Ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε μεγάλο κόμμα επειδή συμπύκνωσε τη ρήξη ανάμεσα σε ένα ευρύ κοινωνικό σώμα και στο μεταπολιτευτικό σύστημα που θεωρήθηκε υπεύθυνο για τη χρεοκοπία, τη λιτότητα, την επιτήρηση και την απώλεια εθνικής αξιοπρέπειας. Το 2012–2015 ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν κανάλι εκτόνωσης μιας βαθιάς κρίσης αντιπροσώπευσης. Ήταν ο φορέας μέσα από τον οποίο τμήματα της κοινωνίας τιμώρησαν το ΠΑΣΟΚ, αμφισβήτησαν τη ΝΔ, απέρριψαν την τεχνοκρατική γλώσσα της μνημονιακής προσαρμογής και πίστεψαν ότι η πολιτική βούληση μπορούσε να ανατρέψει τους δημοσιονομικούς και ευρωπαϊκούς καταναγκασμούς.

Η δύναμη αυτής της ανόδου ήταν ακριβώς και η αδυναμία της. Ο ΣΥΡΙΖΑ συγκρότησε μια αρνητική κοινωνική συμμαχία, δηλαδή μια συμμαχία που ήξερε τι απορρίπτει, αλλά όχι απαραίτητα τι μπορεί να οικοδομήσει με εσωτερική συνοχή. Άνεργοι, δημόσιοι υπάλληλοι, ιδιωτικοί μισθωτοί υπό πίεση, μικρομεσαίοι κατεστραμμένοι από φόρους και ύφεση, πρώην πασοκικοί ψηφοφόροι χωρίς πολιτική στέγη, ιδεολογικοί αριστεροί, νέοι επισφαλείς, αντισυστημικοί πολίτες και αντιδεξιά ακροατήρια συναντήθηκαν σε ένα κοινό «όχι» προς την παλιά τάξη πραγμάτων. Όμως το κοινό «όχι» δεν ισοδυναμεί με κοινό σχέδιο κράτους, παραγωγής, θεσμών, Ευρώπης και κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε επειδή εξέφρασε μια ιστορική άρνηση· άρχισε να φθείρεται όταν κλήθηκε να τη μετατρέψει σε κυβερνητική πρόταση με κόστος, προτεραιότητες και συγκρούσεις.

Το 2015 ήταν η κορύφωση και ταυτόχρονα η αρχή της διάλυσης του αρχικού μύθου. Η νίκη του Ιανουαρίου με 36,34% και η δεύτερη νίκη του Σεπτεμβρίου με 35,46% έδειξαν ότι η κοινωνική εντολή προς τον ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν στιγμιαία. Ακόμη και μετά τη διαπραγμάτευση, το δημοψήφισμα, τη συμφωνία και τη διάσπαση, μεγάλο μέρος της κοινωνίας επέλεξε να του αναθέσει τη διαχείριση της νέας πραγματικότητας. Αυτό είναι κρίσιμο: η κοινωνία δεν τον εγκατέλειψε αμέσως επειδή συμβιβάστηκε. Του έδωσε χρόνο να αποδείξει ότι, ακόμη και μέσα σε περιορισμούς, μπορούσε να κυβερνήσει με διαφορετικό ήθος, διαφορετική κοινωνική προτεραιότητα και διαφορετική σχέση με το κράτος. Η μετέπειτα κατάρρευση, λοιπόν, δεν εξηγείται μόνο από την υπογραφή του τρίτου μνημονίου. Εξηγείται από το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να μετατρέψει τον αναγκαστικό συμβιβασμό σε νέο πειστικό πολιτικό αφήγημα.

Εκεί βρίσκεται ο βαθύτερος πυρήνας της ιστορικής του αποτυχίας. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2015 είχε μετασχηματιστεί σε ένα σοβαρό ευρωπαϊκό κόμμα κοινωνικής δημοκρατίας, με καθαρό πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης, θεσμικής μεταρρύθμισης, κοινωνικής προστασίας και κρατικής αποτελεσματικότητας, ίσως να είχε χάσει ένα μέρος της ριζοσπαστικής του αίγλης αλλά να είχε κερδίσει μακροχρόνια κυβερνητική υπόσταση. Αν, αντιθέτως, είχε επιλέξει καθαρή επιστροφή σε κόμμα κοινωνικής ρήξης, θα έχανε την κυβερνητική του αξιοπιστία αλλά θα διατηρούσε ιδεολογική καθαρότητα. Δεν έκανε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Παρέμεινε σε μια μετέωρη περιοχή: πολύ κυβερνητικός για να πείθει ως ρήξη, πολύ καταγγελτικός για να πείθει ως θεσμική διακυβέρνηση, πολύ αρχηγικός για να γίνει συλλογική παράταξη, πολύ οργανωτικά ρηχός για να επιβιώσει χωρίς αρχηγική συνοχή.

Η ήττα του 2019 με 31,53% μπορούσε ακόμη να κρύψει αυτό το πρόβλημα. Φαινομενικά, ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε την εξουσία αλλά διατηρήθηκε ως μεγάλος δεύτερος πόλος. Στην πραγματικότητα, το 31,53% δεν ήταν απόδειξη σταθερής κοινωνικής θεμελίωσης· ήταν υπόλειμμα της προηγούμενης ιστορικής φόρτισης. Το κόμμα είχε ακόμη τον Τσίπρα, είχε ακόμη τη μνήμη του 2015, είχε ακόμη το αντιδεξιό αντανακλαστικό, είχε ακόμη την αίσθηση ότι μπορεί να επιστρέψει. Δεν είχε όμως απαντήσει στο κεντρικό ερώτημα της μεταμνημονιακής εποχής: ποιο κοινωνικό μπλοκ εκπροσωπεί τώρα που το μνημόνιο δεν λειτουργεί πλέον ως οργανωτική αρχή της πολιτικής; Η περίοδος 2019–2023 έπρεπε να είναι περίοδος ιδεολογικής ανασυγκρότησης. Αντ’ αυτού, έγινε περίοδος αμήχανης αντιπολίτευσης, κατά την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ συχνά στηρίχθηκε περισσότερο στη φθορά της ΝΔ παρά στη δική του παραγωγή νέας εμπιστοσύνης.

Η διπλή εκλογική κατάρρευση του 2023 αποκάλυψε ότι το αντιμνημονιακό κεφάλαιο είχε πια εξαντληθεί. Το 20,07% του Μαΐου και το 17,83% του Ιουνίου δεν ήταν απλώς κακή εκλογική επίδοση. Ήταν αποκαθήλωση από τη θέση του φυσικού εναλλακτικού πόλου εξουσίας. Το 14,92% στις ευρωεκλογές του 2024 επιβεβαίωσε ότι η πτώση δεν ήταν συγκυριακή ούτε διορθωνόταν με αλλαγή ύφους ή ηγεσίας. Η κοινωνία δεν τιμωρούσε απλώς συγκεκριμένα πρόσωπα. Έδειχνε ότι δεν αναγνώριζε πια στο κόμμα εκείνο τη δυνατότητα να οργανώσει προοδευτική εναλλακτική διακυβέρνηση. Σε αυτό το σημείο, η εκλογική πτώση μετατράπηκε σε υπαρξιακή κρίση.

Η μετέπειτα εσωκομματική αποσύνθεση ήταν αποτέλεσμα, όχι αιτία. Η εκλογή Κασσελάκη, η διάσπαση, η δημιουργία της Νέας Αριστεράς, η αδυναμία και της Νέας Αριστεράς να σταθεροποιηθεί, οι νέες αποχωρήσεις του 2026 και η δημοσκοπική ανάδειξη ενός νέου φορέα γύρω από τον Τσίπρα δεν αποτελούν ανεξάρτητα επεισόδια. Είναι εκφράσεις της ίδιας ιστορικής αποκόλλησης: η κοινωνική ενέργεια που κάποτε συγκρατούσε τον ΣΥΡΙΖΑ δεν κατοικεί πια στο κομματικό του σώμα. Η Νέα Αριστερά ιδρύθηκε από 11 αποχωρήσαντες βουλευτές μετά την εκλογή Κασσελάκη και επιδίωξε να εκφράσει μια σύγχρονη οικολογική, φεμινιστική και ριζοσπαστική Αριστερά, αλλά δεν μπόρεσε να αποκτήσει μαζικό κοινωνικό βάθος· το 2026 έχασε και την κοινοβουλευτική της ομάδα μετά από νέες αποχωρήσεις. Η αποσύνθεση δεν αφορούσε μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ ως οργανισμό. Αφορούσε όλο το οικοσύστημα που γεννήθηκε από τη μεγάλη αντιμνημονιακή στιγμή.

Η εξαέρωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι, τελικά, η εξαέρωση μιας πολιτικής γλώσσας που δεν κατάφερε να επιβιώσει της εποχής που τη γέννησε. Το αντιμνημόνιο υπήρξε ισχυρό ιστορικό καύσιμο, αλλά όχι διαρκής ιδρυτική αρχή κόμματος εξουσίας. Όταν η Ελλάδα πέρασε από τη μνημονιακή επιτήρηση στην κοινωνία της ακρίβειας, της στεγαστικής κρίσης, της χαμηλής παραγωγικότητας, των Τεμπών, της θεσμικής δυσπιστίας και της νεανικής επισφάλειας, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να γίνει η οργανική γλώσσα αυτής της νέας εποχής. Έμεινε δεμένος με το τραύμα που τον ανέδειξε. Και τα κόμματα που δεν μπορούν να αποσπαστούν δημιουργικά από την ιστορική τους γέννηση καταλήγουν να γίνονται μνημεία της ίδιας τους της επιτυχίας.