Σε σχετικά σύντομο ιστορικό χρόνο, ο Αλέξης Τσίπρας πέρασε από την ηγεσία ενός μικρού κόμματος της Αριστεράς στην πρωθυπουργία, από την έκφραση της ριζοσπαστικής αντιμνημονιακής προσδοκίας στην αναγκαστική διαχείριση σκληρών περιορισμών, από την πολιτική κυριαρχία στον προοδευτικό χώρο στη βαριά εκλογική ήττα, από την παραίτηση από τον ΣΥΡΙΖΑ στην ίδρυση νέου κόμματος. 

 Η χρηματοπιστωτική κρίση είχε απονομιμοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τους παραδοσιακούς φορείς εξουσίας, είχε τραυματίσει τα μεσαία και λαϊκά στρώματα και είχε δημιουργήσει ανάγκη για πολιτικό λόγο ρήξης. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπό την ηγεσία του λειτούργησε ως μηχανισμός συμπύκνωσης της κοινωνικής αγανάκτησης. Ο Τσίπρας υπήρξε το πρόσωπο μέσα από το οποίο μεγάλα τμήματα της κοινωνίας είδαν την πιθανότητα ανατροπής του μεταπολιτευτικού κατεστημένου.

Η πρωθυπουργία του έδειξε τη σκληρή μετάβαση από τη ρητορική της ρήξης στη λογική της εφαρμογής. Παρά την ριζοσπαστική ρητορική ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε αντιμέτωπος  με ευρωπαϊκούς συσχετισμούς, δημοσιονομικούς περιορισμούς, διοικητικές αδυναμίες, κοινωνικές πιέσεις και εσωτερικές αντιφάσεις. Η περίοδος 2015-2019 άφησε διπλό αποτύπωμα. Από τη μία πλευρά, συνδέθηκε με τη σταθεροποίηση μετά την πιο οξεία φάση της κρίσης και με την τυπική έξοδο από τα μνημόνια. Από την άλλη, συνδέθηκε με διάψευση προσδοκιών, φορολογική επιβάρυνση, δυσπιστία μεσαίων στρωμάτων και αίσθηση ότι η αρχική υπόσχεση υπερέβη τις πραγματικές δυνατότητες. Η διαδρομή Τσίπρα από το 2015 και μετά είναι, κατά βάθος, διαδρομή από τον βολονταρισμό της ριζικής αλλαγής προς τον πραγματισμό της εξουσίας.

Η ήττα του 2019 δεν έκλεισε αμέσως τον κύκλο του. Αντιθέτως, άνοιξε μια περίοδο αναζήτησης νέας ταυτότητας. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησε να διευρυνθεί και να κινηθεί προς ευρύτερη προοδευτική παράταξη, όμως δεν κατόρθωσε να μετατραπεί σε μαζικό κόμμα αντίστοιχο της εκλογικής του εμβέλειας. Το κόμμα παρέμεινε υπερβολικά εξαρτημένο από τον αρχηγό του, ενώ ταυτόχρονα δεν απέκτησε σαφή σοσιαλδημοκρατική, ριζοσπαστική ή κυβερνητική φυσιογνωμία μετά την απώλεια της εξουσίας. Η βαριά εκλογική ήττα του 2023 οδήγησε στην παραίτηση Τσίπρα από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ με τον ίδιο να δηλώνει ότι δεν θα είναι υποψήφιος στην εσωκομματική διαδικασία και να μιλά για ανάγκη νέου κύκλου.

Το κεντρικό ερώτημα είναι αν η δεύτερη πράξη μπορεί να υπερβεί τα όρια της πρώτης. Ο Τσίπρας διαθέτει εμπειρία, αναγνωρισιμότητα, πολιτική αντοχή και ικανότητα παραγωγής γεγονότος. Διαθέτει όμως και βάρη: μνήμη διαψεύσεων, επιφυλάξεις μεσαίων στρωμάτων, κριτική για προσωποκεντρικότητα, αμφιβολία για την οργανωτική του ικανότητα να χτίσει κόμμα πέρα από την αρχηγική δυναμική. Η ΕΛ.Α.Σ. θα κριθεί από το αν ο ίδιος έχει μετατρέψει την προηγούμενη εμπειρία σε πολιτική μάθηση. Όχι αν έχει απλώς καλύτερη επικοινωνιακή στρατηγική, αλλά αν έχει διαφορετική αντίληψη για το κράτος, την οικονομία, την οργάνωση, την ευρωπαϊκή πραγματικότητα και τη σχέση με την κοινωνική πλειοψηφία.

Η πολιτική διαδρομή Τσίπρα, τελικά, δεν είναι μόνο προσωπική βιογραφία. Είναι συμπύκνωση της διαδρομής της ελληνικής Αριστεράς από τη διαμαρτυρία στην εξουσία και από την εξουσία στην ανάγκη αναθεμελίωσης. Αν η ΕΛ.Α.Σ. αποδειχθεί απλώς όχημα επιστροφής, η διαδρομή αυτή θα κλείσει ως κύκλος επανάληψης. Αν αποδειχθεί φορέας ώριμης επεξεργασίας των αντιφάσεων του προηγούμενου κύκλου, τότε η δεύτερη πράξη μπορεί να αποκτήσει πολιτικό νόημα. Το βάρος της απόδειξης είναι μεγάλο, διότι ο Τσίπρας δεν επιστρέφει ως άγνωστος. Επιστρέφει ως πολιτικός που έχει ήδη δοκιμαστεί. Και η δεύτερη εμπιστοσύνη είναι πάντοτε δυσκολότερη από την πρώτη.