Αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος δεν σημαίνει μόνο μετακίνηση ποσοστών, ούτε μόνο για αναζήτηση νέου δεύτερου πόλου, ούτε μόνο για κρίση συγκεκριμένων κομμάτων. Πρόκειται για κάτι πιο δομικό: για κρίση της ίδιας της πολιτικής αντιπροσώπευσης, δηλαδή της ικανότητας του κομματικού συστήματος να μετατρέπει κοινωνικές εμπειρίες, αγωνίες, συμφέροντα και προσδοκίες σε σταθερές πολιτικές μορφές.

Αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα πριν από το 2027. Η κοινωνία παράγει δυσαρέσκεια, αλλά το πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται να τη μετατρέψει σε πλειοψηφική εναλλακτική. Η κυβέρνηση φθείρεται, αλλά η φθορά της δεν παράγει αυτομάτως αλλαγή. Η αντιπολίτευση κινείται, αλλά η κίνηση δεν ισοδυναμεί με συγκρότηση. Νέα κόμματα εμφανίζονται, παλαιότερα κόμματα αποδυναμώνονται, κοινοβουλευτικές ομάδες διαλύονται, ανεξάρτητοι βουλευτές αυξάνονται, δημοσκοπήσεις μεταβάλλουν την αίσθηση των συσχετισμών. Όλα αυτά είναι πραγματικά. Αλλά είναι συμπτώματα, όχι η ουσία. Η ουσία είναι ότι οι κοινωνικές κατηγορίες που πιέζονται —μισθωτοί, νέοι, ενοικιαστές, μικρομεσαίοι, επισφαλείς εργαζόμενοι, δημόσιοι λειτουργοί, κάτοικοι της περιφέρειας, οικογένειες που βλέπουν το κόστος ζωής να συμπιέζει τον σχεδιασμό τους— δεν έχουν ακόμη βρει σταθερό πολιτικό φορέα που να τους πείθει ότι μπορεί να εκφράσει συνολικά τη θέση τους.

Η κρίση αντιπροσώπευσης δεν σημαίνει ότι οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται για την πολιτική. Αυτό είναι ένα βολικό αλλά λανθασμένο συμπέρασμα. Σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουν εύκολα τον εαυτό τους στα υπάρχοντα σχήματα. Η αποχή, η ρευστή ψήφος, η εναλλαγή προτιμήσεων, η προσωρινή στήριξη νέων φορέων, η δημοσκοπική διαθεσιμότητα, η ενίσχυση προσωποκεντρικών σχημάτων ή η μετακίνηση προς την αντισυστημική διαμαρτυρία δεν είναι απλώς εκφράσεις αδιαφορίας. Είναι συχνά εκφράσεις αδύναμης εκπροσώπησης. Ο πολίτης δεν λέει απαραίτητα «δεν με ενδιαφέρει». Συχνά λέει κάτι πολύ πιο πολιτικό: «δεν με εκφράζει κανείς αρκετά ώστε να δεσμευθώ». Αυτή η φράση, έστω και αν δεν διατυπώνεται ρητά, βρίσκεται πίσω από μεγάλο μέρος της σημερινής ρευστότητας.

Η μεταπολιτευτική πολιτική αντιπροσώπευση στηρίχθηκε για δεκαετίες σε ισχυρούς δεσμούς ανάμεσα σε κόμματα και κοινωνικά στρώματα. Το ΠΑΣΟΚ δεν υπήρξε μόνο εκλογικός μηχανισμός. Υπήρξε κοινωνική γλώσσα για στρώματα που ζητούσαν αναγνώριση, αναδιανομή, πρόσβαση στο κράτος, συμμετοχή στην εξουσία και συμβολική ένταξη στο εθνικό δημοκρατικό αφήγημα. Η Νέα Δημοκρατία δεν υπήρξε μόνο παράταξη της Δεξιάς. Υπήρξε φορέας συνέχειας, ιδιοκτησίας, τάξης, φιλελεύθερης ή συντηρητικής σταθερότητας, ευρωπαϊκής κατεύθυνσης και κρατικής διαχείρισης. Το ΚΚΕ, ανεξάρτητα από το εκλογικό του μέγεθος, διατήρησε ισχυρή οργανωτική και κοινωνική ταυτότητα, με σαφείς κανόνες ένταξης και πειθαρχίας. Ακόμη και ο ΣΥΡΙΖΑ, στην περίοδο της ανόδου του, εξέφρασε μια πραγματική κοινωνική ανάγκη: την ανάγκη αντιπροσώπευσης της οργής απέναντι στη μνημονιακή προσαρμογή, στην κοινωνική υποτίμηση και στην κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς τον παλαιό δικομματισμό.

Σήμερα οι δεσμοί αυτοί είναι ασθενέστεροι. Όχι επειδή εξαφανίστηκαν οι κοινωνικές αντιθέσεις, αλλά επειδή άλλαξε η μορφή τους. Η ταξική διάρθρωση δεν μεταφράζεται πια εύκολα σε κομματική συμπεριφορά. Ο μισθωτός δεν ψηφίζει αναγκαστικά Αριστερά. Ο μικρομεσαίος δεν εντάσσεται αυτόματα σε κεντροδεξιά ή κεντροαριστερή ταυτότητα. Ο νέος επιστήμονας μπορεί να είναι κοινωνικά προοδευτικός, οικονομικά πιεσμένος και πολιτικά δύσπιστος ταυτόχρονα. Ο εργαζόμενος της επισφάλειας μπορεί να αισθάνεται αδικία, αλλά να μην πιστεύει ότι τα παραδοσιακά κόμματα της Αριστεράς μπορούν να τον οργανώσουν. Ο ενοικιαστής, ο άνεργος, ο αυτοαπασχολούμενος, ο αγρότης, ο δημόσιος υπάλληλος, ο συνταξιούχος, ο κάτοικος του τουριστικά υπερφορτωμένου νησιού ή της δημογραφικά αδύναμης περιφέρειας δεν συγκροτούν από μόνοι τους ενιαίο πολιτικό μπλοκ. Χρειάζεται πολιτική εργασία για να συνδεθούν αυτές οι εμπειρίες σε κοινό αφήγημα. Αυτή η πολιτική εργασία είναι σήμερα ελλειμματική.

Γι’ αυτό η κρίση αντιπροσώπευσης δεν λύνεται με την απλή εμφάνιση νέου κόμματος. Η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. από τον Αλέξη Τσίπρα είναι αναμφίβολα σημαντικό πολιτικό γεγονός, επειδή παρεμβαίνει σε έναν χώρο όπου υπήρχε κενό κεντρικότητας. Δημοσκοπήσεις των τελευταίων ημερών κατέγραψαν τη νέα αυτή δύναμη στη δεύτερη θέση, πίσω από τη Νέα Δημοκρατία και μπροστά από το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ, γεγονός που αποτυπώνει τη διαθεσιμότητα ενός τμήματος της κοινωνίας για νέο αντιπολιτευτικό πόλο. Όμως η δημοσκοπική διαθεσιμότητα δεν είναι ακόμη κοινωνική αντιπροσώπευση. Είναι προθάλαμος. Δείχνει ότι πολίτες κοιτάζουν προς μια κατεύθυνση, όχι ότι έχουν εγκατασταθεί πολιτικά σε αυτήν. Η διαφορά είναι τεράστια. Η αντιπροσώπευση απαιτεί διάρκεια, εμπιστοσύνη, ταύτιση, προσδοκία εφαρμογής και αίσθηση ότι ο φορέας δεν εκφράζει απλώς μια πολιτική ευκαιρία, αλλά μια κοινωνική ανάγκη.

Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: η κατάρρευση ή αποδυνάμωση ενός κόμματος δεν είναι μόνο αποτυχία ηγεσίας. Είναι απώλεια αντιπροσωπευτικής λειτουργίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2019 δεν έχασε μόνο εκλογικά ποσοστά. Έχασε σταδιακά την ικανότητα να εξηγεί ποιο κοινωνικό μπλοκ εκπροσωπεί μετά την κυβερνητική του εμπειρία. Δεν ήταν πια το κόμμα της αντιμνημονιακής ρήξης, αλλά δεν είχε γίνει πλήρως πειστική σοσιαλδημοκρατική παράταξη. Δεν ήταν πια ο φορέας της μεγάλης κοινωνικής οργής, αλλά δεν είχε χτίσει νέο κοινωνικό συμβόλαιο με τους ψηφοφόρους που τον ανέδειξαν. Η Νέα Αριστερά, από την άλλη, επιχείρησε να καλύψει ένα ποιοτικό κενό σοβαρότητας και θεσμικής ευπρέπειας, αλλά δεν κατάφερε να αποκτήσει επαρκές κοινωνικό σώμα. Η διάλυση της Κοινοβουλευτικής της Ομάδας, μετά τις αποχωρήσεις βουλευτών και στελεχών που η ίδια συνέδεσε με την ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ., δεν είναι απλώς οργανωτικό επεισόδιο. Είναι ένδειξη ότι ένα κόμμα μπορεί να έχει λόγο, αλλά να μη διαθέτει αρκετή αντιπροσωπευτική βαρύτητα για να συγκρατήσει τις δυνάμεις του.

Η αύξηση των ανεξάρτητων βουλευτών λειτουργεί ως θεσμικό σύμπτωμα της ίδιας κρίσης. Όταν οι ανεξάρτητοι εμφανίζονται αριθμητικά ως δεύτερη κοινοβουλευτική δύναμη μετά τη διάλυση της ΚΟ της Νέας Αριστεράς, το ζήτημα δεν είναι απλώς κοινοβουλευτική αριθμητική. Είναι ένδειξη ότι οι κομματικές μορφές δυσκολεύονται να συγκρατήσουν την εντολή που κάποτε οργανώθηκε μέσω αυτών. Ο βουλευτής εκλέγεται με κόμμα, αλλά στη συνέχεια το κόμμα αποδυναμώνεται ως πλαίσιο δέσμευσης. Αυτό δεν αφορά μόνο την πειθαρχία. Αφορά την ίδια τη σχέση ανάμεσα στη λαϊκή ψήφο, το κόμμα και την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Όσο περισσότερο αυξάνονται οι ανεξάρτητες διαδρομές, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται ότι οι συλλογικοί φορείς χάνουν μέρος της ικανότητάς τους να οργανώνουν πολιτική εμπιστοσύνη.

Πριν από το 2027, λοιπόν, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα είναι πρώτος, δεύτερος ή τρίτος. Είναι αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να ξαναχτίσει λειτουργίες αντιπροσώπευσης. Αυτό σημαίνει κάτι πολύ πιο απαιτητικό από την επικοινωνιακή ανασύνταξη. Σημαίνει ότι τα κόμματα πρέπει να συνδέσουν συγκεκριμένες κοινωνικές εμπειρίες με συγκεκριμένες πολιτικές δεσμεύσεις. Δεν αρκεί να λένε ότι θα αντιμετωπίσουν την ακρίβεια. Πρέπει να εξηγήσουν πώς θα αναδιατάξουν την αγορά, τους ελέγχους, τους μισθούς, τη φορολογία και τον ανταγωνισμό. Δεν αρκεί να μιλούν για στεγαστικό. Πρέπει να εξηγήσουν πώς θα συνδυάσουν κοινωνική κατοικία, κλειστά ακίνητα, μικρή ιδιοκτησία, βραχυχρόνια μίσθωση, φοιτητική στέγη και χωροταξική πολιτική. Δεν αρκεί να επικαλούνται τη θεσμική εμπιστοσύνη. Πρέπει να δείξουν πώς θα αλλάξει η διοίκηση, η λογοδοσία, η διαφάνεια, η δικαιοσύνη, η πρόσβαση του πολίτη στο κράτος. Η αντιπροσώπευση δεν είναι σύνθημα. Είναι σχέση ανάμεσα σε βίωμα και πολιτική εφαρμογή.

Από αυτή την άποψη, η κυβέρνηση διατηρεί πλεονέκτημα αλλά και αντιμετωπίζει όριο. Το πλεονέκτημά της είναι ότι εκπροσωπεί τη συνέχεια, τη γνωστή διαχείριση, την ήδη δοκιμασμένη κυβερνητική ικανότητα. Σε μια κοινωνία που φοβάται την αστάθεια, αυτό έχει αξία. Το όριό της είναι ότι η συνέχεια, αν δεν παράγει κοινωνική ανακούφιση, αρχίζει να γίνεται βάρος. Η σταθερότητα δεν είναι από μόνη της αντιπροσώπευση. Αν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται ότι η ανάπτυξη δεν φτάνει σε αυτά, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες δεν βελτιώνονται όσο χρειάζεται, ότι η στεγαστική κρίση ακυρώνει τον σχεδιασμό των νεότερων ηλικιών, ότι οι θεσμοί δεν πείθουν για την ισονομία τους, τότε η κυβερνητική σταθερότητα μπορεί να διατηρεί εκλογική αντοχή αλλά να χάνει ηθική και κοινωνική διείσδυση.

Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση έχει ευκαιρία αλλά και μεγαλύτερο βάρος απόδειξης. Η κοινωνία δεν της χρωστά την εμπιστοσύνη της επειδή κουράστηκε από την κυβέρνηση. Η αντιπολίτευση πρέπει να αποδείξει ότι δεν είναι μόνο φορέας διαμαρτυρίας, αλλά φορέας αντιπροσώπευσης και εφαρμογής. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπερβεί την εσωτερική της απασχόληση με τους συσχετισμούς και να στραφεί προς την κοινωνική συγκρότηση. Πρέπει να δείξει ποια κοινωνική συμμαχία θέλει να εκφράσει. Τη μισθωτή εργασία; Τη νέα γενιά; Τη μεσαία τάξη που πιέζεται αλλά φοβάται νέες επιβαρύνσεις; Τους μικρομεσαίους; Την περιφέρεια; Τους ενοικιαστές; Τους δημόσιους λειτουργούς; Όλα αυτά δεν ενώνονται αυτόματα. Ενώνονται μόνο αν υπάρξει πειστικό πολιτικό σχέδιο που να δείχνει ότι τα συμφέροντά τους δεν συνθλίβονται μεταξύ τους, αλλά μπορούν να ενταχθούν σε μια νέα κοινωνική σύμβαση.

Αυτό είναι το μεγάλο κενό της παρούσας συγκυρίας. Η Ελλάδα έχει προβλήματα που θα μπορούσαν να γεννήσουν ισχυρή αντιπολιτευτική δυναμική, αλλά δεν έχει ακόμη νέο κοινωνικό συμβόλαιο αντιπολίτευσης. Έχει κόμματα που μιλούν για αλλαγή, αλλά όχι ακόμη πλήρως διαμορφωμένο μπλοκ αλλαγής. Έχει νέες κινήσεις, αλλά όχι ακόμη νέα θεσμοποίηση. Έχει δημοσκοπική κινητικότητα, αλλά όχι ακόμη σταθερή πλειοψηφική πολιτική ταυτότητα. Γι’ αυτό οι εκλογές που πρέπει να διεξαχθούν έως τον Ιούνιο του 2027, σύμφωνα με το ισχύον πολιτικό χρονοδιάγραμμα που επισημαίνεται και σε διεθνείς αναλύσεις, θα είναι κάτι περισσότερο από μάχη κυβερνητικής εναλλαγής. Θα είναι δοκιμασία του αν το κομματικό σύστημα μπορεί να ξαναπαραγάγει πειστική αντιπροσώπευση σε συνθήκες χαμηλής εμπιστοσύνης και υψηλής κοινωνικής πίεσης.

Το 2027 μπορεί να αναδείξει κυβέρνηση. Δεν είναι βέβαιο ότι θα αναδείξει λύση στην κρίση αντιπροσώπευσης. Αυτό θα εξαρτηθεί από το αν οι πολιτικοί φορείς θα καταλάβουν ότι η κοινωνία δεν αναζητά απλώς νέο διαχειριστή. Αναζητά πολιτική σχέση που να την κάνει να αισθανθεί ότι ακούγεται, εκπροσωπείται και προστατεύεται. Η εποχή των εύκολων ταυτίσεων έχει περάσει. Η εποχή των μεγάλων υποσχέσεων χωρίς λεπτομέρεια έχει εξαντληθεί. Η εποχή των κομμάτων που επιβιώνουν μόνο λόγω ιστορικής μνήμης ή αρχηγικής αναγνωρισιμότητας γίνεται όλο και πιο επισφαλής. Η αντιπροσώπευση πρέπει να ξαναχτιστεί από την αρχή, όχι ως ρητορική αναφορά στον λαό, αλλά ως πρακτική σύνδεση με τις πραγματικές κοινωνικές αντιφάσεις.

Η κρίση της πολιτικής αντιπροσώπευσης είναι το βαθύτερο υπόστρωμα όλων των επιμέρους ανακατατάξεων. Η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ., η πίεση στο ΠΑΣΟΚ, η αποδυνάμωση του ΣΥΡΙΖΑ, η διάλυση της Νέας Αριστεράς, η αύξηση των ανεξάρτητων, η συζήτηση περί αυτοδυναμίας ή συνεργασιών, όλα αυτά είναι εκφράσεις μιας κοινωνίας που δεν έχει ακόμη βρει νέο σταθερό μηχανισμό πολιτικής έκφρασης. Η δυσαρέσκεια υπάρχει. Η ανάγκη αλλαγής υπάρχει. Η αναζήτηση υπάρχει. Αυτό που λείπει ακόμη είναι η αντιπροσωπευτική μορφή που θα μπορέσει να ενώσει τα διάσπαρτα κοινωνικά βιώματα σε πειστική πολιτική πρόταση. Αν αυτή η μορφή δεν παραχθεί, το 2027 μπορεί να δώσει αποτέλεσμα, αλλά όχι αναγκαστικά λύση. Αν παραχθεί, τότε η επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν θα είναι απλώς αλλαγή συσχετισμών· θα είναι αρχή νέας πολιτικής περιόδου.