Η συζήτηση περί ενός εφεδρικού ευρωπαϊκού σχεδίου άμυνας στο πλαίσιο των υφιστάμενων δομών της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας συνιστά πλέον μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές διεργασίες της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας. Δεν πρόκειται για μια συγκυριακή ή θεωρητική άσκηση επιτελικού σχεδιασμού, αλλά για ένα φαινόμενο που αντανακλά βαθύτατες μετατοπίσεις στο πεδίο της διεθνούς ασφάλειας, της διατλαντικής ισορροπίας και της ίδιας της ευρωπαϊκής πολιτικής αυτοαντίληψης. Για δεκαετίες, η ασφάλεια της ευρωπαϊκής ηπείρου οργανώθηκε πάνω στην παραδοχή ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον αδιαμφισβήτητο τελικό εγγυητή της αποτροπής, της στρατιωτικής συνοχής και της πολιτικής αξιοπιστίας της Δύσης. Η αρχιτεκτονική του ΝΑΤΟ, οι δομές διοίκησης και ελέγχου, ο επιμελητειακός μηχανισμός, τα δίκτυα πληροφοριών, η στρατηγική κινητικότητα και, κυρίως, η πυρηνική ομπρέλα συγκροτήθηκαν με τρόπο που τοποθετούσε την Ουάσιγκτον στον πυρήνα της συμμαχικής ισχύος. Σήμερα, όμως, αυτή η ιστορική σταθερά δεν θεωρείται πλέον αυτονόητη. Η αμερικανική πολιτική εμφανίζει αυξανόμενα στοιχεία απροβλεψιμότητας, επιλεκτικότητας και αναθεώρησης του κόστους που συνεπάγεται η διατήρηση της ηγεμονικής θέσης των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή ασφάλεια. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ευρώπη υποχρεώνεται να επανεξετάσει όχι απλώς την επιχειρησιακή της ετοιμότητα, αλλά την ίδια τη στρατηγική της ωρίμανση.
Η έννοια ενός «λιγότερο αμερικανικού ΝΑΤΟ» δεν σημαίνει, τουλάχιστον στο τρέχον στάδιο, την εγκατάλειψη της Συμμαχίας ούτε την υποκατάστασή της από έναν αυτόνομο, πλήρως ανεξάρτητο ευρωπαϊκό αμυντικό οργανισμό. Αντιθέτως, περιγράφει ένα σχέδιο ενδοσυμμαχικής ανακατανομής βαρών, αρμοδιοτήτων και δυνατοτήτων, με στόχο να καταστεί η ευρωπαϊκή πτέρυγα ικανή να διασφαλίζει, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, τη στρατηγική συνέχεια ακόμη και υπό συνθήκες μερικής αμερικανικής απόσυρσης ή μειωμένης αμερικανικής πολιτικής βούλησης. Αυτή η διαδικασία δεν είναι αμιγώς στρατιωτική. Είναι βαθύτατα πολιτική, θεσμική και πολιτισμική. Αγγίζει τον πυρήνα της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής τάξης, η οποία οικοδομήθηκε στη βάση μιας ιδιότυπης κατανομής ρόλων: οι ΗΠΑ παρείχαν σκληρή ισχύ και πυρηνική αξιοπιστία, ενώ η Ευρώπη παρήγαγε οικονομική ευημερία, κανονιστική ισχύ και θεσμική σταθερότητα. Η σημερινή αναθεώρηση αυτού του συμβολαίου ασφαλείας σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής στρατηγικής άνεσης και την έναρξη μιας νέας περιόδου, κατά την οποία η Ευρώπη καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως οικονομικός γίγαντας και ρυθμιστική δύναμη, αλλά και ως ώριμος γεωπολιτικός δρων με πραγματική αμυντική βαρύτητα.
Καθοριστικής σημασίας στην επιτάχυνση αυτής της ιστορικής μετάβασης είναι η μετατόπιση της γερμανικής στάσης. Η Γερμανία υπήρξε επί δεκαετίες ο κατεξοχήν φορέας της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτοσυγκράτησης. Η πολιτική της κουλτούρα μετά τον Ψυχρό Πόλεμο ευνοούσε την πολυμέρεια, τη θεσμική νομιμοποίηση, τη διατήρηση του αμερικανικού δεσμού και την αποφυγή κάθε πρωτοβουλίας που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αμφισβήτηση της διατλαντικής αρχιτεκτονικής. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι γαλλικές εκκλήσεις υπέρ μιας πιο αυτόνομης ευρωπαϊκής άμυνας αντιμετωπίζονταν επί μακρόν στο Βερολίνο με επιφύλαξη, αν όχι με σιωπηρή δυσπιστία. Ο γερμανικός φόβος ήταν διττός: αφενός ότι η ανάδειξη μιας ισχυρότερης ευρωπαϊκής αμυντικής ταυτότητας θα παρείχε στις ΗΠΑ κίνητρο να μειώσουν τη δική τους εμπλοκή, αφετέρου ότι θα επανέφερε, έστω έμμεσα, ζητήματα ισχύος και στρατιωτικής ηγεσίας που η μεταπολεμική Γερμανία είχε συνειδητά αποφύγει να διεκδικήσει. Η σταδιακή όμως διάβρωση της αμερικανικής αξιοπιστίας ως αυτόματου εγγυητή ασφαλείας, σε συνδυασμό με τη γενικευμένη αίσθηση ότι το διεθνές σύστημα εισέρχεται σε φάση αυξημένου ανταγωνισμού ισχύος, οδήγησε το Βερολίνο σε μια ουσιαστική επαναξιολόγηση. Αυτή η αλλαγή δεν συνιστά απλώς γερμανική αναπροσαρμογή· αποτελεί πολιτικό καταλύτη για ολόκληρη την ήπειρο, διότι χωρίς τη γερμανική συναίνεση καμία σοβαρή ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική δεν μπορεί να αποκτήσει κρίσιμη μάζα νομιμοποίησης, χρηματοδότησης και βιομηχανικής βάσης.
Η ευρωπαϊκή προσπάθεια ανάληψης μεγαλύτερου βάρους εντός του ΝΑΤΟ προσκρούει, ωστόσο, σε ένα βασικό δομικό δεδομένο: η Συμμαχία δεν είναι απλώς μια πολιτική συμφωνία αμοιβαίας άμυνας, αλλά ένα τεράστιο, περίπλοκο και πολυεπίπεδο σύστημα διοίκησης, επιμελητείας, διαλειτουργικότητας, πληροφοριών και στρατηγικής τεχνολογίας, το οποίο έχει συγκροτηθεί ιστορικά γύρω από την αμερικανική υπεροχή. Η αμερικανική παρουσία δεν εξαντλείται στον αριθμό των στρατευμάτων ή στον όγκο των αμυντικών δαπανών. Είναι ενσωματωμένη σε κρίσιμα συστατικά της συμμαχικής λειτουργίας: στις δορυφορικές δυνατότητες επιτήρησης και έγκαιρης προειδοποίησης, στη στρατηγική αερομεταφορά, στον ανεφοδιασμό εν πτήσει, στην αντιπυραυλική άμυνα, στην επιχειρησιακή εικόνα πεδίου, στη ναυτική επιτήρηση, στην ικανότητα ταχείας ενίσχυσης του ανατολικού μετώπου, στις πυρηνικές εγγυήσεις και, πάνω απ’ όλα, στην πολιτικοστρατιωτική δυνατότητα να συνενώνει πολλαπλά εθνικά επιτελεία υπό μία αξιόπιστη διοικητική βούληση. Κατά συνέπεια, όταν γίνεται λόγος για ευρωπαϊκή ανάληψη μεγαλύτερης ευθύνης, δεν αναφερόμαστε μόνο σε αύξηση προϋπολογισμών ή σε περισσότερους Ευρωπαίους αξιωματικούς σε θέσεις διοίκησης, αλλά σε μια μακρά και σύνθετη διαδικασία οικοδόμησης ικανοτήτων που σήμερα εξακολουθούν να είναι ελλειμματικές.
Η κεντρική στρατηγική πρόκληση για την Ευρώπη έγκειται ακριβώς στο ότι η πολιτική βούληση δεν αρκεί από μόνη της να υποκαταστήσει τα υλικά θεμέλια της αποτροπής. Επί τρεις περίπου δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών κρατών επωφελήθηκε από το λεγόμενο «μέρισμα ειρήνης», μειώνοντας στρατιωτικές δαπάνες, περιορίζοντας τη δομή δυνάμεων, αποδυναμώνοντας αποθέματα, συρρικνώνοντας εθνικές αμυντικές βιομηχανίες και μεταθέτοντας τον πυρήνα της ασφάλειας στη συμμαχική σχέση με τις ΗΠΑ. Η λογική αυτή βασίστηκε στην παραδοχή ότι η απειλή ενός μεγάλης κλίμακας διακρατικού πολέμου στην ευρωπαϊκή ήπειρο είχε ουσιαστικά παρέλθει. Η σημερινή πραγματικότητα κατέδειξε το ακριβώς αντίθετο: η σκληρή ισχύς δεν εξέλειψε, ο αναθεωρητισμός δεν εξαφανίστηκε και η γεωπολιτική αντιπαράθεση επέστρεψε ως οργανωτική αρχή του διεθνούς συστήματος. Η Ευρώπη, συνεπώς, οφείλει να ανασυγκροτήσει ικανότητες που δεν ατροφούν μόνο σε επίπεδο αριθμών, αλλά και σε επίπεδο κουλτούρας σχεδιασμού, στρατηγικής πρόβλεψης και διοικητικής ανθεκτικότητας. Η επαναφορά της σοβαρής άμυνας απαιτεί όχι μόνο χρήματα, αλλά χρόνο, πολιτική επιμονή, κοινωνική νομιμοποίηση και βαθιά διακρατική συνεργασία.
Στο πλαίσιο αυτό, η συζήτηση περί «ευρωπαϊκοποίησης» του ΝΑΤΟ αποκτά μια ιδιαίτερη ιστορική βαρύτητα. Ο όρος δεν πρέπει να παρερμηνεύεται ως απλή γεωγραφική ανακατανομή ρόλων. Σημαίνει, σε ουσιαστικό επίπεδο, ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα πρέπει να αναλάβουν προοδευτικά την κύρια ευθύνη για την άμυνα της ηπείρου τους, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη και αν παραμείνουν εντός της Συμμαχίας, ενδέχεται να λειτουργούν περισσότερο ως στρατηγικός εφεδρικός εγγυητής παρά ως άμεσος, καθημερινός πάροχος ισχύος. Η μεταβολή αυτή επιφέρει πολλαπλές συνέπειες. Πρώτον, μετασχηματίζει τις ενδοευρωπαϊκές ισορροπίες, καθώς αναδεικνύει τη σημασία κρατών με αυξημένες στρατιωτικές δυνατότητες και σαφέστερη απειλητική αντίληψη, όπως η Πολωνία, οι σκανδιναβικές χώρες και οι βαλτικές δημοκρατίες. Δεύτερον, ενισχύει τον ρόλο της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου ως των μόνων ευρωπαϊκών πυρηνικών δυνάμεων με στρατηγικό εκτόπισμα. Τρίτον, αναγκάζει τη Γερμανία να μεταβεί από την άνεση της οικονομικής ηγεσίας στη δυσκολία της γεωπολιτικής ευθύνης. Τέταρτον, δημιουργεί έναν νέο κύκλο θεσμικών συμβιβασμών για το πώς θα κατανεμηθεί η διοίκηση, ποιοι θα φέρουν το κύριο βάρος της στρατιωτικής κινητικότητας, ποιοι θα χρηματοδοτήσουν την άμυνα μεγάλης κλίμακας και ποιοι θα αναλάβουν το πολιτικό κόστος των δύσκολων αποφάσεων.
Ιδιαιτέρως κρίσιμο είναι το ζήτημα της επιχειρησιακής συνέχειας. Σε θεωρητικό επίπεδο, είναι εύκολο να υποστηριχθεί ότι οι Ευρωπαίοι μπορούν να καλύψουν σταδιακά το κενό που θα δημιουργούσε μια μειωμένη αμερικανική συμμετοχή. Στην πράξη, όμως, η μετάβαση αυτή απαιτεί εξαιρετικά συγκεκριμένες απαντήσεις σε κρίσιμα στρατιωτικά ερωτήματα: ποιος θα διαχειρίζεται την ολοκληρωμένη αεροπορική και πυραυλική άμυνα της Συμμαχίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο· ποιος θα συντονίζει τους διαδρόμους ταχείας ενίσχυσης προς το ανατολικό μέτωπο· ποιος θα εγγυάται την αδιάλειπτη ροή καυσίμων, πυρομαχικών, ανταλλακτικών και μεταφορικής υποστήριξης σε περίπτωση κρίσης· ποιος θα παρέχει την επιχειρησιακή εικόνα υψηλής ανάλυσης που απαιτεί η σύγχρονη δικτυοκεντρική μάχη· ποιος θα ασκεί τον κεντρικό ρόλο στις μεγάλες περιφερειακές ασκήσεις και στην πιστοποίηση της διαλειτουργικότητας των δυνάμεων. Αυτά δεν είναι δευτερεύοντα τεχνικά θέματα. Συνιστούν τον ίδιο τον μηχανισμό με τον οποίο η πολιτική βούληση μετατρέπεται σε πραγματική αποτροπή. Η ισχύς μιας συμμαχίας δεν κρίνεται μόνο από την ύπαρξη πολιτικών διακηρύξεων αλληλεγγύης, αλλά από την ικανότητα να αποδεικνύει, εκ των προτέρων, ότι μπορεί να πολεμήσει συντεταγμένα, γρήγορα και αποτελεσματικά.
Σε αυτή τη μεγάλη αναδιάταξη, η περίπτωση της Φινλανδίας και, ευρύτερα, της Βόρειας Ευρώπης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η γεωγραφική εγγύτητα με τη Ρωσία, η διατήρηση ισχυρών εφεδρικών και κοινωνικά νομιμοποιημένων δομών άμυνας, η σοβαρή στρατηγική κουλτούρα και η έμφαση στην εθνική ανθεκτικότητα καθιστούν τα κράτη αυτά ιδιαίτερα χρήσιμα ως πρότυπα για την ευρωπαϊκή ανασυγκρότηση. Η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν θα ενισχυθεί μόνο μέσω κεντρικών αποφάσεων στις Βρυξέλλες ή στο στρατηγείο της Συμμαχίας, αλλά και μέσω της υιοθέτησης ενός διαφορετικού υποδείγματος πολιτικοστρατιωτικής οργάνωσης, στο οποίο η εθνική άμυνα, η εφεδρεία, η πολιτική προστασία, οι υποδομές διπλής χρήσης και η κοινωνική συνοχή εντάσσονται σε ένα ενιαίο πλαίσιο ανθεκτικότητας. Το ζήτημα της στρατιωτικής θητείας ή ευρύτερα της οργανωμένης εφεδρείας επανέρχεται, συνεπώς, όχι απλώς ως τεχνική λύση στελέχωσης, αλλά ως ζήτημα πολιτικής κοινότητας. Η Ευρώπη συνειδητοποιεί εκ νέου ότι η άμυνα δεν είναι μόνο προνόμιο επαγγελματικών στρατών, αλλά υπόθεση κοινωνιών που αντιλαμβάνονται ότι η ελευθερία, η κυριαρχία και η ασφάλεια απαιτούν μακροχρόνια επένδυση και συλλογική πειθαρχία.
Από την άποψη των διεθνών σχέσεων, η εν εξελίξει αυτή μετατόπιση μπορεί να ερμηνευθεί ως κλασική προσαρμογή δευτερευόντων συμμάχων σε συνθήκες αβεβαιότητας ως προς τη βούληση του ηγεμόνα. Σε κάθε συμμαχικό σύστημα, τα κράτη που εξαρτώνται από μια ηγετική δύναμη φοβούνται δύο αντίρροπες αλλά αλληλένδετες εκδοχές: την εγκατάλειψη και την παγίδευση. Η πρώτη αφορά τον κίνδυνο ο ηγεμόνας να μη συνδράμει όταν η απειλή υλοποιηθεί. Η δεύτερη αφορά τον κίνδυνο οι σύμμαχοι να εμπλακούν σε στρατηγικές επιλογές που δεν ελέγχουν. Η Ευρώπη, επί μακρόν, ανησυχούσε περισσότερο για τη δεύτερη εκδοχή σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά πρακτικά επωφελούνταν από την πρώτη ως χαμηλής πιθανότητας. Σήμερα, το ισοζύγιο μεταβάλλεται. Ο φόβος της εγκατάλειψης έχει αυξηθεί σημαντικά, γεγονός που ωθεί τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να επιδιώκουν μεγαλύτερη αυτοβοήθεια χωρίς όμως να διαρρήξουν τον συμμαχικό δεσμό. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η πολυπλοκότητα της στιγμής: η Ευρώπη θέλει περισσότερη στρατηγική αυτονομία, αλλά όχι ρήξη· περισσότερη επιχειρησιακή αυτοτέλεια, αλλά όχι αποσύνδεση· περισσότερη ευθύνη, αλλά όχι την κατάρρευση του διατλαντικού πλαισίου που εξακολουθεί να προσδίδει νομιμοποίηση, τεχνολογία και γεωπολιτικό βάθος.
Η μεγαλύτερη ίσως πρόκληση, ωστόσο, αφορά την πυρηνική διάσταση της αποτροπής. Στο επίπεδο των συμβατικών δυνάμεων, η Ευρώπη μπορεί μεσοπρόθεσμα να καλύψει σημαντικό μέρος του κενού, εφόσον κινητοποιήσει πόρους, βιομηχανική πολιτική και πολιτική αποφασιστικότητα. Στο επίπεδο όμως της πυρηνικής προστασίας και της στρατηγικής έγκαιρης προειδοποίησης, η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένει βαθιά. Η αξιοπιστία του ΝΑΤΟ δεν στηρίζεται μόνο στην ύπαρξη χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων, αλλά και στην αντίληψη ότι κάθε αντίπαλος γνωρίζει πως μια επίθεση μεγάλης κλίμακας θα αντιμετωπιστεί στο ανώτατο επίπεδο ισχύος. Η προοπτική διεύρυνσης του γαλλικού ρόλου ή μιας μορφής ευρωπαϊκότερης πυρηνικής συνεννόησης επανέρχεται, συνεπώς, στο τραπέζι όχι ως ιδεολογική φιλοδοξία, αλλά ως λειτουργική ανάγκη. Εντούτοις, το θέμα παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητο. Η πυρηνική αποτροπή δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα οπλοστασίων. Συνδέεται με θέματα εθνικής κυριαρχίας, πολιτικής διοίκησης της έσχατης απόφασης, στρατηγικής κουλτούρας, εμπιστοσύνης μεταξύ κρατών και κοινωνικής αποδοχής. Μια ευρωπαϊκή συζήτηση πάνω σε αυτό το πεδίο σηματοδοτεί, συνεπώς, βαθιά αναθεώρηση όχι μόνο αμυντικών δογμάτων, αλλά της ίδιας της ιδέας περί ευρωπαϊκής πολιτικής κοινότητας.
Παράλληλα, η αμυντική βιομηχανία αναδεικνύεται σε κομβικό παράγοντα. Η Ευρώπη δεν μπορεί να αξιώνει στρατηγική αυτονόμηση εάν εξακολουθεί να εξαρτάται σε κρίσιμους τομείς από εξωευρωπαϊκά συστήματα, αλυσίδες εφοδιασμού και τεχνολογικές υποδομές. Η ανάγκη για επιτάχυνση της παραγωγής σε πεδία όπως η αντιπυραυλική άμυνα, η αεροπορική κινητικότητα, οι δυνατότητες αναγνώρισης, η αντιυποβρυχιακή προστασία, οι δορυφορικές υπηρεσίες και οι υποδομές διασύνδεσης δεδομένων είναι απολύτως στρατηγική. Δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα οικονομικής πολιτικής ή ενίσχυσης της βιομηχανικής βάσης. Είναι όρος επιβίωσης μιας αξιόπιστης ευρωπαϊκής αποτροπής. Μια ήπειρος που δεν μπορεί να παράγει επαρκή πυρομαχικά, που δεν διαθέτει επαρκή αποθέματα και που δεν ελέγχει κρίσιμες τεχνολογίες διοίκησης και στοχοποίησης δεν μπορεί να υποστηρίξει ούτε παρατεταμένη αποτρεπτική στρατηγική ούτε μακράς διάρκειας σύγκρουση φθοράς. Για αυτό ακριβώς, η σημερινή αμυντική στροφή της Ευρώπης πρέπει να αναγνωσθεί και ως στροφή προς μια νέα μορφή βιομηχανικής κρατικότητας, όπου η ασφάλεια επανασυνδέεται με την παραγωγή, την τεχνολογία, τις υποδομές και τη βιομηχανική κυριαρχία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της «συμμαχίας των προθύμων» εντός του ΝΑΤΟ αποκτά ιδιαίτερη χρησιμότητα. Η Ευρώπη δεν είναι, και πιθανότατα δεν θα γίνει σύντομα, ένας ενιαίος στρατηγικός οργανισμός με πλήρως ομογενοποιημένη αντίληψη απειλής. Υπάρχουν διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε χώρες της ανατολικής πτέρυγας που αντιλαμβάνονται την απειλή ως άμεση και υπαρξιακή, σε χώρες της δυτικής Ευρώπης που επί δεκαετίες λειτούργησαν υπό καθεστώς σχετικής στρατηγικής άνεσης, και σε κράτη με διαφορετικές πολιτικές κουλτούρες ως προς τη χρήση ισχύος. Ως εκ τούτου, η πρακτική λύση δεν είναι η αναμονή πλήρους ομοφωνίας, αλλά η συγκρότηση πυρήνων κρατών που διαθέτουν κοινή εκτίμηση κινδύνου, υψηλή διαθεσιμότητα συνεισφοράς και πολιτική βούληση να επιταχύνουν την προσαρμογή. Η Γερμανία, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Πολωνία, οι σκανδιναβικές χώρες, οι βαλτικές δημοκρατίες και ο Καναδάς μπορούν να λειτουργήσουν ως επιχειρησιακός και πολιτικός κορμός ενός τέτοιου ευρωπαϊκού σκέλους, χωρίς να διασπούν τη συνοχή της Συμμαχίας. Η λογική αυτή επιτρέπει πρόοδο χωρίς θεσμική ρήξη και χωρίς την ψευδαίσθηση ότι όλα τα μέλη θα κινηθούν με τον ίδιο ρυθμό.
Ωστόσο, η μετάβαση προς μια περισσότερο ευρωπαϊκά ηγούμενη συμμαχική δομή προϋποθέτει και ένα δύσκολο έργο πολιτικής επικοινωνίας. Η Ευρώπη οφείλει να πείσει τις ίδιες τις κοινωνίες της ότι η επένδυση στην άμυνα δεν συνιστά ιδεολογική εκτροπή ούτε εγκατάλειψη του ευρωπαϊκού κοινωνικού υποδείγματος, αλλά αναγκαία προσαρμογή σε μια εποχή εντεινόμενης αστάθειας. Για δεκαετίες, σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής πολιτικής κουλτούρας συνέδεσε την πρόοδο με τη μετατόπιση πόρων από την άμυνα προς το κοινωνικό κράτος, την ανάπτυξη και την ευημερία. Σήμερα, η πρόκληση είναι να καταδειχθεί ότι χωρίς ασφάλεια δεν υπάρχει ούτε κοινωνική προστασία ούτε κυριαρχία ούτε δημοκρατική αυτονομία. Αυτή η επιχειρηματολογία πρέπει να είναι ορθολογική, νηφάλια και απαλλαγμένη από ρητορικές υπερβολές. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται πολεμοχαρή φρασεολογία· χρειάζεται στρατηγικό ρεαλισμό. Χρειάζεται να εξηγήσει ότι η ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων δεν αποτελεί επιλογή εναντίον της ειρήνης, αλλά μηχανισμό διατήρησής της. Η αποτροπή, στην κλασική της λογική, δεν υπηρετεί την πολεμική κλιμάκωση αλλά την αποτροπή του πειρασμού επιθετικής αναθεώρησης.
Από ιστορική σκοπιά, η παρούσα ευρωπαϊκή στροφή μπορεί να ιδωθεί ως το καθυστερημένο τέλος της μεταψυχροπολεμικής παρένθεσης. Η Ευρώπη του 1990 έως των αρχών του 21ου αιώνα λειτούργησε εν πολλοίς υπό την εντύπωση ότι η ιστορία των μεγάλων συμβατικών απειλών είχε υποχωρήσει, ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση περιόριζε τις αναθεωρητικές φιλοδοξίες και ότι η φιλελεύθερη διεθνής τάξη, με αμερικανική εγγύηση, θα παρέμενε επαρκές πλαίσιο ασφάλειας. Η σημερινή κατάσταση διαλύει αυτές τις βεβαιότητες. Η ιστορία επιστρέφει όχι ως επανάληψη του παρελθόντος, αλλά ως υπενθύμιση ότι οι διεθνείς σχέσεις εξακολουθούν να διέπονται από την ισχύ, την αβεβαιότητα και την ανάγκη αυτοβοήθειας. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη αναγκάζεται να αναστοχαστεί το δικό της γεωπολιτικό νόημα. Είναι μια κοινότητα κανονιστικών αρχών που προϋποθέτει εξωτερικό εγγυητή ή είναι μια πολιτική οντότητα ικανή να αναλάβει το στρατηγικό κόστος της αυτοσυντήρησής της; Το ερώτημα αυτό δεν είναι αφηρημένο. Καθορίζει το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης πολύ περισσότερο από πολλές τεχνοκρατικές συζητήσεις που κυριάρχησαν τις προηγούμενες δεκαετίες.
Εντός αυτού του ευρύτερου πλαισίου, η γερμανική μετατόπιση αποκτά σχεδόν ιστορικοσυστημικό χαρακτήρα. Η Γερμανία δεν είναι απλώς μία ακόμη ευρωπαϊκή δύναμη. Είναι το οικονομικό κέντρο βάρους της ηπείρου, ο κόμβος των εφοδιαστικών δικτύων, σημαντική χώρα υποδοχής συμμαχικών υποδομών και ο κρισιμότερος ίσως παράγοντας ως προς το αν μια ευρωπαϊκή αμυντική μετάβαση θα παραμείνει ρητορική ή θα αποκτήσει υλική βάση. Όταν το Βερολίνο εγκαταλείπει τη λογική της στρατηγικής αναβολής και αποδέχεται, έστω σταδιακά, ότι η Ευρώπη πρέπει να προετοιμαστεί για ένα σενάριο μειωμένης αμερικανικής εγγύησης, τότε μεταβάλλεται ολόκληρο το συστημικό πλαίσιο της ηπείρου. Η μετατόπιση αυτή δεν εξαλείφει τις αντιφάσεις. Η Γερμανία εξακολουθεί να κινείται με προσοχή, να αποφεύγει θεαματικές ρήξεις και να προτιμά τη μεθοδική θεσμική εξέλιξη έναντι της θεατρικής στρατηγικής διακήρυξης. Ακριβώς όμως αυτή η μεθοδικότητα είναι που της προσδίδει βαρύτητα. Όταν η γερμανική θέση αλλάζει, η αλλαγή δύσκολα αναστρέφεται εύκολα, διότι συνοδεύεται συνήθως από δημοσιονομικά, βιομηχανικά και θεσμικά αποτυπώματα.
Δεν πρέπει, πάντως, να υποτιμηθεί η δυσκολία του εγχειρήματος. Η Ευρώπη δεν μπορεί μέσα σε σύντομο χρονικό ορίζοντα να αναπαράγει το πλήρες φάσμα της αμερικανικής στρατηγικής ισχύος. Ούτε διαθέτει ένα ενιαίο πολιτικό κέντρο λήψης αποφάσεων αντίστοιχο με αυτό ενός κράτους-ηγεμόνα. Αυτό σημαίνει ότι το πιθανότερο σενάριο για τα επόμενα χρόνια δεν είναι η πλήρης υποκατάσταση των ΗΠΑ, αλλά μια υβριδική φάση στην οποία η Ευρώπη θα αυξάνει το ειδικό βάρος της ενώ η Ουάσιγκτον θα παραμένει, σε κάποιο βαθμό, αναντικατάστατος πολλαπλασιαστής ισχύος. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι η μείωση της ευρωπαϊκής ευπάθειας έναντι της αμερικανικής πολιτικής μεταβλητότητας. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη δεν χρειάζεται αναγκαστικά να γίνει «νέα Αμερική» στο πεδίο της άμυνας. Χρειάζεται όμως να πάψει να είναι στρατηγικά ανώριμη. Χρειάζεται να αποκτήσει το ελάχιστο επίπεδο αυτάρκειας και συνοχής που θα της επιτρέπει να λειτουργεί αξιόπιστα ακόμη και όταν η αμερικανική στήριξη είναι μερική, αμφίθυμη ή καθυστερημένη.
Η βαθύτερη σημασία της παρούσας συζήτησης είναι τελικά πολιτισμική και υπαρξιακή. Η Ευρώπη καλείται να εγκαταλείψει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να παραμείνει μόνιμα μια «μεταϊστορική» ζώνη, αποσυνδεδεμένη από τις σκληρές επιταγές της διεθνούς πολιτικής. Καλείται να αναγνωρίσει ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, η οικονομική ευημερία και η κανονιστική επιρροή δεν επιβιώνουν σε κενό ισχύος. Προϋποθέτουν αποτρεπτική ικανότητα, πολιτική ανθεκτικότητα, στρατηγική διορατικότητα και βούληση ανάληψης ευθύνης. Η συζήτηση για ένα περισσότερο ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ, επομένως, είναι κάτι πολύ περισσότερο από τεχνική αναδιοργάνωση της Συμμαχίας. Είναι μια δοκιμασία ιστορικής ενηλικίωσης για την ίδια την Ευρώπη. Εάν η ήπειρος καταφέρει να μετατρέψει την παρούσα ανησυχία σε συνεκτική στρατηγική πράξη, τότε θα έχει κάνει ένα αποφασιστικό βήμα προς τη συγκρότησή της ως αυθεντικού γεωπολιτικού υποκειμένου. Εάν, αντιθέτως, η συζήτηση εξαντληθεί σε δηλώσεις προθέσεων, σε αποσπασματικές αυξήσεις δαπανών και σε ατελείωτες ενδοευρωπαϊκές επιφυλάξεις, τότε το αποτέλεσμα θα είναι η διαιώνιση της εξάρτησης μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Συνολικά, η μετάβαση έχει πράγματι αρχίσει, αλλά η έκβασή της δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Η Ευρώπη βρίσκεται ενώπιον ενός ιστορικού παραθύρου, στο οποίο υποχρεώνεται να αναμετρηθεί με τις ίδιες της τις ελλείψεις, τις στρατηγικές της αντιφάσεις και την ανάγκη να αναβαθμίσει την έννοια της συλλογικής άμυνας από συμβολική αρχή σε υλική πραγματικότητα. Η στροφή της Γερμανίας, η αυξημένη κινητοποίηση των βόρειων και ανατολικών ευρωπαϊκών κρατών, η ενίσχυση της συζήτησης για νέες δομές ηγεσίας, η ανάδειξη της πυρηνικής διάστασης, η ανάγκη αναβίωσης της αμυντικής βιομηχανίας και η επαναφορά της κοινωνικής διάστασης της άμυνας συνθέτουν μια νέα γεωπολιτική εξίσωση. Η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να αρκείται σε έναν λόγο περί ασφάλειας που δεν συνοδεύεται από αναλογούντα μέσα. Οφείλει να μετατρέψει τη διαπιστωμένη τρωτότητά της σε κινητήρια δύναμη στρατηγικής ανασυγκρότησης. Το μέλλον του ΝΑΤΟ, υπό αυτή την έννοια, δεν θα κριθεί μόνο από τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και από το κατά πόσον οι ευρωπαϊκές χώρες θα επιδείξουν την ιστορική ωριμότητα να αναλάβουν το μερίδιο ισχύος, ευθύνης και πολιτικού κόστους που επί δεκαετίες ανέβαλαν. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι απλώς να υπάρξει ένα «ευρωπαϊκότερο» ΝΑΤΟ. Είναι να υπάρξει μια Ευρώπη αρκετά πολιτικά ώριμη, στρατηγικά ρεαλιστική και επιχειρησιακά επαρκής ώστε να μπορεί να σταθεί ως αξιόπιστος πυλώνας της ίδιας της ασφάλειάς της.
Πρόσφατα σχόλια