Η προωθούμενη τουρκική απόπειρα εσωτερικής νομοθετικής θεσμοποίησης των θαλάσσιων αξιώσεων της Άγκυρας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί εξέλιξη που πρέπει να αναγνωστεί με όρους κρατικής στρατηγικής, θεσμικού αναθεωρητισμού και διεθνοδικαιικής αντιπαράθεσης. Η σημασία της δεν εξαντλείται στη νομική διαπίστωση ότι ένας εσωτερικός νόμος δεν δύναται να παραγάγει κυριαρχικά δικαιώματα εις βάρος τρίτων κρατών. Η διαπίστωση αυτή είναι ασφαλώς θεμελιώδης, αλλά ανεπαρκής εάν παραμείνει αποκομμένη από την πολιτική λειτουργία που επιδιώκει να προσδώσει η Άγκυρα στη νομοθετική αυτή πράξη. Η Τουρκία επιχειρεί να μεταφέρει στο επίπεδο της εσωτερικής έννομης τάξης ένα πλέγμα ανιστόρητων αξιώσεων με σκοπό να προσδώσει σε αυτά θεσμική συνοχή, διοικητική χρηστικότητα και πολιτική ανθεκτικότητα. Η εσωτερική νομοθέτηση δεν μεταβάλλει το διεθνές δίκαιο, δημιουργεί όμως πεδίο κρατικής κινητοποίησης, μηχανισμό παραγωγής επιχειρημάτων και βάση για μελλοντική επίκληση εσωτερικής «νομιμότητας» απέναντι σε διεθνώς κατοχυρωμένα ελληνικά δικαιώματα.

Η τουρκική στρατηγική στο θαλάσσιο πεδίο έχει προ πολλού υπερβεί τη μορφή μιας απλής διπλωματικής διαφωνίας περί οριοθέτησης. Η Άγκυρα επιδιώκει σταθερά τη διεύρυνση του αντικειμένου της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, ώστε η μοναδική νομικά υπαρκτή διαφορά, δηλαδή η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, να συμπαρασυρθεί μέσα σε ένα ευρύτερο πλέγμα ζητημάτων κυριαρχίας, ασφάλειας, αποστρατιωτικοποίησης, εναέριου χώρου, έρευνας και διάσωσης, θαλάσσιας χωροταξίας, ενεργειακής εκμετάλλευσης και περιβαλλοντικής δικαιοδοσίας. Η μέθοδος αυτή δεν είναι τυχαία. Αποτελεί τυπική πρακτική αναθεωρητικής ισχύος, η οποία δεν επιδιώκει κατ’ ανάγκην την άμεση και μετωπική ανατροπή ενός καθεστώτος, αλλά την προοδευτική διάβρωσή του μέσω διαρκών αμφισβητήσεων, διοικητικών πράξεων, ρητορικών επαναλήψεων, χαρτογραφικών προβολών και εσωτερικής θεσμικής εμπέδωσης. Στο πλαίσιο αυτό, η νομοθετική ενσωμάτωση στοιχείων της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως απομονωμένη νομική πράξη, αλλά ως κρίκος μιας μακράς αλυσίδας τουρκικών ενεργειών που αποσκοπούν στη μεταβολή του πλαισίου μέσα στο οποίο συζητούνται τα ζητήματα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.

Το κρίσιμο στοιχείο της τουρκικής πρωτοβουλίας είναι η απόπειρα μετατροπής ενός γεωπολιτικού δόγματος σε κρατικό κανόνα εσωτερικής ισχύος. Η «Γαλάζια Πατρίδα» συγκροτήθηκε αρχικά ως στρατηγικό αφήγημα ναυτικής ισχύος, ως σύνθεση εθνικιστικής γεωγραφίας, ενεργειακής φιλοδοξίας και αμυντικής προβολής. Με την ενδεχόμενη νομοθετική της κατοχύρωση, αποκτά τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως πλαίσιο αναφοράς για τη δημόσια διοίκηση, την ακτοφυλακή, το πολεμικό ναυτικό, τους ενεργειακούς φορείς, τη διπλωματία και το εσωτερικό πολιτικό σύστημα της Τουρκίας. Αυτό σημαίνει ότι μια μέχρι πρότινος στρατηγική αφήγηση μπορεί να μεταβληθεί σε οργανωτική αρχή κρατικής δράσης. Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή είναι σοβαρή όχι επειδή προσδίδει διεθνή εγκυρότητα στις τουρκικές αξιώσεις, αλλά επειδή αυξάνει την πιθανότητα η Τουρκία να χρησιμοποιήσει την εσωτερική της νομοθεσία ως πρόσχημα διοικητικής, επιχειρησιακής και διπλωματικής κλιμάκωσης.

Η διαφορά ανάμεσα στην ελληνική και την τουρκική προσέγγιση είναι ουσιώδης και πρέπει να διατυπώνεται με καθαρότητα. Η Ελλάδα στηρίζει τη θέση της στη συνέχεια των διεθνών συνθηκών, στο Δίκαιο της Θάλασσας, στη διάκριση κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων, στην αναγνώριση της επήρειας των νησιών, στην αρχή της ειρηνικής επίλυσης διαφορών και στην αντίληψη ότι η μόνη διαφορά η οποία μπορεί να παραπεμφθεί σε διεθνή δικαιοδοτική κρίση αφορά την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Η Τουρκία, αντιθέτως, επιχειρεί να μεταβάλει το αντικείμενο της συζήτησης, προσθέτοντας ζητήματα που δεν αποτελούν διαφορές αλλά μονομερείς αμφισβητήσεις. Η ελληνική θέση δεν είναι αμυντική με την έννοια της αδράνειας· είναι αμυντική με την έννοια της προστασίας ενός νομικού και ιστορικού status quo που εδράζεται σε διεθνείς τίτλους, συνθήκες και μακρόχρονη άσκηση κρατικής κυριαρχίας. Η Άγκυρα, αντιθέτως, προσπαθεί να εμφανίσει ως «διαφορές» εκείνα που η ίδια κατασκευάζει ως πεδία διεκδίκησης.

Η έννοια των λεγόμενων «γκρίζων ζωνών» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεθοδολογίας. Η Τουρκία δεν περιορίζεται σε επιμέρους ενστάσεις για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, αλλά επιχειρεί να εισαγάγει αμφιβολία ως προς την κυριαρχία επί νησίδων και βραχονησίδων του Αιγαίου. Η πρακτική αυτή είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνη, διότι μεταφέρει την αντιπαράθεση από το πεδίο της δικαιοδοτικής οριοθέτησης στο πεδίο της εδαφικής κυριαρχίας. Για την Ελλάδα, μια τέτοια μεταφορά είναι απολύτως απαράδεκτη. Το εδαφικό καθεστώς του Αιγαίου έχει καθοριστεί από διεθνείς συνθήκες και δεν υπόκειται σε αναθεωρητική επαναδιαπραγμάτευση. Η κυριαρχία επί των ελληνικών νησιών, νησίδων και βραχονησίδων δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγματευτικής συναλλαγής ούτε δύναται να τεθεί υπό αίρεση μέσω τουρκικών εσωτερικών νόμων, χαρτών ή πολιτικών δηλώσεων. Η ελληνική στρατηγική οφείλει να διατηρεί απόλυτη διάκριση ανάμεσα σε οριοθετήσιμες θαλάσσιες ζώνες και σε μη διαπραγματεύσιμη εδαφική κυριαρχία.

Στο Δίκαιο της Θάλασσας, η θέση των νησιών έχει κεντρική σημασία για την ελληνική επιχειρηματολογία. Τα ελληνικά νησιά δεν αποτελούν γεωγραφικές εξαιρέσεις ούτε περιφερειακά εμπόδια σε μια υποτιθέμενη ηπειρωτική λογική οριοθέτησης. Αποτελούν τμήμα της ελληνικής επικράτειας και, ως τέτοια, διαθέτουν δικαιώματα θαλασσίων ζωνών σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Η τουρκική επιχειρηματολογία προσπαθεί να υποβαθμίσει την επήρεια των νησιών επικαλούμενη την εγγύτητα προς τις μικρασιατικές ακτές, την αναλογία ακτογραμμών ή τη δήθεν ανάγκη ευθυδικίας. Η επίκληση αυτή αποσιωπά ότι η ευθυδικία δεν λειτουργεί ως μηχανισμός ακύρωσης δικαιωμάτων, αλλά ως τεχνική εξισορρόπησης στο πλαίσιο συγκεκριμένης οριοθέτησης. Η διεθνής νομολογία μπορεί να σταθμίσει την επήρεια ορισμένων νησιών σε ειδικές περιστάσεις, δεν καθιερώνει όμως γενικό κανόνα αποστέρησης θαλασσίων ζωνών από κατοικημένα, διοικητικά οργανωμένα και οικονομικά ενεργά νησιά. Η ελληνική θέση, συνεπώς, είναι νομικά ισχυρή επειδή εδράζεται στην κανονιστική αρχή ότι η νησιωτικότητα δεν αποτελεί μειονέκτημα κυριαρχίας.

Η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει την εσωτερική νομοθεσία ως μέσο αναβάθμισης της διαπραγματευτικής της θέσης. Με την κωδικοποίηση των θέσεών της σε νόμο, μπορεί να προσέλθει σε μελλοντικές συνομιλίες υποστηρίζοντας ότι οι απαιτήσεις της δεν αποτελούν απλές πολιτικές απόψεις της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά θεσμοθετημένο εθνικό πλαίσιο. Η πρακτική αυτή είναι γνωστή από το προηγούμενο του τουρκικού casus belli του 1995. Η απόφαση της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης περί απειλής σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο δεν είχε διεθνή νομιμότητα. Είχε, όμως, πολιτικό αποτέλεσμα, διότι χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες ως εργαλείο εκφοβισμού και αυτοπεριορισμού της ελληνικής πλευράς. Η Τουρκία έχει αποδείξει ότι γνωρίζει πώς να μετατρέπει μια μονομερή εσωτερική πράξη σε παράγοντα περιφερειακής πίεσης. Η νέα νομοθετική πρωτοβουλία πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα αυτής της εμπειρίας.

Η ελληνική απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην επανάληψη ότι ο τουρκικός νόμος δεν δεσμεύει την Ελλάδα. Η θέση αυτή είναι ορθή, αλλά πρέπει να συνοδευθεί από οργανωμένη πολιτική αποτροπής της πρακτικής χρήσης του νόμου. Η Ελλάδα οφείλει να καταστήσει σαφές, σε όλα τα επίπεδα, ότι οποιαδήποτε τουρκική διοικητική ή επιχειρησιακή ενέργεια που θα στηριχθεί σε εσωτερική νομοθεσία και θα θίγει ελληνική κυριαρχία ή κυριαρχικά δικαιώματα θα αντιμετωπιστεί ως παράνομη και αποσταθεροποιητική. Η αντίδραση πρέπει να είναι άμεση, τεχνικά τεκμηριωμένη και πολυεπίπεδη: διπλωματικές διακοινώσεις, ενημέρωση διεθνών οργανισμών, ευρωπαϊκή κινητοποίηση, νομική ανάλυση ανά διάταξη, επιχειρησιακή ετοιμότητα και συνέχιση των ελληνικών δραστηριοτήτων στον θαλάσσιο χώρο. Η Τουρκία δεν πρέπει να αποκτήσει το περιθώριο να μετατρέψει τον νόμο της σε πρακτικό καθεστώς μέσω ελληνικής διστακτικότητας.

Η συγκυρία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή η Ελλάδα έχει αρχίσει να κινείται ενεργητικότερα στο θαλάσσιο πεδίο. Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, η προώθηση θαλάσσιων πάρκων, οι ενεργειακές αδειοδοτήσεις νοτίως της Κρήτης και της Πελοποννήσου, η παρουσία μεγάλων διεθνών ενεργειακών συμφερόντων και η ενίσχυση της αμυντικής υποδομής σε κρίσιμες περιοχές συγκροτούν ένα πλαίσιο έμπρακτης άσκησης κρατικής πολιτικής. Η Ελλάδα, έπειτα από μακρά περίοδο επιφυλακτικότητας, φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η επίκληση δικαιωμάτων χωρίς θετική κρατική πρακτική αφήνει χώρο στον αναθεωρητισμό. Ο θαλάσσιος χώρος δεν προστατεύεται μόνο με νομικές δηλώσεις· προστατεύεται με διοίκηση, χάρτες, άδειες, περιβαλλοντικές ρυθμίσεις, επιτήρηση, παρουσία και διεθνείς συνεργασίες. Η ελληνική πολιτική αποκτά βάθος όταν μετατρέπει το δίκαιο σε πράξη.

Η τουρκική ενόχληση απέναντι στις ελληνικές πρωτοβουλίες αποδεικνύει την ορθότητά τους. Η Άγκυρα αντιδρά όχι επειδή η Ελλάδα παραβιάζει κάποιο τουρκικό δικαίωμα, αλλά επειδή η Ελλάδα παύει να αφήνει κενό χώρο. Κάθε ελληνική ενέργεια που οργανώνει τον θαλάσσιο χώρο, κάθε περιβαλλοντικό μέτρο που αποτυπώνει διοικητική αρμοδιότητα, κάθε ενεργειακή παραχώρηση που στηρίζεται σε ελληνική δικαιοδοτική αντίληψη, κάθε διεθνής εταιρική συμμετοχή που αναγνωρίζει εμπράκτως την ελληνική κανονιστική θέση, περιορίζει την τουρκική δυνατότητα να εμφανίζει την περιοχή ως αδιαμόρφωτη, αμφισβητούμενη ή διαθέσιμη προς ανακατανομή. Η ελληνική στρατηγική πρέπει να ενισχύσει αυτή τη λογική. Όσο περισσότερο η Ελλάδα ασκεί τα δικαιώματά της με σοβαρότητα, τόσο δυσκολότερη γίνεται η τουρκική προσπάθεια παραγωγής τετελεσμένων.

Η θαλάσσια χωροταξία αποτελεί κρίσιμο εργαλείο αυτής της ενεργητικής νομιμότητας. Δεν πρόκειται για απλή τεχνική άσκηση κατανομής χρήσεων. Στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, η χωροταξική οργάνωση της θάλασσας έχει σαφή κρατική σημασία, διότι συνδέει την περιβαλλοντική προστασία, την οικονομική δραστηριότητα, την ενεργειακή πολιτική, την αλιεία, τον τουρισμό, την ασφάλεια και την επιτήρηση σε ένα ενιαίο διοικητικό πλαίσιο. Όταν η Ελλάδα καταθέτει και εφαρμόζει θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, δεν χαράσσει απλώς χάρτες· παράγει κρατική πρακτική. Η πρακτική αυτή δεν υποκαθιστά τις οριοθετήσεις, όμως επιβεβαιώνει τη βούληση και την ικανότητα του ελληνικού κράτους να ασκεί δημόσια πολιτική στον θαλάσσιο χώρο του. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται την πολιτική αυτή ως απειλή επειδή δυσχεραίνει την κατασκευή γκρίζων περιοχών.

Τα θαλάσσια πάρκα εντάσσονται στην ίδια λογική. Η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος δεν είναι γεωπολιτικά ουδέτερη όταν εφαρμόζεται σε περιοχές όπου ένα γειτονικό κράτος προβάλλει αυθαίρετες αμφισβητήσεις. Η ίδρυση και λειτουργία θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών επιβεβαιώνει ότι το παράκτιο κράτος διαθέτει αρμοδιότητα ρύθμισης, εποπτείας και προστασίας. Η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει σε αυτή την πολιτική με πλήρη επιστημονική τεκμηρίωση, ώστε να μην αφήσει περιθώριο στην Άγκυρα να την παρουσιάσει ως προσχηματική γεωπολιτική κίνηση. Όσο πιο στέρεα είναι η περιβαλλοντική και επιστημονική βάση των ελληνικών θαλάσσιων πάρκων, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η τουρκική αποδόμησή τους. Η προστασία του περιβάλλοντος και η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων μπορούν να συγκλίνουν όταν εντάσσονται σε συνεκτικό κρατικό σχεδιασμό.

Η ενεργειακή πολιτική νοτίως της Κρήτης έχει ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική βαρύτητα. Η περιοχή αυτή βρίσκεται στο επίκεντρο του τουρκικού αναθεωρητικού σχεδιασμού λόγω της σύνδεσής της με τις τουρκολιβυκές αξιώσεις. Η Ελλάδα οφείλει να διατηρήσει σταθερή θέση: καμία διμερής διευθέτηση τρίτων δεν μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος ελληνικών δικαιωμάτων. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραγνωρίζει την ύπαρξη και την επήρεια μεγάλων ελληνικών νησιών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση νόμιμης οριοθέτησης που θίγει την Ελλάδα. Η ενεργοποίηση διεθνών ενεργειακών εταιρειών σε ελληνικώς αδειοδοτημένες περιοχές έχει αξία όχι μόνο οικονομική, αλλά και γεωπολιτική. Ενσωματώνει την ελληνική θέση σε ένα ευρύτερο πλέγμα συμφερόντων και αυξάνει το κόστος οποιασδήποτε προσπάθειας αποσταθεροποίησης.

Η Κρήτη, ειδικότερα, πρέπει να αντιμετωπιστεί ως κεντρικός πυλώνας της ελληνικής θαλάσσιας στρατηγικής. Η γεωγραφική της θέση, το μέγεθός της, ο πληθυσμός της, η οικονομική της ζωή και η προβολή της προς τη Νότια και Ανατολική Μεσόγειο καθιστούν αδιανόητη κάθε τουρκική προσπάθεια περιορισμού της επήρειάς της. Η Κρήτη δεν μπορεί να εξαφανιστεί από τον χάρτη της οριοθέτησης επειδή αυτό εξυπηρετεί τουρκικούς σχεδιασμούς. Η ελληνική επιχειρηματολογία πρέπει να επιμένει ότι η Κρήτη διαθέτει πλήρη ικανότητα παραγωγής θαλασσίων ζωνών και ότι οποιαδήποτε οριοθέτηση που την αγνοεί στερείται νομικής σοβαρότητας. Η ανάδειξη της Κρήτης ως ενεργειακού, αμυντικού και γεωπολιτικού κόμβου αποτελεί ορθή κατεύθυνση, διότι συνδέει τη νομική θέση της Ελλάδας με πραγματικά δεδομένα ισχύος.

Η εσωτερική πολιτική διάσταση της τουρκικής πρωτοβουλίας δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Η τουρκική ηγεσία λειτουργεί μέσα σε περιβάλλον οικονομικών πιέσεων, κοινωνικής κόπωσης, εθνικιστικών ανταγωνισμών και ανάγκης επίδειξης αποφασιστικότητας. Η εξωτερική πολιτική, ιδίως σε ζητήματα υψηλού συμβολισμού, χρησιμοποιείται συχνά ως εργαλείο εσωτερικής συσπείρωσης. Η θεσμοποίηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» προσφέρει στο τουρκικό πολιτικό σύστημα τη δυνατότητα να εμφανίσει τη θαλάσσια αναθεωρητική ατζέντα ως εθνική υπόθεση υπεράνω κομματικών διαφορών. Αυτό δυσχεραίνει τη μελλοντική υποχώρηση της Άγκυρας, διότι κάθε αναδίπλωση θα μπορεί να παρουσιαστεί στο εσωτερικό της Τουρκίας ως εγκατάλειψη εθνικής γραμμής. Η Ελλάδα πρέπει να γνωρίζει ότι όσο περισσότερο η τουρκική θέση ενσωματώνεται σε νόμους, θεσμούς και δημόσιο λόγο, τόσο περισσότερο αποκτά πολιτική ακαμψία.

Η απάντηση της Αθήνας πρέπει να συνδυάζει θεσμική ψυχραιμία και στρατηγική αυστηρότητα. Η ψυχραιμία είναι αναγκαία για να μη μετατραπεί η τουρκική πρωτοβουλία σε αυτοεκπληρούμενη κρίση. Η αυστηρότητα είναι αναγκαία για να μη μετατραπεί η ελληνική αυτοσυγκράτηση σε μήνυμα ανοχής. Η Ελλάδα δεν έχει συμφέρον να υιοθετήσει ρητορική υπερβολής, αλλά έχει συμφέρον να κινηθεί εγκαίρως, τεκμηριωμένα και αποφασιστικά. Η τουρκική νομοθετική πρωτοβουλία πρέπει να απαντηθεί με ελληνική διπλωματική προετοιμασία πριν ακόμη ολοκληρωθεί. Η Αθήνα πρέπει να ενημερώσει εταίρους και συμμάχους ότι οποιαδήποτε προσπάθεια νομοθετικής κατοχύρωσης αξιώσεων εις βάρος ελληνικής κυριαρχίας ή κυριαρχικών δικαιωμάτων θα αποτελέσει παράγοντα αποσταθεροποίησης και θα συναντήσει θεσμική αντίδραση.

Η ευρωπαϊκή διάσταση είναι αποφασιστικής σημασίας. Η Ελλάδα πρέπει να αποτρέψει την υποβάθμιση του ζητήματος σε διμερή ελληνοτουρκική διαφωνία. Το Αιγαίο αποτελεί εξωτερικό σύνορο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο ελληνικός θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός συνδέεται με ενωσιακές πολιτικές, η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος εντάσσεται στο ευρωπαϊκό κεκτημένο και η ενεργειακή ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου επηρεάζει την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία. Η Τουρκία δεν μπορεί να αξιώνει προνομιακή σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και ταυτόχρονα να προωθεί νομοθετικές ή επιχειρησιακές πρακτικές που αμφισβητούν δικαιώματα κράτους-μέλους. Η ελληνική διπλωματία πρέπει να απαιτήσει σαφή ευρωπαϊκή τοποθέτηση, όχι γενικές εκκλήσεις σε διάλογο που αποκρύπτουν την ασυμμετρία μεταξύ νόμιμης άσκησης δικαιωμάτων και μονομερούς αναθεωρητικής αξίωσης.

Η προσφυγή σε διεθνείς οργανισμούς πρέπει επίσης να είναι προσεκτικά σχεδιασμένη. Η Ελλάδα οφείλει να καταθέσει τεκμηριωμένα τις θέσεις της στα Ηνωμένα Έθνη, ιδίως εάν ο τουρκικός νόμος περιλαμβάνει χάρτες ή διατυπώσεις που επηρεάζουν ελληνικές περιοχές. Η κατάθεση ελληνικών ρηματικών διακοινώσεων δεν είναι τυπική γραφειοκρατική ενέργεια· αποτελεί μέσο διατήρησης του διεθνούς φακέλου της υπόθεσης, αποτροπής τεκμηρίου ανοχής και θεσμικής υπενθύμισης ότι η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει καμία μονομερή τουρκική αξίωση. Παράλληλα, η Αθήνα πρέπει να αναπτύξει συστηματική νομική επιχειρηματολογία για τη θέση των νησιών, το απαράδεκτο των γκρίζων ζωνών, την ακυρότητα εξωγενών διευθετήσεων που θίγουν τρίτους και την παράνομη φύση κάθε απειλής χρήσης βίας.

Η συζήτηση για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων αποκτά νέα σημασία. Η Ελλάδα διαθέτει νόμιμο δικαίωμα επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης της έως τα 12 ναυτικά μίλια. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού αποτελεί κυριαρχική πράξη και δεν υπόκειται σε τουρκική έγκριση. Το ζήτημα είναι ο χρόνος, ο χώρος, η προετοιμασία και η στρατηγική σκοπιμότητα. Η επέκταση νοτίως της Κρήτης θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σοβαρή και νόμιμη ελληνική απάντηση σε μια τουρκική προσπάθεια θεσμικής εδραίωσης αναθεωρητικών αξιώσεων. Μια τέτοια κίνηση πρέπει να προετοιμαστεί με τεχνική αρτιότητα, διπλωματική κάλυψη, επιχειρησιακή ετοιμότητα και καθαρή νομική αιτιολόγηση. Δεν πρέπει να εμφανιστεί ως παρορμητική ανταπόδοση, αλλά ως ώριμη άσκηση δικαιώματος που είχε επί μακρόν διατηρηθεί και ενεργοποιείται στο πλαίσιο μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής.

Η ελληνική εξωτερική πολιτική οφείλει να αποβάλει τον φόβο της ενεργητικής νομιμότητας. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η Ελλάδα συχνά ταύτιζε την προσήλωση στο διεθνές δίκαιο με την αποφυγή πρωτοβουλιών που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τουρκική αντίδραση. Η προσέγγιση αυτή εξηγείται ιστορικά, αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει μόνιμη στρατηγική. Η νομιμότητα χωρίς άσκηση καταλήγει σε αδρανή δικαίωμα. Η αποτροπή χωρίς πολιτική βούληση καταλήγει σε θεωρητική ικανότητα. Η διπλωματία χωρίς παραγωγή πραγματικών δεδομένων καταλήγει σε διαχείριση εντυπώσεων. Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει το διεθνές δίκαιο όχι ως παθητικό καταφύγιο, αλλά ως εργαλείο ενεργού κρατικής πολιτικής.

Στο πλαίσιο αυτό, η αμυντική διάσταση παραμένει αναπόσπαστη. Η ύπαρξη ισχυρής αποτροπής δεν αναιρεί τη νομική επιχειρηματολογία· την καθιστά αποτελεσματικότερη. Ένα κράτος που επικαλείται το διεθνές δίκαιο και ταυτόχρονα διαθέτει αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ καθιστά σαφές ότι η νομιμότητα δεν είναι ένδειξη αδυναμίας. Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει την ενίσχυση της αμυντικής της παρουσίας, τη διαλειτουργικότητα με συμμάχους, την επιτήρηση κρίσιμων περιοχών και την επιχειρησιακή ετοιμότητα σε όλο το εύρος του θαλάσσιου χώρου της. Η αποτροπή πρέπει να είναι σιωπηρή, σοβαρή και αξιόπιστη. Δεν χρειάζεται πολεμική ρητορική. Χρειάζεται ικανότητα που αναγνωρίζεται από τον αντίπαλο και υπολογίζεται στους σχεδιασμούς του.

Η ελληνική πολιτική τάξη πρέπει επίσης να διαφυλάξει την εσωτερική συνοχή της εθνικής γραμμής. Η Τουρκία επενδύει συστηματικά στη χρονική κόπωση, στις εναλλαγές κυβερνήσεων, στις αντιφάσεις δημόσιου λόγου και στην εσωτερική πόλωση της άλλης πλευράς. Η Ελλάδα χρειάζεται σταθερή εθνική θέση, με σαφή διάκριση ανάμεσα στον θεμιτό πολιτικό διάλογο και στην αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής αξιοπιστίας της χώρας. Η υπεράσπιση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο ευκαιριακής κομματικής εκμετάλλευσης. Απαιτείται θεσμική συνέχεια, επιστημονική τεκμηρίωση και στρατηγική μνήμη. Κάθε ελληνική κυβέρνηση πρέπει να κινείται εντός ενός σταθερού πλαισίου εθνικής στρατηγικής, προσαρμόζοντας μέσα και τακτικές χωρίς να θολώνει τις βασικές αρχές.

Η επικοινωνιακή διαχείριση έχει επίσης σημασία, αλλά πρέπει να υπηρετεί τη στρατηγική και όχι να την υποκαθιστά. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντιπαρατάξει στη «Γαλάζια Πατρίδα» ένα αντίστοιχο σύνθημα φορτισμένης γεωπολιτικής φαντασίας. Χρειάζεται να παρουσιάσει διεθνώς μια εικόνα κράτους που ασκεί νόμιμα δικαιώματα, προστατεύει τη σταθερότητα, σέβεται τους κανόνες και αντιστέκεται στην αυθαιρεσία. Η διεθνής κοινότητα, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι αγορές ενέργειας, οι ναυτιλιακοί φορείς και οι στρατηγικοί εταίροι κατανοούν καλύτερα τη γλώσσα της προβλεψιμότητας από τη γλώσσα των συμβόλων. 

Η Τουρκία, μέσω της νομοθετικής θεσμοποίησης της «Γαλάζιας Πατρίδας», επιχειρεί να μεταφέρει την αντιπαράθεση σε πεδίο όπου η ίδια θεωρεί ότι διαθέτει πλεονέκτημα: την παραγωγή πολιτικών τετελεσμένων. Η ελληνική απάντηση πρέπει να μεταφέρει το βάρος σε πεδίο όπου η Ελλάδα έχει ισχυρότερη θέση: το διεθνές δίκαιο, τις διεθνείς συνθήκες, την ευρωπαϊκή ιδιότητα, τη θεσμική σοβαρότητα, την αμυντική αξιοπιστία και την έμπρακτη άσκηση νόμιμων δικαιωμάτων. Η Ελλάδα δεν πρέπει να αποδεχθεί τη γλώσσα της Άγκυρας ούτε το εύρος της τουρκικής ατζέντας. Πρέπει να επιμείνει στη δική της αρχιτεκτονική: κυριαρχία αδιαπραγμάτευτη, μοναδική νομική διαφορά η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, διάλογος μόνο εντός του διεθνούς δικαίου, καμία αποδοχή απειλής χρήσης βίας, πλήρης διατήρηση του δικαιώματος επέκτασης χωρικών υδάτων, ενεργή θαλάσσια πολιτική και ευρωπαϊκή ανάδειξη του ζητήματος.

Η παρούσα συγκυρία απαιτεί στρατηγική αυτοπεποίθηση. Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρά επιχειρήματα, σημαντική γεωγραφική θέση, αυξανόμενη αμυντική ικανότητα, ευρωπαϊκή θεσμική υπόσταση και διεθνείς συνεργασίες. Αυτά τα πλεονεκτήματα πρέπει να οργανωθούν σε συνεκτική πολιτική. Η χώρα δεν μπορεί να αρκεστεί σε αντιδράσεις μετά από κάθε τουρκική κίνηση. Χρειάζεται προδραστική στρατηγική που να δημιουργεί δικά της δεδομένα και να υποχρεώνει την Τουρκία να αντιδρά σε ελληνικές νόμιμες πρωτοβουλίες, αντί να εγκλωβίζεται η Αθήνα σε διαρκή απάντηση στις τουρκικές αμφισβητήσεις.

Εν κατακλείδι, η τουρκική νομοθετική πρωτοβουλία συνιστά σοβαρή, αλλά διαχειρίσιμη πρόκληση. Δεν αναιρεί ελληνικά δικαιώματα, δεν νομιμοποιεί τουρκικές αξιώσεις, δεν μεταβάλλει το εδαφικό καθεστώς του Αιγαίου, δεν ακυρώνει την επήρεια των ελληνικών νησιών και δεν δεσμεύει κανέναν διεθνή οργανισμό. Μπορεί όμως να αποτελέσει εργαλείο κλιμάκωσης, εσωτερικής συσπείρωσης και διαπραγματευτικής πίεσης. Η ελληνική απάντηση πρέπει να συνδυάσει νομική ακρίβεια, πολιτική σταθερότητα, ευρωπαϊκή κινητοποίηση, αποτρεπτική αξιοπιστία και θετική άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η Άγκυρα επιχειρεί να θεσμοποιήσει την αναθεώρηση. Η Αθήνα οφείλει να θεσμοποιήσει την ενεργητική υπεράσπιση της νομιμότητας.

Η τουρκική αντίληψη επιδιώκει να καταστήσει τη γεωπολιτική πίεση πηγή δικαιωμάτων. Η ελληνική θέση στηρίζεται στην αρχή ότι τα δικαιώματα απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, τις συνθήκες και τη νόμιμη κρατική κυριαρχία. Η διαφορά αυτή είναι θεμελιώδης. Για την Ελλάδα, η υπεράσπιση των θέσεών της δεν είναι απλώς ζήτημα εθνικού συμφέροντος· είναι και υπεράσπιση μιας διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες. Σε αυτή τη βάση η ελληνική στρατηγική πρέπει να είναι σαφής, αυστηρή και διαρκής: καμία αποδοχή τεχνητών γκρίζων ζωνών, καμία υποχώρηση σε ζητήματα κυριαρχίας, καμία αναγνώριση μονομερών νομοθετικών τετελεσμένων, πλήρης αξιοποίηση του διεθνούς δικαίου, και συστηματική άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτό.