Η άφιξη του Αμερικανού προέδρου στην κινεζική πρωτεύουσα  πραγματοποιείται σε περιβάλλον εύθραυστης εμπορικής εκεχειρίας, τεχνολογικής δυσπιστίας, ανταγωνισμού για τις κρίσιμες πρώτες ύλες, πιέσεων γύρω από την Ταϊβάν και ευρύτερης ενεργειακής αβεβαιότητας, γεγονός που καθιστά τη σύνοδο πεδίο όχι απλής διαπραγμάτευσης, αλλά αποτίμησης του πραγματικού συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο.

Το κεντρικό στοιχείο της σημερινής αμερικανοκινεζικής σχέσης είναι η μετάβαση από την παγκοσμιοποίηση της αποδοτικότητας στην παγκοσμιοποίηση της ευαλωτότητας. Επί δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες και μεγάλο μέρος της Δύσης αντιμετώπιζαν την κινεζική ενσωμάτωση στην παγκόσμια οικονομία ως μηχανισμό σταθεροποίησης. Η υπόθεση ήταν ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα περιόριζε την πολιτική αντιπαλότητα, θα καθιστούσε το Πεκίνο περισσότερο προβλέψιμο και θα ενσωμάτωνε σταδιακά την Κίνα σε ένα πλαίσιο κανόνων που είχε διαμορφωθεί υπό δυτική πρωτοκαθεδρία. Η υπόθεση αυτή αποδείχθηκε μερικώς μόνο ορθή. Η Κίνα πράγματι ενσωματώθηκε στην παγκόσμια οικονομία, αλλά δεν απορροφήθηκε από την πολιτική λογική της φιλελεύθερης τάξης. Αξιοποίησε την πρόσβαση σε αγορές, κεφάλαια, τεχνογνωσία και παραγωγικά δίκτυα για να ενισχύσει τη δική της κρατικά καθοδηγούμενη αναπτυξιακή στρατηγική. Η αλληλεξάρτηση, αντί να εξουδετερώσει τον ανταγωνισμό, του παρείχε νέα μέσα. Αυτό είναι το πραγματικό υπόβαθρο της συνάντησης στο Πεκίνο.

Η Ουάσιγκτον προσέρχεται στη σύνοδο έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η πίεση προς την Κίνα δεν μπορεί να ασκηθεί χωρίς κόστος για την ίδια την αμερικανική οικονομία. Η πολιτική των δασμών και των τεχνολογικών περιορισμών διατηρεί σημαντική αποτελεσματικότητα, ιδίως επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να κατέχουν κεντρική θέση στα προηγμένα μικροτσίπ, στο λογισμικό, στη χρηματοδότηση, στα πανεπιστήμια, στην καινοτομία και στις συμμαχικές αρχιτεκτονικές ασφάλειας. Ωστόσο, το Πεκίνο έχει αποκτήσει ικανότητα ανταπόδοσης σε πεδία όπου η αμερικανική και ευρύτερα δυτική οικονομία παρουσιάζει υλικές εξαρτήσεις. Οι σπάνιες γαίες, η επεξεργασία κρίσιμων ορυκτών και ο έλεγχος συγκεκριμένων σταδίων της βιομηχανικής αλυσίδας επιτρέπουν στην Κίνα να μετατρέπει την παραγωγική της θέση σε μέσο πολιτικής πίεσης. Οι πρόσφατες αναλύσεις για τη σύνοδο επισημαίνουν ακριβώς αυτή την ανταλλαγή πίεσης: η Κίνα επιδιώκει χαλάρωση αμερικανικών τεχνολογικών περιορισμών, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούν αξιόπιστη πρόσβαση σε σπάνιες γαίες και κρίσιμα υλικά.

Αυτό που άλλοτε εμφανιζόταν ως εμπορικός πόλεμος έχει εξελιχθεί σε αντιπαράθεση γεωοικονομικής κυριαρχίας. Οι δασμοί αποτελούν την ορατή πλευρά της σύγκρουσης, όχι τον πυρήνα της. Ο πυρήνας βρίσκεται στον έλεγχο των εισροών χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να λειτουργήσει η οικονομία υψηλής τεχνολογίας. Στον 20ό αιώνα, η ισχύς μετριόταν κυρίως με βιομηχανική παραγωγή, στρατιωτική δυνατότητα, πρόσβαση σε ενέργεια και νομισματική επιρροή. Στον 21ο αιώνα, τα ίδια στοιχεία παραμένουν κρίσιμα, αλλά συμπληρώνονται από την πρόσβαση σε ημιαγωγούς, αλγοριθμικές υποδομές, δεδομένα, κρίσιμα μέταλλα, πλατφόρμες υπολογιστικής ισχύος και δίκτυα εφοδιασμού. Η Κίνα δεν χρειάζεται να υπερέχει σε όλα αυτά τα πεδία για να καταστεί στρατηγικά επικίνδυνη για την αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Αρκεί να κατέχει ορισμένους αποφασιστικούς κόμβους, να μπορεί να προκαλεί καθυστερήσεις, να αυξάνει το κόστος, να δημιουργεί αβεβαιότητα και να υπενθυμίζει ότι η παγκόσμια οικονομία δεν μπορεί να αναδιοργανωθεί άμεσα χωρίς κινεζική συμμετοχή.

Η συνάντηση Τραμπ–Σι πρέπει συνεπώς να κατανοηθεί ως διαπραγμάτευση εντός ασύμμετρης αλληλεξάρτησης. Η έννοια αυτή είναι κρίσιμη. Η αλληλεξάρτηση δεν σημαίνει ισότητα. Οι δύο πλευρές χρειάζονται η μία την άλλη, αλλά με διαφορετικό τρόπο, σε διαφορετικό βάθος και με διαφορετικές ευαλωτότητες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται σταθερότητα στις τιμές, προβλεψιμότητα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, πρόσβαση σε κρίσιμα υλικά, αγορές για αγροτικά και βιομηχανικά προϊόντα και αποφυγή μιας κρίσης που θα επιβαρύνει την εσωτερική οικονομία. Η Κίνα χρειάζεται πρόσβαση σε καταναλωτικές αγορές, σε προηγμένη τεχνολογία, σε χρηματοδοτικές ροές, σε ενεργειακές εισαγωγές και σε διεθνές περιβάλλον που δεν θα επιταχύνει την τεχνολογική της περικύκλωση. Η διαπραγμάτευση δεν αφορά μόνο ποια πλευρά έχει περισσότερα μέσα, αλλά ποια πλευρά μπορεί να αντέξει περισσότερο το κόστος χρήσης αυτών των μέσων.

Η πολιτική ιδιαιτερότητα του Τραμπ βρίσκεται στο ότι επιχειρεί να μετατρέψει αυτή την πολύπλοκη σχέση σε συναλλακτικό πεδίο. Η λογική του είναι γνωστή: πίεση, απειλή κλιμάκωσης, διμερής διαπραγμάτευση, απαίτηση άμεσου και μετρήσιμου ανταλλάγματος. Σε ορισμένα εμπορικά ζητήματα αυτή η μέθοδος μπορεί να αποδώσει, επειδή παράγει γρήγορα αποτελέσματα, ιδίως όταν ο συνομιλητής έχει λόγους να αποφύγει την άμεση σύγκρουση. Στην περίπτωση της Κίνας όμως το συναλλακτικό σχήμα έχει περιορισμούς. Το Πεκίνο δεν διαπραγματεύεται μόνο όγκους αγορών, ποσοστά δασμών ή επιμέρους εμπορικές ροές. Διαπραγματεύεται τον βαθμό στον οποίο θα μπορέσει να συνεχίσει την τεχνολογική του άνοδο χωρίς να εγκλωβιστεί σε μια αρχιτεκτονική αμερικανικών περιορισμών. Από αυτή την άποψη, ακόμη και μια μεγάλη συμφωνία για αγορές αμερικανικών προϊόντων θα είχε περιορισμένη στρατηγική σημασία εάν δεν συνοδευόταν από σαφέστερη ρύθμιση των τεχνολογικών και βιομηχανικών σημείων τριβής.

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι το πεδίο όπου η εμπορική διαπραγμάτευση συναντά τη στρατηγική ασφάλεια με τον πιο άμεσο τρόπο. Οι δύο πλευρές έχουν λόγους να επιθυμούν δίαυλο επικοινωνίας, διότι η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί κινδύνους σε κυβερνοασφάλεια, στρατιωτική διοίκηση, πληροφοριακές επιχειρήσεις και κρίσιμες υποδομές. Ταυτόχρονα, καμία πλευρά δεν θέλει να περιορίσει μονομερώς την τεχνολογική της δυναμική. Οι επενδυτές και οι τεχνολογικές επιχειρήσεις ζητούν σταθερότητα και περιορισμό της πολιτικής παρέμβασης, όμως οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν την τεχνητή νοημοσύνη ως τεχνολογία διπλής χρήσης και επομένως ως αντικείμενο κρατικής εποπτείας. Το Reuters σημειώνει ότι η δυσπιστία και ο τεχνολογικός ανταγωνισμός μειώνουν τις προσδοκίες για ουσιαστική συμφωνία στην τεχνητή νοημοσύνη, παρά την πρόθεση να τεθεί το θέμα στη σύνοδο.

Η παρουσία μεγάλων αμερικανικών επιχειρηματικών ονομάτων στην αποστολή Τραμπ, μεταξύ των οποίων επικεφαλής εταιρειών τεχνολογίας, αεροναυπηγικής, χρηματοδότησης και βιομηχανίας, αποτυπώνει μια άλλη κρίσιμη μεταβολή: οι πολυεθνικές εταιρείες δεν βρίσκονται πλέον έξω από τη στρατηγική αντιπαράθεση των κρατών. Αποτελούν μέρος της. Η παλαιότερη διάκριση ανάμεσα σε «πολιτική» και «οικονομία» αποδυναμώνεται. Οι αποφάσεις για τσιπ, λογισμικό, παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων, αεροσκάφη, επενδύσεις, δεδομένα και άδειες εξαγωγής έχουν άμεση γεωπολιτική σημασία. Οι εταιρείες επιδιώκουν κέρδη και πρόσβαση σε αγορές, αλλά η λειτουργία τους διέρχεται πλέον μέσα από φίλτρα εθνικής ασφάλειας. Το κράτος, από την πλευρά του, χρειάζεται τις εταιρείες για να υλοποιήσει στρατηγική. Αυτή η αμοιβαία εξάρτηση κράτους και ιδιωτικής τεχνολογικής ισχύος αποτελεί θεμελιώδες γνώρισμα της νέας γεωοικονομίας.

Η Ταϊβάν προσδίδει στη σύνοδο το πιο ευαίσθητο γεωπολιτικό φορτίο. Το θέμα δεν περιορίζεται στην κλασική αντιπαράθεση κυριαρχίας. Η Ταϊβάν βρίσκεται στο σημείο όπου τέμνονται η περιφερειακή αποτροπή, η αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών στον Ινδο-Ειρηνικό, η κινεζική εθνική αφήγηση και η παγκόσμια τεχνολογική ασφάλεια. Η Ταϊπέι,δηλώνει εμπιστοσύνη στις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον, αλλά ελπίζει να μη υπάρξουν «εκπλήξεις» από τη συνάντηση Τραμπ–Σι. Αυτή η διατύπωση είναι πολιτικά αποκαλυπτική, διότι δείχνει τον φόβο μικρότερων αλλά στρατηγικά κρίσιμων δρώντων ότι οι μεγάλες δυνάμεις μπορεί να μετατρέψουν τις δεσμεύσεις ασφαλείας σε αντικείμενο ευρύτερης συναλλαγής.

Η κινεζική πλευρά γνωρίζει ότι η Ταϊβάν αποτελεί πεδίο όπου η αμερικανική στρατηγική ασάφεια έχει λειτουργήσει επί δεκαετίες ως μηχανισμός αποτροπής. Γνωρίζει επίσης ότι ο Τραμπ προσεγγίζει συχνά τις διεθνείς δεσμεύσεις με όρους κόστους και ανταλλάγματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι επίκειται εγκατάλειψη της Ταϊβάν ή ανατροπή της αμερικανικής πολιτικής. Σημαίνει όμως ότι το Πεκίνο θα επιχειρήσει να διερευνήσει τα όρια της αμερικανικής θέσης, ιδίως ως προς τις πωλήσεις όπλων και τη στρατιωτική στήριξη. Η Ουάσιγκτον, αντιθέτως, πρέπει να αποτρέψει την εντύπωση ότι οποιοδήποτε ζήτημα ζωτικής στρατηγικής σημασίας μπορεί να μετατραπεί σε υποσημείωση μιας εμπορικής συμφωνίας. Η σταθερότητα στην Ταϊβάν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη σαφήνεια των ορίων, ακόμη και όταν η διπλωματική γλώσσα παραμένει προσεκτικά αμφίσημη.

Στο εσωτερικό επίπεδο, η σύνοδος λειτουργεί και ως παράδειγμα «διεθνούς διαπραγμάτευσης δύο επιπέδων». Ο Τραμπ δεν διαπραγματεύεται μόνο με τον Σι. Διαπραγματεύεται ταυτόχρονα με το αμερικανικό ακροατήριο, με τους αγρότες που χρειάζονται εξαγωγές, με τις βιομηχανίες που φοβούνται διαταραχές εφοδιασμού, με τις τεχνολογικές εταιρείες που επιθυμούν πρόσβαση στην κινεζική αγορά, με τους κύκλους εθνικής ασφάλειας που απαιτούν περιορισμούς και με τους ψηφοφόρους που αξιολογούν την οικονομική καθημερινότητα. Ο Σι, αντίστοιχα, δεν διαπραγματεύεται μόνο με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Διαπραγματεύεται με τις ανάγκες της κινεζικής οικονομίας, με την απαίτηση τεχνολογικής αυτάρκειας, με την ανάγκη προβολής ισχύος στο εσωτερικό και με την επιδίωξη να εμφανιστεί η Κίνα ως δύναμη που δεν υποχωρεί υπό εξωτερική πίεση. Αυτή η διπλή εσωτερική και διεθνής λογική καθιστά κάθε συμφωνία εύθραυστη, διότι πρέπει να είναι ταυτόχρονα αποδεκτή στο τραπέζι και πολιτικά αξιοποιήσιμη στο εσωτερικό.

Η κρίση στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και η συζήτηση για την ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρόμων προσθέτουν στη σύνοδο έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας, χωρίς όμως να μεταβάλλουν τον βασικό χαρακτήρα της. Το ζήτημα των ενεργειακών ροών και του Στενού του Ορμούζ ενδιαφέρει άμεσα την Κίνα λόγω των εισαγωγικών της αναγκών, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούν να διατηρήσουν τον ρόλο της δύναμης που μπορεί να επηρεάζει τη σταθερότητα κρίσιμων διεθνών περασμάτων. Ο Τραμπ έχει υποβαθμίσει δημόσια την ανάγκη κινεζικής βοήθειας, αλλά τα διεθνή ρεπορτάζ επισημαίνουν ότι το θέμα παραμένει στην ατζέντα λόγω των επιπτώσεών του σε ενέργεια, πληθωρισμό και παγκόσμια οικονομία. Το σημείο αυτό έχει σημασία επειδή αναδεικνύει τον νέο ρόλο του Πεκίνου: η Κίνα δεν είναι πλέον απλός οικονομικός παίκτης που παρακολουθεί κρίσεις από απόσταση, αλλά δύναμη της οποίας οι ενεργειακές, εμπορικές και διπλωματικές σχέσεις επηρεάζουν τον τρόπο διαχείρισης διεθνών κρίσεων.

Η Ευρώπη παρακολουθεί τη σύνοδο από θέση στρατηγικής αμηχανίας. Η αμερικανοκινεζική αντιπαράθεση την αφορά άμεσα, διότι επηρεάζει την ευρωπαϊκή βιομηχανία, τις τιμές ενέργειας, την πρόσβαση σε κρίσιμα υλικά, την αγορά ηλεκτρικών οχημάτων, τις τεχνολογικές αλυσίδες και τη συνοχή της Δύσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να αγνοήσει την κινεζική βιομηχανική ισχύ, ιδίως όταν αυτή συνδέεται με κρατικές επιδοτήσεις και επιθετική εξαγωγική δυναμική. Δεν μπορεί όμως ούτε να ακολουθεί μηχανικά μια αμερικανική στρατηγική που συχνά μεταφέρει κόστος στους συμμάχους χωρίς επαρκή συντονισμό. Για την Ελλάδα, η συζήτηση έχει συγκεκριμένες προεκτάσεις: ναυτιλία, λιμένες, εμπορικές διαδρομές, ενέργεια, Ανατολική Μεσόγειος και επενδυτικές ισορροπίες επηρεάζονται από την αναδιάταξη των μεγάλων ροών ισχύος. Η αμερικανοκινεζική σχέση δεν είναι μακρινή υπόθεση. Διαμορφώνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο μικρότερα κράτη χαράσσουν εξωτερική και οικονομική πολιτική.

Το πιθανότερο αποτέλεσμα της συνόδου δεν είναι μια μεγάλη στρατηγική συμφωνία, αλλά μια περιορισμένη σταθεροποίηση. Το Πεκίνο μπορεί να προσφέρει αγορές, ορισμένες διαβεβαιώσεις για κρίσιμα υλικά ή μεγαλύτερη προβλεψιμότητα σε επιμέρους πεδία. Η Ουάσιγκτον μπορεί να αποφύγει νέα άμεση δασμολογική κλιμάκωση, να συζητήσει επιλεκτικές τεχνολογικές εξαιρέσεις ή να διατηρήσει μηχανισμούς επικοινωνίας. Το ουσιώδες όμως είναι ότι καμία τέτοια διευθέτηση δεν ακυρώνει τη δομική σύγκρουση. Η εμπορική εκεχειρία λειτουργεί ως αγορά χρόνου. Η Κίνα θα χρησιμοποιήσει τον χρόνο για να μειώσει τεχνολογικές εξαρτήσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα χρησιμοποιήσουν τον χρόνο για να ανασυγκροτήσουν αλυσίδες εφοδιασμού, να ενισχύσουν συμμαχίες και να διατηρήσουν τεχνολογικά πλεονεκτήματα. Η σταθερότητα, επομένως, δεν σημαίνει συμφιλίωση. Σημαίνει ανταγωνιστική προετοιμασία υπό προσωρινά ελεγχόμενους όρους.

Η βαθύτερη σημασία της συνάντησης βρίσκεται στο ότι αποκαλύπτει ένα διεθνές σύστημα μεταβατικό, χωρίς καθαρή αρχιτεκτονική. Δεν υπάρχει πλέον αδιαμφισβήτητη μονοπολική αμερικανική κυριαρχία. Δεν υπάρχει όμως και πλήρως διαμορφωμένος διπολισμός ισοδύναμων μπλοκ. Υπάρχει ένα υβριδικό περιβάλλον, στο οποίο η αμερικανική υπεροχή παραμένει ισχυρή, η κινεζική άνοδος είναι πραγματική, οι σύμμαχοι αναζητούν περιθώρια αυτονομίας και η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να συνδέει ανταγωνιστές που δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον. Αυτό είναι το παράδοξο της εποχής: η σύγκρουση δεν διεξάγεται μετά την αποσύνδεση, αλλά μέσα στην αλληλεξάρτηση. Η οικονομία δεν λειτουργεί ως αντίβαρο της γεωπολιτικής. Έχει γίνει το κυριότερο πεδίο της.

Η συνάντηση Τραμπ–Σι, συνεπώς, πρέπει να αξιολογηθεί με αυστηρά κριτήρια στρατηγικής λογικής. Επιτυχία δεν θα είναι μια εντυπωσιακή ανακοίνωση ούτε μια πρόσκαιρη επικοινωνιακή νίκη. Επιτυχία θα είναι η αποτροπή νέου κύκλου ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας, η αποσαφήνιση ορισμένων ορίων στην Ταϊβάν, η σταθεροποίηση κρίσιμων βιομηχανικών ροών και η αποφυγή τεχνολογικής ρήξης που θα συμπαρέσυρε την παγκόσμια οικονομία. Αποτυχία δεν θα είναι απλώς η απουσία μεγάλης συμφωνίας. Αποτυχία θα είναι η ενίσχυση της πεποίθησης και στις δύο πλευρές ότι η άλλη κατανοεί μόνο τη γλώσσα του εξαναγκασμού. Σε μια τέτοια περίπτωση, κάθε επόμενο επεισόδιο —ένας δασμός, ένας περιορισμός εξαγωγών, μια στρατιωτική κίνηση, μια απόφαση για μικροτσίπ, μια άδεια για σπάνιες γαίες— θα μπορούσε να αποκτήσει δυσανάλογη σημασία.

Το πραγματικό ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν ο Τραμπ θα αποσπάσει μια συμφωνία που μπορεί να παρουσιάσει ως νίκη ούτε αν ο Σι θα εμφανίσει τη σύνοδο ως αναγνώριση της κινεζικής ισχύος. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι δύο μεγάλες δυνάμεις μπορούν να διαμορφώσουν κανόνες αντιπαλότητας πριν η αντιπαλότητα ξεπεράσει τους κανόνες. Η αμερικανοκινεζική σχέση έχει εισέλθει σε φάση ελεγχόμενης δυσπιστίας: οι δύο πλευρές δεν εμπιστεύονται η μία την άλλη, δεν μπορούν να αποκοπούν πλήρως, δεν επιθυμούν άμεση σύγκρουση και ταυτόχρονα δεν εγκαταλείπουν τους μακροπρόθεσμους στρατηγικούς τους στόχους.