Η ήττα του Βίκτορ Όρμπαν είναι ασφαλώς γεγονός τεράστιας ιστορικής σημασίας, όμως η ουσία της επόμενης φάσης δεν εξαντλείται στο αποτέλεσμα της κάλπης. Η πραγματική μάχη έχει ήδη μεταφερθεί στο ημερολόγιο: πότε θα συγκληθεί το νέο κοινοβούλιο, πότε θα ορκιστεί ο νέος πρωθυπουργός, πόσο γρήγορα θα προωθηθούν οι πρώτες παρεμβάσεις, αν η νέα πλειοψηφία θα προλάβει να εκπληρώσει τα ευρωπαϊκά προαπαιτούμενα πριν κλείσουν κρίσιμα παράθυρα χρηματοδότησης, και αν το απερχόμενο καθεστώς θα χρησιμοποιήσει τον χρόνο ως τελευταίο όπλο επιβράδυνσης.
Αυτή η λεπτομέρεια μπορεί να μοιάζει διαδικαστική, αλλά δεν είναι. Σε περιόδους κανονικής διαδοχής, η χρονική αλληλουχία των θεσμικών πράξεων έχει σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα: η κάλπη κλείνει, τα αποτελέσματα επιβεβαιώνονται, οι νέοι βουλευτές αναλαμβάνουν, η νέα κυβέρνηση ορκίζεται και η πολιτική ζωή συνεχίζει. Σε μια μετάβαση σαν τη σημερινή ουγγρική, όμως, κάθε μέρα έχει ειδικό βάρος. Όσο η νέα κυβέρνηση δεν έχει τυπικά αναλάβει, το απερχόμενο σύστημα εξακολουθεί να κατέχει τον κρατικό μηχανισμό. Όσο καθυστερεί η πολιτική εγκατάσταση της νέας πλειοψηφίας, τόσο μεγαλύτερη είναι η δυνατότητα των απερχόμενων δικτύων να αναδιατάξουν φακέλους, να εδραιώσουν πρόσωπα, να δημιουργήσουν διοικητικά τετελεσμένα, να επιμηκύνουν τον χρόνο της αβεβαιότητας και να αποδυναμώσουν το πρώτο κύμα ενθουσιασμού που συνοδεύει μια ιστορική νίκη.
Η νέα ουγγρική κυβέρνηση βρίσκεται ενώπιον μιας εξαιρετικά πυκνής χρονικής συμπίεσης. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η εσωτερική πολιτική πίεση: ο Πέτερ Μάγιαρ πρέπει να μετατρέψει γρήγορα την εκλογική υπεροχή του σε αίσθηση χειροπιαστής αλλαγής, διότι η κοινωνία που κινητοποιήθηκε μαζικά για να απομακρύνει τον Όρμπαν δεν θα δεχθεί εύκολα μακρά περίοδο ασαφούς αναμονής. Από την άλλη, υπάρχει η εξωτερική, ευρωπαϊκή πίεση: οι παγωμένοι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, ιδίως το κρίσιμο πακέτο των περίπου 10 δισ. ευρώ, συνδέονται με συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις και με σαφή χρονικά όρια.
Αυτό δημιουργεί μια ιδιότυπη μετάβαση υψηλής πυκνότητας. Η νέα κυβέρνηση δεν έχει την πολυτέλεια της αργής εγκατάστασης. Δεν μπορεί να κυβερνήσει με το ρυθμό που συχνά ακολουθούν κυβερνήσεις που διαδέχονται η μία την άλλη μέσα σε πλαίσιο σχετικής θεσμικής ομαλότητας. Αντιθέτως, πρέπει σχεδόν αμέσως να είναι ταυτόχρονα κυβέρνηση, νομοθετικός κινητήρας, ευρωπαϊκός διαπραγματευτής, διαχειριστής κατεστραμμένων σχέσεων εμπιστοσύνης και επιβλέπων μιας δύσκολης κρατικής παραλαβής. Το Reuters ανέφερε ότι ο Μάγιαρ έχει ήδη ξεκινήσει πρόωρες συνομιλίες με αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι αναμένεται υψηλόβαθμη ευρωπαϊκή αποστολή στη Βουδαπέστη, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει επαρκής χρόνος για μακρές πολιτικές προθερμάνσεις. (reuters.com)
Ο χρόνος, όμως, λειτουργεί αμφίδρομα. Δεν πιέζει μόνο τη νέα κυβέρνηση. Πιέζει και το παλαιό σύστημα. Όσο ταχύτερα κινηθεί ο Μάγιαρ, τόσο μικρότερη είναι η δυνατότητα του απερχόμενου καθεστώτος να κερδίσει έδαφος μέσω καθυστέρησης. Αντιστρόφως, κάθε μέρα που χάνεται αυξάνει την ικανότητα του παλαιού δικτύου να προστατεύσει τον εαυτό του. Οι πρόσφατες αναφορές περί καταστροφής εγγράφων και διοικητικής αποψίλωσης τεκμηρίων δείχνουν ότι αυτή η διάσταση δεν είναι θεωρητική. Ο ίδιος ο Μάγιαρ δήλωσε ότι έχει πληροφορίες για καταστροφή εγγράφων σε υπηρεσίες, υπουργεία και κρίσιμους φορείς, επιμένοντας ότι τέτοιες πράξεις βλάπτουν το κράτος και όχι απλώς τη νέα εξουσία. (reuters.com) Η σημασία αυτού του στοιχείου είναι τεράστια: όταν η μετάβαση επιβραδύνεται, η παλαιά εξουσία αποκτά χρόνο όχι μόνο να αμυνθεί πολιτικά αλλά και να μειώσει την ιχνηλασιμότητα της δικής της διακυβέρνησης. Το ημερολόγιο, λοιπόν, δεν είναι απλό οργανωτικό εργαλείο. Είναι γραμμή αντιπαράθεσης ανάμεσα στη λογοδοσία και στη λήθη.
Η πολιτική του χρόνου γίνεται ακόμη πιο σύνθετη αν ληφθεί υπόψη η ίδια η ψυχολογία της νίκης. Οι μεγάλες εκλογικές ανατροπές γεννούν ένα κεφάλαιο προσδοκίας που είναι πολύτιμο αλλά εύθραυστο. Η κοινωνία, ιδίως όταν έχει ζήσει για μεγάλο διάστημα υπό σχεδόν αδιαμφισβήτητη ηγεμονία, συχνά προσλαμβάνει την εκλογική αλλαγή ως ιστορική λύτρωση. Αυτό είναι πηγή τεράστιας ενέργειας. Είναι, όμως, και πηγή κινδύνου. Διότι η πολιτική προσδοκία έχει δικό της ρολόι, πολύ διαφορετικό από το θεσμικό. Η κοινωνία περιμένει γρήγορα σημάδια. Περιμένει όχι αναγκαστικά πλήρη αποτελέσματα μέσα σε λίγες εβδομάδες, αλλά καθαρές ενδείξεις ότι το νέο καθεστώς ξέρει τι κάνει και πού πηγαίνει. Όταν οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να μετατρέψουν τη νίκη τους σε γρήγορη αντίληψη αλλαγής, το συμβολικό τους κεφάλαιο αρχίζει να διαβρώνεται νωρίτερα απ’ όσο συνήθως νομίζουν. Γι’ αυτό η ατζέντα των πρώτων εκατό ημερών αποκτά στην Ουγγαρία βαρύτητα πολύ μεγαλύτερη από το τυπικό κοινοβουλευτικό έθιμο.
Στο ουγγρικό παράδειγμα, ο χρόνος είναι επίσης συνδεδεμένος με τη δομή της νέας υπερπλειοψηφίας. Η κοινοβουλευτική δύναμη του Tisza δίνει θεωρητικά τη δυνατότητα γρήγορων μεταβολών σε νόμους, θεσμούς και συνταγματικές ρυθμίσεις. Αυτή η δύναμη είναι πλεονέκτημα, αλλά δεν καταργεί την πίεση του χρόνου. Αντιθέτως, την επιτείνει. Μια κυβέρνηση με μικρή ή εύθραυστη πλειοψηφία θα μπορούσε να δικαιολογήσει καθυστερήσεις επικαλούμενη ανάγκη συμβιβασμών. Η κυβέρνηση Μάγιαρ, ακριβώς επειδή διαθέτει άνετη κοινοβουλευτική δύναμη, θα κριθεί πολύ αυστηρότερα για κάθε αδράνεια. Οι Ευρωπαίοι εταίροι, οι αγορές, η κοινωνία και οι ίδιοι οι υποστηρικτές της θα θεωρούν εύλογα ότι η δύναμη πρέπει να αποδίδει ταχύτητα. Αυτό δημιουργεί ένα σπάνιο φαινόμενο: η πολιτική ευχέρεια αυξάνει, αλλά μαζί της αυξάνει και η ένταση της χρονικής απαίτησης.
Το γεγονός ότι ο Μάγιαρ επιθυμεί να ορκιστεί την ίδια ημέρα που θα συγκληθεί η Βουλή είναι απολύτως ενδεικτικό αυτής της λογικής. Δεν πρόκειται μόνο για συμβολική ρήξη με το παρελθόν. Πρόκειται για στρατηγική συμπύκνωση της μετάβασης. Ο ίδιος γνωρίζει ότι στην παρούσα συγκυρία κάθε αναβολή αποκτά πολιτικό περιεχόμενο. Δεν υπάρχει αθώος χρόνος. Αν η ορκωμοσία μετατεθεί, αν οι διαβουλεύσεις παραταθούν, αν η διοικητική εγκατάσταση καθυστερήσει, αν τα πρώτα νομοσχέδια δεν ετοιμαστούν εγκαίρως, το σύστημα που ηττήθηκε στις κάλπες θα έχει κερδίσει ένα είδος άτυπης παράτασης ζωής.
Η έννοια της «παράτασης ζωής» είναι κρίσιμη. Η ιστορία των πολιτικών καθεστώτων δείχνει ότι η ήττα στην κάλπη δεν ισοδυναμεί πάντοτε με άμεση απώλεια επιρροής. Όταν ένα καθεστώς έχει εγκαταστήσει πιστούς του σε θεσμούς, ανεξάρτητες αρχές, δικαστικούς μηχανισμούς, δημόσιες επιχειρήσεις, προεδρικούς κύκλους, ρυθμιστικά όργανα και αρχειακές δομές, τότε το διάστημα ανάμεσα στην κάλπη και στην ουσιαστική ανάληψη της διοίκησης είναι για αυτόν τον λόγο υπερπολύτιμο. Εκεί μπορούν να εδραιωθούν πρόσωπα, να παραχθούν διοικητικές ασπίδες, να επιταχυνθούν μεταβιβάσεις, να εκκαθαριστούν ίχνη και να χαραχθούν νέες γραμμές άμυνας. Η μετάβαση στην Ουγγαρία, συνεπώς, δεν είναι απλώς θεσμικά φορτισμένη. Είναι χρονικά στρατιωτικοποιημένη, με την έννοια ότι κάθε παράταση λειτουργεί ως επιχειρησιακό όφελος για την ηττημένη πλευρά.
Η άλλη πλευρά αυτής της πραγματικότητας είναι η Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι αγορές και οι διεθνείς εταίροι δεν ενδιαφέρονται μόνο για την κατεύθυνση της νέας κυβέρνησης αλλά και για τον ρυθμό της. Δεν αρκεί να δηλωθεί πρόθεση μεταρρύθμισης. Πρέπει να φανεί ότι η διοικητική μηχανή μπορεί να τη μετατρέψει σε συγκεκριμένα νομοθετικά και θεσμικά αποτελέσματα μέσα σε στενό χρονικό ορίζοντα. Το Reuters υπογράμμισε ότι η Ουγγαρία έχει μπροστά της ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα για την υλοποίηση αλλαγών που θα επιτρέψουν την πρόσβαση σε κοινοτικά κονδύλια πριν λήξουν κρίσιμες προθεσμίες. (reuters.com) Αυτή η πίεση είναι ουσιαστικά εξωτερικός χρονισμός πάνω στον εσωτερικό πολιτικό χρόνο. Και όπως συμβαίνει σε όλες τις μεταβάσεις, οι δύο αυτοί χρόνοι δεν συμπίπτουν φυσικά. Η κοινωνία μπορεί να θέλει γρήγορη δικαιοσύνη. Η Ευρώπη μπορεί να θέλει γρήγορη συμμόρφωση. Η κυβέρνηση μπορεί να χρειάζεται χρόνο για ασφαλή νομοτεχνική προετοιμασία. Το απερχόμενο σύστημα μπορεί να θέλει καθυστέρηση. Η πολιτική επιτυχία θα κριθεί από το αν ο Μάγιαρ μπορέσει να ενοποιήσει αυτούς τους αντιφατικούς ρυθμούς.
Αυτό σημαίνει ότι η νέα κυβέρνηση χρειάζεται μια θεωρία του χρόνου, όχι μόνο ένα πρόγραμμα. Πρέπει να γνωρίζει ποιες πράξεις απαιτούν άμεση εκτέλεση, ποιες χρειάζονται θεσμική προφύλαξη, ποιες μπορούν να μετατεθούν χωρίς απώλεια δυναμικής και ποιες, αν αναβληθούν, θα διαλυθούν πολιτικά. Η χρονική ιεράρχηση είναι εξίσου σημαντική με την ουσία των πολιτικών επιλογών. Για παράδειγμα, η διάσωση αρχείων, η διασφάλιση διοικητικής πρόσβασης, η συγκρότηση ομάδων επαφής με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η κατάρτιση του πρώτου κύματος νομοσχεδίων δεν μπορούν να περιμένουν. Αντίθετα, ορισμένες βαθύτερες συνταγματικές αναθεωρήσεις ή μακροπρόθεσμες διοικητικές αναδιαρθρώσεις ίσως χρειάζονται πιο αργό ρυθμό ώστε να μη φανεί ότι η νέα υπερπλειοψηφία λειτουργεί με λογική καταιγισμού χωρίς διαβούλευση. Η σοβαρή μετάβαση δεν είναι ούτε πανικός ούτε αδράνεια. Είναι πειθαρχημένη επιτάχυνση.
Αυτή η φράση — πειθαρχημένη επιτάχυνση — αποδίδει ίσως καλύτερα από κάθε άλλη τη μετά-ορμπανική πρόκληση. Η νέα κυβέρνηση δεν έχει το περιθώριο να κινηθεί αργά, αλλά ούτε το δικαίωμα να κινηθεί άτσαλα. Πρέπει να δείξει ότι διαθέτει ρυθμό χωρίς να χάνει νομιμότητα, ότι ενεργεί γρήγορα χωρίς να υπονομεύει την ποιότητα των ρυθμίσεων, ότι απαντά στα ευρωπαϊκά deadlines χωρίς να εμφανίζεται ως γραφειοκρατικός εκτελεστής εξωτερικών όρων. Αν αποτύχει σε αυτή την ισορροπία, θα κινδυνεύσει είτε να φανεί ανίκανη είτε να φανεί υπερσυγκεντρωτική. Και τα δύο θα έδιναν στον ηττημένο ορμπανισμό πολύτιμο χώρο ανασύνταξης.
Υπάρχει, επιπλέον, και μια πιο λεπτή χρονική διάσταση: η διάρκεια της μνήμης. Οι κοινωνίες δεν θυμούνται την ένταση μιας εκλογικής ανατροπής για πάντα. Αν οι πρώτοι μήνες της νέας περιόδου δώσουν αίσθηση σαφούς τροχιάς, η μνήμη της νίκης μετατρέπεται σε σταθερή πολιτική βάση. Αν, αντιθέτως, οι πρώτες εβδομάδες βυθιστούν σε θολή διαχειριστική σύγχυση, η μνήμη του εκλογικού σεισμού αρχίζει να αποσυντίθεται και το παλαιό καθεστώς ανακτά αφηγηματικό οξυγόνο. Το Fidesz γνωρίζει καλά αυτή τη δυναμική. Δεν χρειάζεται να ανακτήσει άμεσα την εξουσία· αρκεί να κερδίσει χρόνο, να επιμηκύνει το μεταβατικό γκρίζο πεδίο και να ελπίσει ότι η κοινωνία θα περάσει από την προσδοκία στην ανυπομονησία. Γι’ αυτό ο έλεγχος του χρόνου είναι για τη νέα κυβέρνηση εξίσου σημαντικός με τον έλεγχο της ατζέντας.
Η ίδια η σχέση ανάμεσα στον Μάγιαρ και τον πρόεδρο της Δημοκρατίας υπογραμμίζει την πολιτική σημασία αυτού του σημείου. Εφόσον ο πρόεδρος καθορίζει τη σύγκληση της νέας Βουλής και, κατ’ επέκταση, το πότε μπορεί να κινηθεί ο τυπικός μηχανισμός ανάληψης της εξουσίας, ο χρόνος της μετάβασης δεν είναι εντελώς ουδέτερος ή αυτόματος. Το Reuters σημείωσε ότι η ημερομηνία ορκωμοσίας του Μάγιαρ εξαρτάται από τον προεδρικό χρονισμό της πρώτης κοινοβουλευτικής συνεδρίασης. (reuters.com) Σε μια τέτοια συνθήκη, ακόμη και τυπικά συνταγματικές πράξεις αποκτούν βαρύτητα τακτικής. Δεν χρειάζεται θεσμική εκτροπή για να προκληθεί πολιτικό κόστος. Αρκεί η επιλεκτική χρήση των θεσμικών περιθωρίων προς κατεύθυνση επιβράδυνσης.
Η μετάβαση στην Ουγγαρία διδάσκει, συνεπώς, κάτι ευρύτερο για τις δημοκρατίες μετά από μακρά περίοδο καθεστωτικής διακυβέρνησης: ο πρώτος αγώνας δεν είναι πάντα για το πρόγραμμα, αλλά για την κατοχύρωση της δυνατότητας να υπάρξει πρόγραμμα πριν παρέλθει το παράθυρο αποτελεσματικότητας. Η νέα κυβέρνηση δεν μπορεί να σκεφτεί γραμμικά — πρώτα ορκίζομαι, μετά οργανώνομαι, μετά διαβουλεύομαι, μετά μεταρρυθμίζω, μετά συζητώ με την Ευρώπη. Αυτή η διαδοχή ανήκει σε ήρεμες μεταβάσεις. Η ουγγρική συγκυρία απαιτεί παράλληλα επίπεδα δράσης. Ενώ ακόμη οργανώνεται η ορκωμοσία, πρέπει να λειτουργούν ευρωπαϊκά κανάλια, να προετοιμάζονται νομοσχέδια, να ασφαλίζονται κρατικές δομές, να χαράσσεται η επικοινωνιακή λογική της πρώτης περιόδου και να συγκρατείται η κοινωνική προσδοκία μέσα σε πλαίσιο ρεαλισμού. Η νέα εξουσία πρέπει να εργαστεί σαν να κυβερνά ήδη προτού κυβερνήσει τυπικά, ακριβώς επειδή οι προθεσμίες δεν περιμένουν.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο χρόνος, ο οποίος επί δεκαέξι χρόνια λειτουργούσε υπέρ του Όρμπαν ως παράγοντας συσσώρευσης δύναμης, τώρα λειτουργεί εναντίον των υπολειμμάτων του συστήματός του, εφόσον ο Μάγιαρ κινηθεί σωστά. Όσο γρηγορότερα εισέλθει η νέα εξουσία στον πυρήνα της κρατικής λειτουργίας, όσο ταχύτερα επισημοποιήσει τη ρήξη με την αδράνεια, όσο νωρίτερα μετατρέψει τη νίκη σε κυβερνητικό ρυθμό, τόσο δυσκολότερο θα είναι για το παλαιό σύστημα να μετατρέψει την ήττα του σε παρατεταμένη σκιά επιρροής. Αντίθετα, αν ο χρόνος διαφύγει, αν χαθούν εβδομάδες σε συμβολικές κινήσεις χωρίς δομικό αντίκρισμα, η νέα κυβέρνηση θα βρεθεί να κυνηγά το ίδιο της το εκλογικό momentum.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η μετά-ορμπανική Ουγγαρία δεν βρίσκεται μόνο μπροστά σε θεσμική ανασυγκρότηση αλλά σε χρονική δοκιμασία εξουσίας. Η νέα κυβέρνηση πρέπει να κερδίσει όχι μόνο ψήφους, ούτε μόνο νόμους, ούτε μόνο ευρωπαϊκή εμπιστοσύνη. Πρέπει να κερδίσει το δικαίωμα να ορίζει η ίδια τον ρυθμό της μετάβασης.
Πρόσφατα σχόλια