Η χρήση στρατιωτικών, ναυτικών και διπλωματικών μέσων στο εξωτερικό δεν κρίνεται πλέον μόνο με βάση τη στρατηγική αναγκαιότητα ή την επιχειρησιακή της αποτελεσματικότητα. Κρίνεται και με βάση το αν η κοινωνία αισθάνεται ότι η απόφαση εκφράζει πραγματικά το δικό της συμφέρον, τη δική της αντοχή και τη δική της αντίληψη περί προτεραιοτήτων. Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει την υλική ικανότητα να επιχειρεί σε κρίσιμες περιοχές. Η πολιτική δυσκολία βρίσκεται στο ότι όλο και μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας δεν αποδέχεται άκριτα πως κάθε επίκληση της διεθνούς τάξης ταυτίζεται αυτομάτως με το εθνικό συμφέρον των Αμερικανών πολιτών.

Η έννοια της αντιπροσώπευσης εδώ δεν αφορά μόνο την εκλογική εντολή. Αφορά το εάν οι μεγάλες αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής μεταφράζουν τις κοινωνικές προτεραιότητες ή αν παράγονται από ένα σχετικά κλειστό σύστημα στρατηγικών, θεσμικών και γραφειοκρατικών ελίτ που λειτουργεί με δική του λογική συνέχειας. Η απόφαση για επιχειρήσεις στον Περσικό Κόλπο μπορεί να αιτιολογείται με όρους ναυσιπλοΐας, αποτροπής και προστασίας ενεργειακών ροών. Στο εσωτερικό, όμως, προσλαμβάνεται μέσα από διαφορετικά φίλτρα: κόστος ζωής, θεσμική εμπιστοσύνη, κόπωση από προηγούμενους πολέμους, δυσπιστία προς τις ελίτ και αμφιβολία για τον επιμερισμό των βαρών. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτά τα δύο επίπεδα παράγει κρίση αντιπροσώπευσης.

Το θεσμικό σκέλος αυτής της κρίσης είναι εμφανές στη συζήτηση περί πολεμικών εξουσιών. Η διοίκηση Τραμπ υποστήριξε ότι οι εχθροπραξίες με το Ιράν είχαν τερματιστεί με την εκεχειρία της 7ης Απριλίου, με αποτέλεσμα να μη συνεχίζει να τρέχει η προθεσμία των 60 ημερών της War Powers Resolution· η Lawfare σημείωσε ότι η κυβέρνηση στηρίχθηκε στο επιχείρημα πως δεν υπήρξε ανταλλαγή πυρών μεταξύ αμερικανικών και ιρανικών δυνάμεων μετά την ημερομηνία αυτή, παρά τη συνεχιζόμενη ένταση και τις συναφείς επιχειρησιακές κινήσεις. Το ζήτημα δεν εξαντλείται στη νομική ερμηνεία. Η ουσία βρίσκεται στο ποιος έχει την αρμοδιότητα να ορίσει πολιτικά πότε μια χώρα βρίσκεται σε κατάσταση πολεμικής εμπλοκής και πότε η εμπλοκή θεωρείται αρκετά περιορισμένη ώστε να μην απαιτεί πλήρη νομοθετική εξουσιοδότηση.

Η κρίση αντιπροσώπευσης βαθαίνει όταν οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι η διάκριση ανάμεσα σε πόλεμο, εκεχειρία, ναυτικό αποκλεισμό, συνοδεία πλοίων και επιχειρησιακή πίεση γίνεται αντικείμενο τεχνικής γλώσσας που δεν ελέγχεται εύκολα δημοκρατικά. Η εκτελεστική εξουσία έχει κίνητρο να διατηρεί ευελιξία. Το Κογκρέσο έχει θεσμική αρμοδιότητα αλλά συχνά περιορισμένη πολιτική βούληση να αναλάβει πλήρως το βάρος μιας σύγκρουσης με τον πρόεδρο. Η κοινωνία, από την πλευρά της, βλέπει το αποτέλεσμα: δυνάμεις αναπτύσσονται, τιμές αυξάνονται, αγορές ανησυχούν, και το πολιτικό σύστημα συζητά αν η κατάσταση συνιστά νομικά «εχθροπραξίες». Αυτή η απόσταση ανάμεσα στη θεσμική ορολογία και στην κοινωνική εμπειρία υπονομεύει τη νομιμοποίηση.

Η ενεργειακή διάσταση δίνει στην κρίση αντιπροσώπευσης άμεσο κοινωνικό περιεχόμενο. Το Pew Research Center κατέγραψε ότι η αύξηση των τιμών βενζίνης ήταν η μεγαλύτερη ανησυχία των Αμερικανών σχετικά με τον πόλεμο με το Ιράν, με 69% να δηλώνει ανησυχία. Η σημασία αυτού του στοιχείου βρίσκεται στο ότι μετατρέπει μια εξωτερική κρίση σε εσωτερική αξιολόγηση κυβερνητικής προτεραιότητας. Ο πολίτης δεν απορρίπτει απαραίτητα την ανάγκη διεθνούς δράσης. Αμφισβητεί όμως τη διαδικασία με την οποία η διεθνής δράση προηγείται της εσωτερικής οικονομικής ασφάλειας ή παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη χωρίς επαρκή δημόσια εξήγηση.

Η πολιτική αντιπροσώπευση της ισχύος απαιτεί ικανότητα μετάφρασης. Η κυβέρνηση οφείλει να μεταφράσει τη στρατηγική ανάγκη σε κοινωνικά κατανοητό λόγο. Η φράση «προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας» έχει θεσμικό και γεωπολιτικό βάρος, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για έναν πολίτη που αντιμετωπίζει αύξηση κόστους καυσίμων, ενοικίου, τροφίμων ή μεταφορών. Η πολιτική γλώσσα πρέπει να απαντά στο ερώτημα της εσωτερικής ανταπόδοσης: με ποιον τρόπο η χρήση ισχύος προστατεύει όχι μόνο την αφηρημένη διεθνή τάξη, αλλά την πραγματική οικονομική και κοινωνική ασφάλεια της χώρας;

Η δυσκολία για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ότι η ηγεμονική τους λειτουργία έχει ιστορικά στηριχθεί σε μια μορφή στρατηγικού αυτοματισμού. Η χώρα παρείχε ασφάλεια, οι σύμμαχοι ευθυγραμμίζονταν, οι αγορές λειτουργούσαν, η αμερικανική οικονομία ωφελούνταν από τη δομή που η ίδια εγγυόταν. Το μοντέλο αυτό δεν έχει καταρρεύσει, αλλά η εσωτερική του αποδοχή έχει εξασθενήσει. Η κοινωνία ζητά πιο άμεση λογοδοσία. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν η αμερικανική ηγεσία ωφελεί γενικά τη χώρα σε βάθος χρόνου. Είναι αν το συγκεκριμένο κόστος της συγκεκριμένης εμπλοκής δικαιολογείται από συγκεκριμένο και κατανοητό όφελος.

Η κρίση αντιπροσώπευσης εμφανίζεται επίσης στην εσωτερική σύγκρουση γύρω από το ποιος δικαιούται να ορίσει το εθνικό συμφέρον. Η στρατηγική κοινότητα τείνει να σκέφτεται με όρους διεθνούς σταθερότητας, αξιοπιστίας, συμμαχικής αρχιτεκτονικής και αποτροπής. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας σκέφτεται με όρους κόστους ζωής, κοινωνικής φθοράς, στρατιωτικής κόπωσης και δυσπιστίας προς προηγούμενες υποσχέσεις περιορισμένων επιχειρήσεων. Η ένταση ανάμεσα στα δύο επίπεδα δεν επιλύεται με απλή επίκληση πατριωτισμού. Χρειάζεται νέα θεσμική ειλικρίνεια για το κόστος, τους σκοπούς και τα όρια της χρήσης ισχύος.

Η διοίκηση Τραμπ βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση επειδή το δικό της πολιτικό αφήγημα στηρίχθηκε στην καταγγελία της παλαιάς εξωτερικοπολιτικής συναίνεσης. Όταν ένας πρόεδρος που εξελέγη καταγγέλλοντας την υπερέκταση καλείται να διαχειριστεί μια κρίση που απαιτεί διεθνή ηγεσία, η αντιπροσώπευση γίνεται πιο απαιτητική. Δεν αρκεί να πείσει το παραδοσιακό κατεστημένο ασφαλείας. Πρέπει να πείσει μια βάση που έχει μάθει να υποψιάζεται το κατεστημένο ασφαλείας. Δεν αρκεί να επικαλεστεί τη διεθνή αξιοπιστία. Πρέπει να αποδείξει ότι η αξιοπιστία αυτή δεν μετατρέπεται ξανά σε ανοιχτό λογαριασμό για την αμερικανική κοινωνία.

Ένα πολιτικό σύστημα με ισχυρή αντιπροσώπευση μπορεί να συζητά το κόστος της ισχύος χωρίς να ταυτίζει κάθε αμφισβήτηση με αδυναμία. Μπορεί να επιτρέπει στο Κογκρέσο να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο χωρίς να εμφανίζεται ως υπονόμευση της εθνικής ασφάλειας. Μπορεί να εξηγεί στην κοινωνία γιατί ορισμένα διεθνή κόστη είναι αναγκαία, αλλά και να αναγνωρίζει ότι η ανοχή δεν είναι ανεξάντλητη. Η αμερικανική δυσκολία σήμερα είναι ότι οι θεσμοί, τα κόμματα και η κοινωνία δεν μοιράζονται πλέον ενιαία αντίληψη για το τι σημαίνει υπεύθυνη χρήση ισχύος.