Η δεύτερη διοίκηση Τραμπ εκφράζει μια ευρύτερη κοινωνική ανασύνθεση της αμερικανικής πολιτικής, η οποία δεν περιορίζεται στην προσωπική επιρροή του προέδρου ή στην οργανωτική ισχύ του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Στον πυρήνα της βρίσκεται η μεταβολή των σχέσεων ανάμεσα σε τάξη, πολιτισμική ταυτότητα, γεωγραφία, εκπαίδευση και κομματική ένταξη. Ο τραμπισμός λειτουργεί ως πολιτική μορφή ενοποίησης κοινωνικών στρωμάτων που θεωρούν ότι έχουν χάσει επιρροή μέσα στη μεταβιομηχανική, τεχνοκρατική και πολιτισμικά φιλελεύθερη Αμερική. Η εσωτερική πολιτική της περιόδου δεν εξηγείται μόνο από τις αποφάσεις της διοίκησης, αλλά από τη βαθύτερη αναδιάταξη του κοινωνικού μπλοκ που της δίνει αντοχή.
Η πολιτική βάση του Τραμπ συγκροτείται από τη σύζευξη δύο διαφορετικών ανασφαλειών: υλικής και συμβολικής. Η υλική ανασφάλεια αφορά κόστος ζωής, μισθούς, στέγη, υγεία, ενεργειακές τιμές, εργασιακή σταθερότητα και περιφερειακή οικονομική παρακμή. Η συμβολική ανασφάλεια αφορά σύνορα, πολιτισμική μεταβολή, εθνική ταυτότητα, εκπαιδευτικές ελίτ, φυλετικές και αξιακές αντιπαραθέσεις, καθώς και την αίσθηση ότι η δημόσια γλώσσα της χώρας έχει απομακρυνθεί από εμπειρίες μεγάλων κοινωνικών ομάδων. Ο τραμπισμός αποκτά δύναμη επειδή δεν διαχωρίζει αυτές τις δύο ανασφάλειες. Τις ενώνει σε ένα ενιαίο πολιτικό αφήγημα απώλειας και ανάκτησης.
Η οικονομική διάσταση αυτής της συμμαχίας παραμένει καθοριστική. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η διοίκηση αντιμετωπίζει σοβαρό έλλειμμα εμπιστοσύνης στο πεδίο της οικονομίας. Η Economist/YouGov κατέγραψε ότι το 61% των Αμερικανών θεωρεί πως η οικονομία χειροτερεύει, ενώ η διαχείριση του πληθωρισμού και των τιμών από τον Τραμπ συγκεντρώνει ιδιαίτερα υψηλή αποδοκιμασία. Παράλληλα, νεότερη μέτρηση της ίδιας σειράς δείχνει συνολική προεδρική αποδοχή 36% και αποδοκιμασία 58%, στοιχείο που υποδηλώνει ευρύτερη δυσπιστία απέναντι στη διακυβέρνηση. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η κοινωνική συμμαχία του Τραμπ διαθέτει ισχυρή ταυτοτική συνοχή, αλλά δεν είναι απρόσβλητη από την υλική δυσαρέσκεια.
Η έννοια της «ταυτοτικής συνοχής» είναι κρίσιμη. Η υποστήριξη προς τον Τραμπ δεν αποτελεί απλή αντίδραση σε οικονομικούς δείκτες. Περιλαμβάνει αίσθηση πολιτισμικής εκπροσώπησης, δυσπιστία προς θεσμούς, αντιπάθεια προς φιλελεύθερες ελίτ, επιθυμία αυστηρότερων συνόρων και αναζήτηση ενός κράτους που αναγνωρίζει την κοινωνική αξία ομάδων οι οποίες θεωρούν ότι περιφρονήθηκαν. Αυτό εξηγεί γιατί η βάση του προέδρου μπορεί να παραμένει ανθεκτική παρά την αρνητική οικονομική διάθεση. Η ταυτότητα λειτουργεί ως φίλτρο ερμηνείας της οικονομικής πραγματικότητας. Η ακρίβεια μπορεί να αποδοθεί σε προηγούμενες κυβερνήσεις, σε παγκόσμιες αγορές, σε μετανάστευση, σε επιχειρηματικές ελίτ ή σε διεθνείς ανταγωνιστές, εφόσον το πολιτικό αφήγημα παρέχει πειστικούς φορείς ευθύνης.
Η ανθεκτικότητα αυτή έχει όρια. Οι εκλογικές συμμαχίες που βασίζονται σε ισχυρή πολιτισμική ταύτιση χρειάζονται παράλληλα υλική επιβεβαίωση. Η πολιτισμική εκπροσώπηση προσφέρει πολιτική πίστη, αλλά η καθημερινή οικονομική πίεση περιορίζει τον χρόνο ανοχής. Οι ψηφοφόροι μπορεί να αποδέχονται μια σκληρή μεταναστευτική πολιτική, να στηρίζουν την αντιπαράθεση με τα πανεπιστήμια ή να επιδοκιμάζουν την κριτική στη γραφειοκρατία. Η αξιολόγηση των τιμών, των μισθών και του κόστους κατοικίας λειτουργεί με διαφορετικό ρυθμό. Εκεί η πίστη δοκιμάζεται από εμπειρίες που δεν μπορούν να απορροφηθούν πλήρως από το συμβολικό επίπεδο.
Η διοίκηση Τραμπ επιχειρεί να σταθεροποιήσει αυτή τη συμμαχία μέσω πολιτικών που συνδυάζουν κοινωνικό συντηρητισμό, οικονομικό εθνικισμό και διοικητική επιβολή. Η μεταναστευτική αυστηρότητα προσφέρει ορατό δείκτη ελέγχου. Οι δασμοί και η βιομηχανική πολιτική υποδηλώνουν πρόθεση προστασίας της εγχώριας παραγωγής. Η επίθεση στη γραφειοκρατία και στις φιλελεύθερες ελίτ ενισχύει την αίσθηση πολιτικής αντιπροσώπευσης. Το πρόβλημα αυτής της σύνθεσης είναι ότι οι τρεις άξονες δεν αποδίδουν με την ίδια ταχύτητα. Η συμβολική πολιτική αποδίδει άμεσα. Η διοικητική αναδιάταξη αποδίδει μεσοπρόθεσμα. Η οικονομική ανασυγκρότηση απαιτεί χρόνο, συντονισμό και δημοσιονομική αντοχή.
Η κοινωνική ανασύνθεση της αμερικανικής πολιτικής φαίνεται και στη μετατόπιση της έννοιας της εργατικής πολιτικής. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα υπό τον Τραμπ διεκδικεί όλο και περισσότερο να εκπροσωπεί στρώματα χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση, εργαζομένους σε περιοχές αποβιομηχάνισης, αγροτικές κοινότητες, μικρομεσαία επαγγελματικά στρώματα και πολίτες που αντιλαμβάνονται την παγκοσμιοποίηση ως απώλεια τοπικού ελέγχου. Αυτή η διεκδίκηση δεν μετατρέπει αυτομάτως το κόμμα σε κλασικό εργατικό κόμμα. Δημιουργεί όμως νέα μορφή συντηρητικού λαϊκού μπλοκ, όπου η οικονομική δυσαρέσκεια συνδέεται με εθνική και πολιτισμική γλώσσα αντί με παραδοσιακή ταξική αριστερή πολιτική.
Οι Δημοκρατικοί αντιμετωπίζουν δυσκολία απέναντι σε αυτή τη μετατόπιση. Η κοινωνική τους συμμαχία περιλαμβάνει μορφωμένα αστικά στρώματα, μειονότητες, νεότερους ψηφοφόρους, επαγγελματικές τάξεις, προοδευτικά κοινωνικά κινήματα και τμήματα εργαζομένων. Η συνένωση αυτών των ομάδων σε ενιαία πολιτική γλώσσα είναι όλο και πιο δύσκολη. Η έμφαση στη θεσμική προστασία, στα δικαιώματα και στην πολυπολιτισμική συμπερίληψη παραμένει κεντρική, όμως δεν απαντά πάντοτε πειστικά στην υλική αγωνία ψηφοφόρων που θεωρούν ότι η οικονομική τους θέση επιδεινώθηκε μέσα σε ένα σύστημα που οι Δημοκρατικοί συχνά εμφανίζονται να υπερασπίζονται. Το πρόβλημα των Δημοκρατικών δεν είναι μόνο επικοινωνιακό· είναι κοινωνιολογικό.
Η πολιτική κοινωνιολογία της περιόδου δείχνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κινούνται προς βαθύτερη αντιστοίχιση κομματικής ταυτότητας και τρόπου ζωής. Η κομματική επιλογή ενσωματώνει μορφωτικό επίπεδο, τόπο κατοικίας, σχέση με τη θρησκεία, στάση απέναντι στη μετανάστευση, αντίληψη για το κράτος, εμπιστοσύνη προς τους ειδικούς, οικονομική εμπειρία και πολιτισμική αυτοεικόνα. Αυτό παράγει ισχυρή σταθερότητα βάσεων αλλά δυσκολεύει τη διακυβέρνηση. Όταν το κόμμα γίνεται ταυτότητα, η αντιπολίτευση εκλαμβάνεται ως υπαρξιακή απειλή. Η πολιτική διαφωνία χάνει τον χαρακτήρα διαπραγμάτευσης πολιτικών και αποκτά χαρακτήρα σύγκρουσης κοινωνικών κόσμων.
Η διοίκηση Τραμπ αξιοποιεί αυτή τη συνθήκη με υψηλή αποτελεσματικότητα στο επίπεδο της κινητοποίησης. Η γλώσσα της αποκατάστασης, του ελέγχου, της κυριαρχίας και της σύγκρουσης με ελίτ οργανώνει μια πολιτική κοινότητα που αισθάνεται αναγνωρισμένη. Η κυβερνητική πρόκληση αφορά τη μετατροπή αυτής της αναγνώρισης σε σταθερή πλειοψηφική νομιμοποίηση. Οι δημοσκοπικοί δείκτες αποδοκιμασίας δείχνουν ότι η ταυτοτική συσπείρωση δεν αρκεί για ευρεία κοινωνική αποδοχή όταν η οικονομική αξιολόγηση είναι αρνητική.
Το ζήτημα της εμπιστοσύνης διατρέχει όλη τη συγκυρία. Η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς, προς την οικονομία, προς τα κόμματα και προς την ομοσπονδιακή διοίκηση έχει διαβρωθεί. Ο Τραμπ δεν προσπαθεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη με τεχνοκρατική συναίνεση. Προσπαθεί να την αντικαταστήσει με πολιτική ταύτιση. Αυτό σημαίνει ότι οι πολίτες δεν καλούνται απλώς να εμπιστευθούν το κράτος· καλούνται να εμπιστευθούν έναν πρόεδρο που υπόσχεται να το καταστήσει ξανά εργαλείο της δικής τους κοινωνικής πλευράς. Η στρατηγική αυτή παράγει έντονη πίστη στους υποστηρικτές και έντονο φόβο στους αντιπάλους. Η κοινή θεσμική εμπιστοσύνη συρρικνώνεται.
Η μακροπρόθεσμη συνέπεια αυτής της ανασύνθεσης είναι η δυσκολία παραγωγής σταθερών κυβερνητικών συμβιβασμών. Όταν οι κοινωνικές συμμαχίες οργανώνονται γύρω από ανταγωνιστικές αντιλήψεις πατρίδας, δικαιοσύνης, τάξης, ελευθερίας και οικονομικής προστασίας, το πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται να παραγάγει κοινά αποδεκτές λύσεις. Η διοίκηση Τραμπ επιλέγει σύγκρουση ως μέσο καθαρότητας και κινητοποίησης. Η σύγκρουση όμως αυξάνει το κόστος συναινέσεων που θα απαιτηθούν για οικονομική, δημοσιονομική και θεσμική σταθερότητα.
Το συμπέρασμα είναι ότι η δεύτερη διοίκηση Τραμπ δεν αποτελεί απλώς κυβερνητική περίοδο υψηλής πόλωσης. Αποτελεί έκφραση μιας βαθύτερης αναδιάταξης της αμερικανικής κοινωνικής πολιτικής. Ο τραμπισμός συγκροτεί κοινωνική συμμαχία που ενώνει υλική ανασφάλεια και συμβολική απώλεια σε κοινή πολιτική γλώσσα. Η αντοχή της συμμαχίας αυτής εξαρτάται από την ικανότητα της διοίκησης να προσφέρει υλική επιβεβαίωση στην ταυτοτική της υπόσχεση.
Πρόσφατα σχόλια