Η άνοδος της Κίνας σε θέση παγκόσμιας υπερδύναμης δεν μπορεί να ερμηνευθεί πειστικά μέσα από μία μόνο αιτία: ούτε αποκλειστικά μέσω της οικονομικής φιλελευθεροποίησης μετά το 1978, ούτε αποκλειστικά μέσω της ένταξης στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, ούτε αποκλειστικά μέσω της αξιοποίησης φθηνής εργασίας, ούτε αποκλειστικά μέσω της αυταρχικής αποτελεσματικότητας του κινεζικού κράτους. Η κινεζική άνοδος αποτελεί σύνθετο ιστορικό φαινόμενο κρατικής ανασυγκρότησης, επαναστατικής νομιμοποίησης, θεσμικής προσαρμογής, βιομηχανικής κινητοποίησης και γεωοικονομικής στρατηγικής. Η Κίνα δεν έγινε υπερδύναμη επειδή απλώς «άνοιξε» στην αγορά. Έγινε υπερδύναμη επειδή άνοιξε επιλεκτικά, σταδιακά και υπό τον έλεγχο ενός ισχυρού κόμματος-κράτους, το οποίο χρησιμοποίησε την αγορά όχι ως υποκατάστατο της πολιτικής εξουσίας, αλλά ως εργαλείο εθνικής ισχύος. Η ιδιαιτερότητα της κινεζικής περίπτωσης είναι ότι η χώρα δεν εγκατέλειψε την κρατική λογική για να ενταχθεί στην παγκόσμια οικονομία· αντίθετα, εντάχθηκε στην παγκόσμια οικονομία για να ενισχύσει την κρατική της λογική.

Η ιστορική αφετηρία της κινεζικής ανόδου βρίσκεται πολύ πριν από την οικονομική μεταρρύθμιση του Ντενγκ Σιαοπίνγκ. Βρίσκεται στην εμπειρία του λεγόμενου «αιώνα ταπείνωσης», δηλαδή στην περίοδο από τον 19ο αιώνα έως τα μέσα του 20ού, κατά την οποία η Κίνα υπέστη ξένες επεμβάσεις, άνισες συνθήκες, απώλεια εδαφικού και οικονομικού ελέγχου, εσωτερική διάλυση, εμφύλιες συγκρούσεις και θεσμική αποσύνθεση. Αυτή η εμπειρία δημιούργησε μια βαθιά πολιτική μνήμη εθνικής ευαλωτότητας. Για το κινεζικό πολιτικό φαντασιακό, η ισχύς δεν είναι απλώς μέσο επιρροής· είναι όρος επιβίωσης. Η κρατική αδυναμία ταυτίστηκε ιστορικά με ξένη επιβολή, κοινωνική ταπείνωση και εθνική διάσπαση. Επομένως, η άνοδος της Κίνας πρέπει να κατανοηθεί ως προσπάθεια αντιστροφής αυτής της ιστορικής εμπειρίας: ως πρόγραμμα εθνικής αποκατάστασης, στο οποίο η οικονομική ανάπτυξη, η βιομηχανική ισχύς, η τεχνολογική αυτονομία και η στρατιωτική αναβάθμιση αποτελούν οργανικά τμήματα μιας ενιαίας στρατηγικής αναγέννησης.

Η ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας το 1949 υπό τον Μάο Τσετούνγκ αποτέλεσε, πριν από οτιδήποτε άλλο, πράξη κρατικής επανένωσης. Η μαοϊκή επανάσταση δεν υπήρξε μόνο κοινωνική και ιδεολογική επανάσταση· υπήρξε επίσης πράξη αποκατάστασης κρατικής κυριαρχίας. Ο Μάο συγκρότησε ένα συγκεντρωτικό κόμμα-κράτος, επέβαλε ενιαίο πολιτικό έλεγχο, εξουδετέρωσε ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας, κινητοποίησε την αγροτική κοινωνία και εγκαθίδρυσε ένα νέο καθεστώς νομιμοποίησης, βασισμένο στην επανάσταση, στην εθνική ανεξαρτησία και στην υπόσχεση κοινωνικής ανατροπής. Η ιστορική του σημασία δεν μπορεί να αποτιμηθεί μονοδιάστατα. Από τη μία πλευρά, η μαοϊκή περίοδος συνοδεύτηκε από τραγικές αποτυχίες, όπως το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός και η Πολιτιστική Επανάσταση, που προκάλεσαν τεράστιο κοινωνικό, οικονομικό και θεσμικό κόστος. Από την άλλη, η ίδια περίοδος δημιούργησε τη βασική πολιτική υποδομή του μεταγενέστερου κινεζικού θαύματος: ένα ενιαίο κράτος, μια πειθαρχημένη κομματική ιεραρχία, έναν μηχανισμό μαζικής κινητοποίησης, αρχικές βιομηχανικές βάσεις και την πεποίθηση ότι η ανάπτυξη αποτελεί υπόθεση εθνικής κυριαρχίας.

Η μαοϊκή κληρονομιά, επομένως, ήταν αντιφατική αλλά καθοριστική. Ο Μάο δεν δημιούργησε τη σύγχρονη κινεζική οικονομική ισχύ με τη μορφή που τη γνωρίζουμε σήμερα. Δημιούργησε όμως το πολιτικό κέλυφος μέσα στο οποίο αυτή η ισχύς θα μπορούσε αργότερα να οργανωθεί. Το κόμμα-κράτος, η έμφαση στην εθνική ανεξαρτησία, η καχυποψία απέναντι στην εξωτερική εξάρτηση, η προτεραιότητα της κρατικής ενότητας και η αντίληψη της ανάπτυξης ως πολιτικής αποστολής αποτέλεσαν στοιχεία που επέζησαν της μαοϊκής περιόδου και προσαρμόστηκαν στη μεταγενέστερη εποχή των μεταρρυθμίσεων. Η μεγάλη διαφορά ήταν ότι μετά τον Μάο η κινεζική ηγεσία εγκατέλειψε τον επαναστατικό οικονομικό βολονταρισμό και υιοθέτησε έναν πραγματισμό που έθετε την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στο κέντρο της πολιτικής νομιμοποίησης.

Η στροφή του Ντενγκ Σιαοπίνγκ μετά το 1978 υπήρξε η δεύτερη μεγάλη ιδρυτική στιγμή της σύγχρονης κινεζικής ισχύος. Η σημασία της δεν έγκειται απλώς στο ότι η Κίνα εισήγαγε μηχανισμούς αγοράς. Έγκειται στο ότι το έκανε χωρίς να διαλύσει τον πολιτικό μονοπωλιακό ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο «σοσιαλισμός με κινεζικά χαρακτηριστικά» λειτούργησε ως ιδεολογική γέφυρα ανάμεσα στη μαοϊκή επαναστατική συνέχεια και στη μεταμαοϊκή οικονομική προσαρμογή. Με αυτή τη διατύπωση, το κόμμα μπόρεσε να νομιμοποιήσει τη χρήση της αγοράς χωρίς να εμφανιστεί ότι εγκαταλείπει τον σοσιαλισμό. Η αγορά δεν παρουσιάστηκε ως φιλελεύθερη αξία, αλλά ως μέσο ανάπτυξης. Ο πλούτος δεν παρουσιάστηκε ως καπιταλιστική παρέκκλιση, αλλά ως αναγκαία προϋπόθεση εθνικής ισχύος. Η μεταρρύθμιση δεν παρουσιάστηκε ως ιδεολογική ήττα, αλλά ως προσαρμογή του σοσιαλισμού στις κινεζικές συνθήκες. Η πολιτική ευφυΐα αυτής της στροφής βρισκόταν ακριβώς στην ικανότητα να μεταβληθεί ουσιαστικά το οικονομικό σύστημα χωρίς να καταρρεύσει το ιδεολογικό πλαίσιο του καθεστώτος.

Το κινεζικό μοντέλο μεταρρύθμισης διαφοροποιήθηκε από τις μετασοσιαλιστικές μεταβάσεις της Ανατολικής Ευρώπης και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Δεν στηρίχθηκε σε άμεση ιδιωτικοποίηση, απότομη απελευθέρωση και θεσμική ρήξη. Στηρίχθηκε σε σταδιακό πειραματισμό. Οι μεταρρυθμίσεις εφαρμόστηκαν συχνά τοπικά, δοκιμάστηκαν σε περιορισμένη κλίμακα και επεκτάθηκαν όταν παρήγαγαν αποτελέσματα. Η αποσυλλογικοποίηση της γεωργίας, η δημιουργία ειδικών οικονομικών ζωνών, η προσέλκυση ξένων επενδύσεων, η ανάπτυξη εξαγωγικών βιομηχανιών και η σταδιακή ενίσχυση ιδιωτικών ή ημι-ιδιωτικών οικονομικών δραστηριοτήτων δεν αποτέλεσαν ενιαίο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα. Αποτέλεσαν ελεγχόμενη μετατόπιση από την κεντρικά διοικούμενη οικονομία προς μια σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς υπό πολιτική επιτήρηση. Η μεταρρύθμιση και το άνοιγμα μετά το 1978 συνδέθηκαν με την αποσυλλογικοποίηση, τη χαλάρωση ελέγχων, τις ειδικές οικονομικές ζώνες και την είσοδο ξένου κεφαλαίου, αλλά υπό τη συνεχή καθοδήγηση του κόμματος-κράτους.

Η Σενζέν υπήρξε το εμβληματικό εργαστήριο αυτής της μετάβασης. Από περιφερειακή περιοχή περιορισμένης σημασίας μετατράπηκε σε πειραματικό χώρο ενσωμάτωσης ξένου κεφαλαίου, εξαγωγικής παραγωγής, επιχειρηματικής ευελιξίας και τεχνολογικής αναβάθμισης. Η σημασία των ειδικών οικονομικών ζωνών δεν ήταν μόνο οικονομική. Ήταν θεσμική. Το κινεζικό κράτος έμαθε να κυβερνά μέσω διαφοροποιημένων καθεστώτων: αλλού περισσότερος έλεγχος, αλλού περισσότερη αγορά, αλλού ειδικοί κανόνες, αλλού κρατική καθοδήγηση. Αυτή η ευελιξία αποτέλεσε ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα του κινεζικού μοντέλου. Το Πεκίνο δεν αντιμετώπισε την αγορά ως ενιαίο δόγμα, αλλά ως διοικητικό εργαλείο. Η πολιτική κυριαρχία παρέμεινε συγκεντρωτική, αλλά η οικονομική πρακτική έγινε πειραματική. Αυτός ο συνδυασμός επέτρεψε στην Κίνα να αποφύγει τόσο τη στασιμότητα του άκαμπτου σχεδιασμού όσο και τη θεσμική αποδιάρθρωση μιας απότομης μετάβασης.

Η ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001 αποτέλεσε την τρίτη μεγάλη καμπή. Από εκείνη τη στιγμή, η Κίνα μετατράπηκε στο κεντρικό εργαστήριο της παγκόσμιας μεταποίησης. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις μετέφεραν παραγωγή για λόγους κόστους, κλίμακας και πρόσβασης σε μια τεράστια εργατική δύναμη. Όμως το κινεζικό κράτος δεν περιορίστηκε στον ρόλο του παθητικού αποδέκτη ξένων εργοστασίων. Χρησιμοποίησε τη διεθνή ζήτηση για να αποκτήσει τεχνογνωσία, να ενισχύσει υποδομές, να αναπτύξει λιμάνια, δρόμους, σιδηροδρόμους, δίκτυα ενέργειας, βιομηχανικά πάρκα, πανεπιστήμια και τεχνικές δεξιότητες. Η εξαγωγική ανάπτυξη δημιούργησε συναλλαγματικά αποθέματα, τα συναλλαγματικά αποθέματα δημιούργησαν χρηματοπιστωτική αντοχή, η παραγωγική συγκέντρωση δημιούργησε οικοσυστήματα προμηθευτών και τα οικοσυστήματα προμηθευτών δημιούργησαν κλίμακα που δύσκολα μπορούσε να αναπαραχθεί αλλού. Η ένταξη στον ΠΟΕ αύξησε δραστικά το διεθνές βάρος της Κίνας, ενώ η εξωτερική πολιτική της χώρας επεκτάθηκε σε νέα πεδία μετά το 2001, ακολουθώντας την άνοδο του διεθνούς της προφίλ.

Η κινεζική άνοδος βασίστηκε επίσης σε μια τεράστια εσωτερική κοινωνική μεταβολή: την αστικοποίηση. Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι μετακινήθηκαν από την αγροτική οικονομία στις πόλεις, τροφοδοτώντας εργοστάσια, κατασκευές, υποδομές και υπηρεσίες. Αυτή η μετακίνηση είχε τεράστιο κοινωνικό κόστος, ιδίως μέσω ανισοτήτων, εργασιακής πειθαρχίας, εσωτερικών μεταναστευτικών περιορισμών και άνισης πρόσβασης σε κοινωνικά δικαιώματα. Ωστόσο, από την άποψη της κρατικής ισχύος, δημιούργησε τη μεγαλύτερη διαδικασία βιομηχανικής και αστικής κινητοποίησης της σύγχρονης εποχής. Η Κίνα δεν ανέβηκε μόνο επειδή παρήγαγε φθηνά. Ανέβηκε επειδή κατάφερε να οργανώσει παραγωγικά την κοινωνική μετακίνηση, να δημιουργήσει υποδομές σε κλίμακα αυτοκρατορική και να συνδέσει την τοπική ανάπτυξη με εθνικούς στόχους. Η φτώχεια μειώθηκε σε ιστορικά εντυπωσιακό βαθμό, η μεσαία τάξη διευρύνθηκε και η κατανάλωση αυξήθηκε, αν και το αναπτυξιακό μοντέλο παρέμεινε για μεγάλο διάστημα περισσότερο εξαγωγικό και επενδυτικό παρά ισορροπημένο προς την εσωτερική ζήτηση.

Στην επόμενη φάση, η Κίνα δεν αρκέστηκε στη θέση της «παγκόσμιας βιομηχανικής πλατφόρμας». Επιδίωξε να ανέβει στην τεχνολογική ιεραρχία. Η μετάβαση από την απλή συναρμολόγηση στην παραγωγή υψηλότερης προστιθέμενης αξίας αποτέλεσε στρατηγική προτεραιότητα. Τα ηλεκτρικά οχήματα, οι μπαταρίες, τα φωτοβολταϊκά, οι τηλεπικοινωνίες, οι υποδομές 5G, η ρομποτική, η τεχνητή νοημοσύνη, τα δίκτυα πληρωμών, οι ψηφιακές πλατφόρμες και οι σπάνιες γαίες συγκρότησαν το νέο πεδίο κινεζικής ισχύος. Η χώρα δεν ήθελε πλέον να είναι απλώς ο τόπος όπου κατασκευάζονται προϊόντα που σχεδιάζονται αλλού. Ήθελε να γίνει δύναμη που σχεδιάζει, χρηματοδοτεί, παράγει, εξάγει και θέτει πρότυπα. Αυτή η αλλαγή προκάλεσε τη βαθύτερη αμερικανική ανησυχία. Η Κίνα ως φθηνό εργοστάσιο ήταν συμβατή με την παγκοσμιοποίηση υπό δυτική πρωτοκαθεδρία. Η Κίνα ως τεχνολογική υπερδύναμη είναι δομική πρόκληση για την ιεραρχία της παγκόσμιας οικονομίας.

Υπό τον Σι Τζινπίνγκ, η κινεζική στρατηγική απέκτησε πιο συγκεντρωτικό και πιο φιλόδοξο χαρακτήρα. Η έννοια της «εθνικής αναζωογόνησης» συνδέθηκε με την τεχνολογική αυτάρκεια, τη στρατιωτική αναβάθμιση, τη διεθνή επιρροή και την ενίσχυση του κομματικού ελέγχου. Η Πρωτοβουλία «Ζώνη και Οδός» αποτέλεσε έκφραση αυτής της νέας φάσης. Η Κίνα δεν επιδίωκε πλέον μόνο να προσελκύσει τον κόσμο στην παραγωγική της βάση, αλλά και να διαμορφώσει εξωτερικά δίκτυα υποδομών, λιμένων, σιδηροδρόμων, ενεργειακών διαδρόμων και χρηματοδότησης. Η κινεζική ισχύς έγινε εξωστρεφής. Το Πεκίνο άρχισε να προβάλλει τον εαυτό του όχι μόνο ως μεγάλη αγορά, αλλά ως κόμβο εναλλακτικής παγκόσμιας οικονομικής συνδεσιμότητας. Αυτή η εξωστρέφεια δεν ήταν απαλλαγμένη από αντιδράσεις. Πολλά κράτη αξιοποίησαν κινεζικές επενδύσεις, αλλά ταυτόχρονα αυξήθηκαν οι ανησυχίες για χρέος, πολιτική επιρροή, εξάρτηση υποδομών και στρατηγική διείσδυση.

Η μετατροπή της Κίνας σε υπερδύναμη στηρίχθηκε επίσης σε μια ιδιότυπη σχέση ανάμεσα στην ιδεολογία και στον πραγματισμό. Το κινεζικό καθεστώς δεν εγκατέλειψε τον μαρξιστικό-λενινιστικό οργανωτικό πυρήνα του. Το Κομμουνιστικό Κόμμα παρέμεινε ο ανώτατος φορέας πολιτικής εξουσίας. Όμως η ιδεολογία του προσαρμόστηκε στην ανάπτυξη, στην εθνική αναγέννηση και στη σταθερότητα. Ο «σοσιαλισμός με κινεζικά χαρακτηριστικά» επέτρεψε την ενσωμάτωση ιδιωτικού πλούτου, ξένων επενδύσεων, αγοράς και ανταγωνισμού χωρίς θεσμικό πλουραλισμό. Αυτή η σύνθεση δημιούργησε ένα καθεστώς που δεν είναι ούτε κλασικός φιλελεύθερος καπιταλισμός ούτε κλασικός κρατικός σοσιαλισμός. Είναι κομματικά επιτηρούμενος καπιταλισμός κρατικής στρατηγικής, με σοσιαλιστικό λεξιλόγιο, εθνικιστικό βάθος και αναπτυξιακή νομιμοποίηση.

Η ισχύς της Κίνας, ωστόσο, αντιμετωπίζει εγγενείς περιορισμούς. Η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρές δομικές προκλήσεις: δημογραφική γήρανση, μειούμενη αναλογία εργατικού δυναμικού, υψηλή εξάρτηση ορισμένων περιοχών από επενδύσεις σε ακίνητα και υποδομές, ανισότητες μεταξύ περιφέρειας και μεγάλων αστικών κέντρων, δυσκολίες μετάβασης σε μοντέλο καινοτομίας, χρέος τοπικών κυβερνήσεων και αυξανόμενη διεθνή καχυποψία. Η κινεζική υπερδύναμη δεν είναι αδιατάρακτη μηχανή ανόδου. Είναι σύστημα μεγάλης ισχύος με υψηλές δυνατότητες και υψηλές ευαλωτότητες. Η συγκέντρωση εξουσίας μπορεί να επιτρέπει γρήγορη στρατηγική κατεύθυνση, αλλά μπορεί επίσης να μειώνει την πληροφόρηση, να ενισχύει τον φόβο εντός της διοίκησης και να δυσκολεύει την έγκαιρη διόρθωση λαθών. Η τεχνολογική φιλοδοξία μπορεί να παράγει άλματα, αλλά η υπερβολική πολιτική παρέμβαση μπορεί να περιορίσει την καινοτομική ελευθερία. Το κινεζικό μοντέλο είναι ισχυρό ακριβώς επειδή κινητοποιεί κεντρικά πόρους, αλλά είναι ευάλωτο ακριβώς επειδή η υπερσυγκέντρωση ευθύνης μπορεί να παράγει συστημική ακαμψία.

Η άνοδος της Κίνας σε παγκόσμια υπερδύναμη, επομένως, δεν είναι ούτε θαύμα αγοράς ούτε απλός θρίαμβος αυταρχικού κρατισμού. Είναι προϊόν μιας μακράς ιστορικής σύνθεσης. Ο Μάο συγκρότησε το επαναστατικό κράτος και αποκατέστησε την εθνική κυριαρχία, αλλά με τεράστιο ανθρώπινο και θεσμικό κόστος. Ο Ντενγκ απελευθέρωσε τις παραγωγικές δυνάμεις, εισήγαγε τον πραγματισμό και επέτρεψε στην Κίνα να χρησιμοποιήσει την αγορά χωρίς να εγκαταλείψει την κομματική εξουσία. Η ένταξη στην παγκόσμια οικονομία μετά το 2001 μετέτρεψε την Κίνα σε κεντρική μεταποιητική δύναμη. Η τεχνολογική αναβάθμιση των τελευταίων δεκαετιών τη μετέτρεψε από χώρα παραγωγής σε χώρα στρατηγικής βιομηχανικής διεκδίκησης. Η περίοδος Σι επιχειρεί να μετατρέψει αυτή τη συσσωρευμένη ισχύ σε πλήρη εθνική αναγέννηση, διεθνή επιρροή και τεχνολογική αυτονομία.