Η ανάδυση εργαλείων όπως το SAFE, η περαιτέρω θεσμοποίηση του Readiness 2030 και η επιμονή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε ένα μίγμα δημόσιων και ιδιωτικών επενδυτικών μοχλών αποκαλύπτουν ότι το ευρωπαϊκό αμυντικό πρόβλημα έχει εισέλθει στο κέντρο της οικονομικής διακυβέρνησης. Δεν πρόκειται απλώς για «περισσότερα χρήματα για την άμυνα», αλλά για αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο η Ευρώπη κατανοεί τη σχέση ανάμεσα στη δημοσιονομική πολιτική, τη βιομηχανική στρατηγική και τη γεωπολιτική ισχύ.
Το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο επειδή η μεταψυχροπολεμική Ευρώπη οικοδομήθηκε σε ένα υπόδειγμα κατά το οποίο η ασφάλεια είχε εν πολλοίς εξωτερικευθεί, ενώ η οικονομική ολοκλήρωση είχε εσωτερικευθεί. Με απλούστερους όρους, η ήπειρος μπορούσε να απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα της αγοράς, της νομισματικής σταθερότητας και της θεσμικής ενοποίησης χωρίς να απαιτείται αντίστοιχη ένταση στρατηγικής παραγωγής. Αυτό το μοντέλο έχει πλέον εξαντλήσει τα όριά του. Η ευρωπαϊκή άμυνα απαιτεί αποθέματα, συμβάσεις, κοινές προμήθειες, τεχνολογικές αλυσίδες, δυνατότητες ταχείας αύξησης παραγωγής και πολιτική ανοχή σε υψηλότερο κόστος. Η ενσωμάτωση αυτών των παραμέτρων στη γενικότερη οικονομική πολιτική σημαίνει ότι η άμυνα παύει να είναι «ειδικός τομέας» και μετατρέπεται σε κεντρικό πεδίο κατανομής πόρων και βιομηχανικής ιεράρχησης. Γι’ αυτό και η σημερινή συζήτηση για την ασφάλεια δεν μπορεί να αποσπασθεί από τη συζήτηση για επενδύσεις, κανόνες κρατικών ενισχύσεων, κοινό δανεισμό, τεχνολογική αυτάρκεια και δημοσιονομική ευελιξία.
Η πολιτική σημασία του SAFE είναι ακριβώς ότι εισάγει μια νέα ευρωπαϊκή λογική χρηματοδότησης: η άμυνα δεν αφήνεται αποκλειστικά στις εθνικές δημοσιονομικές δυνατότητες, αλλά εντάσσεται σε μηχανισμό δανεισμού και επιτάχυνσης επενδύσεων με πιο συλλογικό ορίζοντα. Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για χώρες που επιθυμούν να αναβαθμίσουν τις δυνατότητές τους γρήγορα αλλά δεν διαθέτουν ίσο δημοσιονομικό χώρο. Η Πορτογαλία, για παράδειγμα, έχει ήδη προσφύγει σε τέτοιο πλαίσιο, επιδιώκοντας σημαντικού ύψους δανειακή στήριξη για ανανέωση μέσων έως το 2030. Το γεγονός ότι ακόμη και κράτη που απορρίπτουν την ιδέα ενός ξεχωριστού ευρωπαϊκού στρατού παραμένουν πρόθυμα να χρησιμοποιήσουν ευρωπαϊκά εργαλεία για τον εκσυγχρονισμό των εθνικών ενόπλων δυνάμεων δείχνει πως η πολιτική οικονομία της άμυνας μπορεί να προηγείται της θεσμικής ομοφωνίας περί του τελικού στρατηγικού μοντέλου. Με άλλα λόγια, η οικονομική αρχιτεκτονική ενδέχεται να είναι το πεδίο όπου η Ευρώπη θα επιτύχει πρώτα ουσιαστική ενοποίηση στον αμυντικό τομέα.
Η ανάπτυξη αυτής της νέας αμυντικής πολιτικής οικονομίας συναντά, πάντως, ένα κεντρικό πρόβλημα: την κατακερματισμένη φύση της ευρωπαϊκής παραγωγής. Η ύπαρξη πολλαπλών εθνικών συστημάτων, διαφορετικών προδιαγραφών, ασύμμετρων βιομηχανικών βάσεων και ανταγωνιστικών εταιρικών συμφερόντων δυσχεραίνει τη δημιουργία πραγματικής κλίμακας. Από άποψη στρατηγικής αποτελεσματικότητας, η Ευρώπη δεν χρειάζεται μόνο περισσότερη παραγωγή· χρειάζεται πιο ενοποιημένη παραγωγή. Αυτό σημαίνει κοινά πρότυπα, μακροπρόθεσμες συμβάσεις, συγκέντρωση παραγγελιών, συμβατότητα μέσων και, κυρίως, πολιτική βούληση ώστε η ενίσχυση της εθνικής βιομηχανίας να μην υπονομεύει τον ευρωπαϊκό καταμερισμό αποτελεσματικότητας. Το πρόβλημα αυτό έχει επισημανθεί επανειλημμένα και από τη βιομηχανία, η οποία ζητεί σαφέστερη διακυβέρνηση της συλλογικής προσπάθειας για να αποφευχθεί η απώλεια χρόνου και κεφαλαίων.
Μια Ευρώπη που μπορεί να χρηματοδοτεί αμυντικά προγράμματα αλλά δεν μπορεί να παραδίδει εγκαίρως επαρκή συστήματα παραμένει ευάλωτη. Αντιστοίχως, μια Ευρώπη που επενδύει σε επιμέρους εθνικούς θύλακες τεχνολογίας χωρίς να δημιουργεί ευρωπαϊκά οικοσυστήματα παραγωγής θα συνεχίσει να υστερεί ως προς την κλίμακα και την ταχύτητα. Επομένως, η συζήτηση για αμυντικές δαπάνες είναι παραπλανητικά στενή εάν δεν συνοδεύεται από συζήτηση για ρυθμό παραγωγής, χρόνο παράδοσης, διαθεσιμότητα εφοδιασμού και δυνατότητα διατήρησης υψηλής έντασης επιχειρήσεων. Η άμυνα, στο νέο ευρωπαϊκό περιβάλλον, δεν είναι μόνο θέμα ισχύος εν καιρώ κρίσης. Είναι πρωτίστως θέμα οργάνωσης της οικονομίας εν καιρώ ειρήνης.
Η Ευρώπη αναγκάζεται να αναγνωρίσει ότι η γεωπολιτική ανεξαρτησία δεν παράγεται από διακηρύξεις αλλά από συντονισμένη πολιτική οικονομία. Αν το νέο πλαίσιο εδραιωθεί, τότε η άμυνα θα έχει παύσει να αντιμετωπίζεται ως υποχρεωτική δαπάνη και θα νοηθεί ως πεδίο επανασύνδεσης μεταξύ βιομηχανικής βάσης, δημοσιονομικής κυριαρχίας και στρατηγικής αξιοπιστίας. Αυτό θα ισοδυναμούσε με βαθιά μεταβολή της ευρωπαϊκής πολιτικής ταυτότητας. Αν, αντιθέτως, οι νέες πρωτοβουλίες εξαντληθούν σε λογιστικές ανακοινώσεις και αργές διοικητικές διαδικασίες, τότε η Ευρώπη θα επιβεβαιώσει ότι αναγνώρισε την απειλή αλλά δεν μπόρεσε να οργανώσει το οικονομικό υπόστρωμα της αποτροπής.
Πρόσφατα σχόλια