σύμβολο υποταγής αλλά πρακτικός μηχανισμός επιστροφής σε συνθήκες κρατικής σοβαρότητας.

Στο σημείο αυτό αναδύεται και το βαθύτερο ζήτημα της κυριαρχίας. Ο ορμπανισμός είχε οικοδομήσει μια έννοια κυριαρχίας σχεδόν απογυμνωμένη από αυτοπεριορισμό: κυρίαρχη θεωρούνταν η κυβέρνηση που μπορεί να συγκρούεται χωρίς φραγμούς με υπερεθνικούς θεσμούς, να επαναορίζει εσωτερικά τους κανόνες και να διεκδικεί μονοπώλιο εκπροσώπησης του εθνικού συμφέροντος. Η μετα-ορμπανική συγκυρία προσφέρει τη δυνατότητα για διαφορετική θεωρία κυριαρχίας: κυρίαρχο δεν είναι το κράτος που επιδεικνύει θορυβώδη απειθαρχία, αλλά εκείνο που διαθέτει αρκετή θεσμική αυτοπεποίθηση ώστε να λειτουργεί μέσα σε δεσμευτικά πλαίσια χωρίς να διαλύεται. Με άλλα λόγια, η κυριαρχία δεν ορίζεται πια ως ικανότητα σύγκρουσης με κανόνες, αλλά ως ικανότητα να συμμετέχεις σε πολυεπίπεδο σύστημα εξουσίας χωρίς να χάνεις την κρατική σου αποτελεσματικότητα. Σε αυτή τη λογική, η συμμόρφωση προς το κράτος δικαίου δεν περιορίζει την ουγγρική κυριαρχία· τη σταθεροποιεί.

Η αντίρρηση σε αυτή την προσέγγιση είναι γνωστή: μήπως έτσι η δημοκρατική επιλογή του εκλογικού σώματος υποτάσσεται σε τεχνοκρατικούς όρους υπερεθνικών θεσμών; Η ένσταση αυτή είναι θεωρητικά σοβαρή και δεν πρέπει να απορρίπτεται πρόχειρα. Όμως η ουγγρική περίπτωση δείχνει ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται σε μια αφηρημένη σύγκρουση δημοκρατίας και τεχνοκρατίας. Το πρόβλημα προέκυψε όταν μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση χρησιμοποίησε τη λαϊκή νομιμοποίηση για να διαβρώσει τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η ίδια η δημοκρατία παραμένει ελέγξιμη. Σε τέτοιες συνθήκες, η ευρωπαϊκή αιρεσιμότητα δεν λειτουργεί ως υποκατάστατο της λαϊκής βούλησης. Λειτουργεί ως εξωτερικό αντίβαρο απέναντι στην εσωτερική υπερσυγκέντρωση της εξουσίας. Δεν ακυρώνει την εθνική δημοκρατία· επιδιώκει να αποκαταστήσει τους όρους υπό τους οποίους η εθνική δημοκρατία μπορεί να παραμείνει ουσιαστική.

Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η νέα ουγγρική κυβέρνηση δεν πρέπει να δει την Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε ως πατρική δύναμη σωτηρίας ούτε ως ενοχλητικό εξεταστή. Και οι δύο στάσεις θα ήταν πολιτικά επιζήμιες. Αν τη δει ως σωτήρα, θα χάσει εθνική αυτονομία λόγου. Αν τη δει ως εξεταστή, θα περιορίσει την ίδια τη στρατηγική της εμβέλεια. Η ώριμη στάση είναι διαφορετική: η ΕΕ ως θεσμικός πολλαπλασιαστής της μεταρρυθμιστικής βούλησης. Η διαφορά είναι καθοριστική. Στην πρώτη περίπτωση, η Ουγγαρία φαίνεται να ακολουθεί. Στη δεύτερη, φαίνεται να αξιοποιεί δημιουργικά ένα ήδη υπαρκτό ευρωπαϊκό πλαίσιο για να επαναθεμελιώσει τη δική της κρατική λειτουργία. Η διαφορά μπορεί να ακούγεται λεπτή, αλλά είναι αποφασιστική για τη μακροπρόθεσμη πολιτική νομιμοποίηση της νέας πορείας.

Το γεγονός ότι η νέα κυβέρνηση επιδιώκει να ξεκινήσει συνομιλίες πριν ακόμη ορκιστεί πλήρως και πριν συγκροτηθεί το σύνολο της νέας κρατικής μηχανής δείχνει ότι έχει κατανοήσει τη στρατηγική αυτή διάσταση. Δεν ζητά απλώς χρόνο από τις Βρυξέλλες. Ζητά αναγνώριση ότι η νέα πολιτική πραγματικότητα στην Ουγγαρία μπορεί να μεταφραστεί σε επιταχυνόμενη αμοιβαία εμπιστοσύνη, εφόσον υπάρξει γρήγορη και αξιόπιστη εφαρμογή αλλαγών. Αυτό μετατρέπει τη σχέση με την ΕΕ σε αμφίδρομη διαδικασία. Η Ουγγαρία δεν είναι ο μόνος δρων που πρέπει να αποδείξει πράγματα. Και η ίδια η ΕΕ πρέπει να αποδείξει ότι επιβραβεύει πραγματική μεταρρυθμιστική στροφή και δεν μένει εγκλωβισμένη σε αδράνεια γραφειοκρατικού σκεπτικισμού. Αν η Επιτροπή φανεί υπερβολικά δύσπιστη ακόμη και απέναντι σε ουσιαστικές αλλαγές, τότε θα ενισχύσει ακριβώς εκείνες τις δυνάμεις που θεωρούν ότι η ευρωπαϊκή αιρεσιμότητα είναι πολιτικό εργαλείο δίχως δίκαιη αντιστοιχία ανάμεσα σε πράξεις και ανταμοιβές.

Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο αφορά τη χρονική διάσταση αυτής της διαδικασίας. Η αιρεσιμότητα δεν είναι μόνο όρος περιεχομένου· είναι και όρος ταχύτητας. Η νέα κυβέρνηση πρέπει να προλάβει να νομοθετήσει, να οργανώσει, να αποδείξει και να εφαρμόσει, ενώ ταυτόχρονα να μη δώσει την εντύπωση ότι κυβερνά με βιαστικό υπερπλειοψηφικό συγκεντρωτισμό. Το πρόβλημα είναι οξύ: η Ευρώπη θέλει ταχύτητα, αλλά το κράτος δικαίου θέλει ποιότητα και τεκμηρίωση. Μια μεταρρύθμιση μπορεί να είναι γρήγορη αλλά πρόχειρη, ή προσεκτική αλλά αργή. Η επιτυχία του Μάγιαρ θα εξαρτηθεί από το αν μπορεί να επινοήσει μορφή πειθαρχημένης επιτάχυνσης, όπου οι αλλαγές θα είναι αρκετά γρήγορες για να καλύψουν τα deadlines, αλλά αρκετά στιβαρές για να μη μοιάζουν με αντιστροφή της παλαιάς υπερσυγκέντρωσης. Εδώ ακριβώς η ευρωπαϊκή επιτήρηση μπορεί να λειτουργήσει, παραδόξως, υπέρ της νέας κυβέρνησης: της προσφέρει λόγο να νομοθετεί ταχύτατα, χωρίς να φαίνεται αυθαίρετη, ακριβώς επειδή οι χρονικοί και ουσιαστικοί όροι είναι αντικειμενοποιημένοι σε κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Το ορμπανικό καθεστώς επιχείρησε επί χρόνια να παρουσιάσει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως εξωτερικό παρατηρητή που εχθρεύεται την ουγγρική ιδιαιτερότητα. Η μετά-ορμπανική φάση μπορεί να ανατρέψει πλήρως αυτό το σχήμα αν κατορθώσει να καταστήσει σαφές ότι η ΕΕ, σε αυτή τη συγκυρία, δεν είναι αντίπαλος της εθνικής δημοκρατίας αλλά προϋπόθεση επαναλειτουργίας της. Αυτό δεν σημαίνει ωραιοποίηση της Ένωσης ούτε άρνηση των θεσμικών και πολιτικών ορίων της. Σημαίνει ότι, στην ουγγρική ειδική περίπτωση, ο δεσμευτικός ευρωπαϊκός ορίζοντας γίνεται εργαλείο ανάκτησης της ίδιας της ουγγρικής κρατικής ικανότητας. Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον θεωρητικό μάθημα της παρούσας στιγμής: σε ορισμένες περιστάσεις, η εξωτερική αιρεσιμότητα δεν μειώνει αλλά ανασυγκροτεί την εσωτερική κυριαρχία.

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η νέα σχέση Ουγγαρίας–Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν πρέπει να διαβαστεί με τα παλαιά σχήματα της απλής αντιπαράθεσης φιλοευρωπαϊσμού και ευρωσκεπτικισμού. Εκείνα ανήκουν πια στο προηγούμενο πολιτικό στάδιο. Αυτό που διαμορφώνεται τώρα είναι κάτι πιο σύνθετο: μια διαδικασία κατά την οποία η ευρωπαϊκή θεσμική συνθήκη μετατρέπεται σε εσωτερικό μοχλό κρατικής εξυγίανσης, υπό την προϋπόθεση ότι η νέα ουγγρική κυβέρνηση θα μπορέσει να την πολιτικοποιήσει σωστά στο εσωτερικό της χώρας.