Η μεγαλύτερη ειρωνεία της ουγγρικής πολιτικής συγκυρίας είναι ότι η νέα εξουσία καλείται να θεραπεύσει ακριβώς εκείνη τη συνταγματική λογική που, αν δεν προσέξει, μπορεί η ίδια να αναπαραγάγει. Ο Πέτερ Μάγιαρ και το Tisza δεν κληρονόμησαν απλώς μια ιστορική εκλογική νίκη. Κληρονόμησαν κάτι πολύ βαρύτερο: μια κοινοβουλευτική δύναμη που τους δίνει τη δυνατότητα να αναδιαμορφώσουν κανόνες, θεσμούς, ισορροπίες και βασικούς κόμβους της κρατικής οργάνωσης σε βαθμό που σπανίως διαθέτει αντιπολίτευση αμέσως μετά την πτώση ηγεμονικού καθεστώτος. Το Reuters τόνισε ότι η νίκη του Tisza του εξασφαλίζει πλειοψηφία δύο τρίτων στο 199μελές κοινοβούλιο, πράγμα που καθιστά εφικτές ακόμη και συνταγματικές μεταβολές και ευρείες αναδιατάξεις στο σύστημα εξουσίας. Αυτό το γεγονός είναι ταυτόχρονα πηγή δύναμης και πηγή κινδύνου. Διότι το κεντρικό πρόβλημα της ορμπανικής περιόδου δεν ήταν απλώς η πολιτική διάρκεια ή η ιδεολογική φυσιογνωμία της κυβέρνησης. Ήταν η μετατροπή μιας εκλογικής υπεροχής σε δομική ικανότητα ανασχεδιασμού του πολιτεύματος χωρίς επαρκή κουλτούρα αυτοπεριορισμού.

Εδώ εντοπίζεται η αληθινή «συνταγματική στιγμή» της Ουγγαρίας. Ο όρος δεν περιγράφει απλώς μια χρονική συγκυρία κατά την οποία μπορεί να αλλάξει το Σύνταγμα. Περιγράφει μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική εξουσία αποκτά τόσο υψηλή ιδρυτική ικανότητα, ώστε οι αποφάσεις της δεν αφορούν μόνο την τρέχουσα διακυβέρνηση αλλά το είδος του καθεστώτος μέσα στο οποίο θα κυβερνούν και οι μελλοντικοί αντίπαλοί της. Μια συνταγματική στιγμή δεν δοκιμάζει μόνο την αποτελεσματικότητα ενός νικητή. Δοκιμάζει την πολιτική του ωριμότητα. Μια κυβέρνηση με απλή πλειοψηφία κρίνεται κυρίως από το τι πράττει. Μια κυβέρνηση με συνταγματική υπερπλειοψηφία κρίνεται επίσης από το τι επιλέγει να μην πράξει, παρότι μπορεί. 

Το θεωρητικό βάθος αυτού του διλήμματος είναι σημαντικό. Η φιλελεύθερη συνταγματική σκέψη δεν γεννήθηκε για να οργανώνει απλώς τη βούληση της πλειοψηφίας. Γεννήθηκε κυρίως για να τη δεσμεύει. Το σύνταγμα, στην κλασική του έννοια, δεν είναι ο χώρος μέσα στον οποίο η νικήτρια παράταξη καταγράφει τη δύναμή της. Είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο η δύναμη της πλειοψηφίας μετατρέπεται σε κυβερνητική αρμοδιότητα χωρίς να ακυρώνει τη μελλοντική δυνατότητα εναλλαγής, ελέγχου και μειονοτικής προστασίας. Από αυτή την άποψη, ο ορμπανισμός συνιστούσε ακριβώς μια ιδιότυπη αντιστροφή της συνταγματικής ιδέας: η υπερπλειοψηφία χρησιμοποιήθηκε όχι για να ενισχύσει το σύστημα εγγυήσεων, αλλά για να μετατρέψει το Σύνταγμα σε εργαλείο θωράκισης της κυβερνητικής κυριαρχίας. Η νέα ουγγρική πλειοψηφία βρίσκεται τώρα μπροστά στην αντίθετη πρόκληση: να χρησιμοποιήσει την ίδια αριθμητική δύναμη για να μειώσει, και όχι να επεκτείνει, τη δυνατότητα μελλοντικής συνταγματικής ιδιοποίησης του κράτους.

Από αυτή τη σκοπιά, ο Μάγιαρ δεν έχει μπροστά του απλώς μια λίστα μεταρρυθμίσεων. Έχει μπροστά του μια κανονιστική επιλογή για το τι σημαίνει συνταγματική αποκατάσταση. Υπάρχουν, θεωρητικά, τρεις δρόμοι. Ο πρώτος είναι ο δρόμος της συμμετρικής αντιστροφής: η νέα πλειοψηφία καταργεί γρήγορα το παλαιό πλαίσιο, αντικαθιστά κομβικά πρόσωπα, αναθεωρεί το Σύνταγμα και επαναφέρει, με δικούς της όρους, ένα διαφορετικό αλλά εξίσου πλειοψηφικά αποφασισμένο συνταγματικό καθεστώς. Ο δεύτερος είναι ο δρόμος της συντηρητικής αδράνειας: η νέα εξουσία φοβάται να χρησιμοποιήσει τη δύναμή της, αφήνει όρθιες πολλές από τις καθεστωτικές στρεβλώσεις και αποδυναμώνεται πολιτικά από την ίδια της τη διστακτικότητα. Ο τρίτος, και δυσκολότερος, είναι ο δρόμος της αυτοπεριοριζόμενης επανίδρυσης: η πλειοψηφία χρησιμοποιεί την ισχύ της για να ανασχεδιάσει τους κανόνες έτσι ώστε ούτε η ίδια ούτε οποιαδήποτε μελλοντική πλειοψηφία να μπορεί να ιδιοποιηθεί ξανά τόσο εύκολα το κράτος. Το μεγάλο διακύβευμα της Ουγγαρίας είναι αν ο Μάγιαρ θα επιλέξει αυτόν τον τρίτο δρόμο.

Οι πρώτες δηλώσεις του ίδιου υποδηλώνουν ότι αντιλαμβάνεται την ανάγκη βαθιάς συνταγματικής παρέμβασης. Το Reuters μετέδωσε ότι έχει ήδη προαναγγείλει μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, περιορισμό του πρωθυπουργικού αξιώματος σε δύο θητείες, ενίσχυση της δικαστικής ανεξαρτησίας, ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και αποκατάσταση βασικών δημοκρατικών εγγυήσεων. (reuters.com) Η επιλογή αυτή είναι αποκαλυπτική. Δεν προτάσσει, τουλάχιστον σε επίπεδο δημόσιας δήλωσης, μια λογική καθαρής ρεβάνς. Προτάσσει ιδέες που, εάν υλοποιηθούν σοβαρά, περιορίζουν τη μελλοντική συγκέντρωση εξουσίας. Το όριο θητειών, για παράδειγμα, δεν είναι τιμωρητικό μέτρο εναντίον του Όρμπαν ως προσώπου. Είναι συνταγματική απόπειρα να καταστεί δυσκολότερη η αναπαραγωγή μιας δεκαεξαετούς προσωπικής κυριαρχίας. Η αξία τέτοιων παρεμβάσεων δεν εξαρτάται από τη συμβολική τους φόρτιση αλλά από το αν αποτυπώνουν μια διαφορετική θεωρία για το τι οφείλει να κάνει μια υπερπλειοψηφία: όχι να διευρύνει το εύρος της παντοδυναμίας της, αλλά να το υποβάλλει σε ανθεκτικούς φραγμούς.

Η συνταγματική στιγμή της Ουγγαρίας είναι, λοιπόν, περισσότερο ποιοτικό παρά ποσοτικό ζήτημα. Το ερώτημα δεν είναι πόσα άρθρα θα αλλάξουν ή πόσοι θεσμοί θα αναμορφωθούν. Το ερώτημα είναι αν η λογική των αλλαγών θα είναι προστατευτική ή ιδιοκτησιακή. Για να τεθεί πιο καθαρά: θα ξαναγραφούν οι κανόνες ώστε να υπηρετήσουν μια νέα πλειοψηφία ή ώστε να περιορίσουν οποιαδήποτε πλειοψηφία; Στην πρώτη περίπτωση, η Ουγγαρία θα εισέλθει απλώς σε νέο κύκλο συνταγματικού εργαλειακισμού. Στη δεύτερη, θα αποκτήσει πιθανότητα πραγματικής δημοκρατικής αποκατάστασης. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο μοντέλα δεν είναι νομικιστική λεπτομέρεια. Είναι η ίδια η ουσία του συνταγματικού φιλελευθερισμού.

Αυτή η διάκριση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η παρούσα κυβέρνηση δεν θα δρα σε ουδέτερο θεσμικό περιβάλλον. Κληρονομεί κράτος στο οποίο κομβικές θέσεις, αρχές, πρόσωπα και μηχανισμοί εξακολουθούν να φέρουν το αποτύπωμα της προηγούμενης ηγεμονίας. Η πίεση, επομένως, να κινηθεί γρήγορα θα είναι τεράστια. Και θα είναι εύλογη. Μια νέα κυβέρνηση που έχει κερδίσει τόσο καθαρά θα βρεθεί αντιμέτωπη με την κοινωνική απαίτηση να «καθαρίσει» γρήγορα το τοπίο. Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο μεγάλος πειρασμός κάθε μετα-ηγεμονικής πλειοψηφίας: να θεωρήσει ότι η ταχύτητα δικαιώνει την υπέρβαση της συνταγματικής προσοχής. Όμως η εμπειρία πολλών μεταβάσεων δείχνει ότι η βιαστική αποκαθήλωση ενός καθεστώτος μπορεί να παράγει νέα μορφή συγκεντρωτισμού, έστω με αντίθετο πολιτικό πρόσημο. Η νέα ουγγρική εξουσία πρέπει να αποδείξει ότι είναι σε θέση να διακρίνει ανάμεσα στην αποφασιστικότητα και στον συνταγματικό καιροσκοπισμό.

Από αυτή τη σκοπιά, η συζήτηση περί «αποκατάστασης της δημοκρατίας» χρειάζεται να απομακρυνθεί από τη ρητορική της ηθικής τιμωρίας και να κινηθεί σε πιο αυστηρό επίπεδο θεσμικής μηχανικής. Τι σημαίνει, για παράδειγμα, ανεξάρτητη δικαιοσύνη σε μια χώρα όπου το πρόβλημα δεν ήταν μόνο οι διορισμοί αλλά η ευρύτερη λογική ελέγχου; Σημαίνει απλώς αντικατάσταση ορισμένων κορυφαίων προσώπων ή επανασχεδιασμό των ίδιων των διαδικασιών επιλογής, αξιολόγησης και θητείας; Τι σημαίνει πλουραλισμός στα μέσα; Σημαίνει αλλαγή διοικήσεων στη δημόσια ραδιοτηλεόραση ή σχεδιασμό τέτοιων εγγυήσεων ώστε καμία μελλοντική κυβέρνηση να μην μπορεί να την καταστήσει ξανά όργανο προπαγάνδας; Τι σημαίνει αποκομματικοποίηση της διοίκησης; Σημαίνει εκκαθάριση προσώπων ή οικοδόμηση πλαισίου υπηρεσιακής ουδετερότητας που θα περιορίζει εξ ορισμού κάθε επόμενη κομματική άλωση; Ο βαθμός στον οποίο η κυβέρνηση Μάγιαρ θα απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα με γενικούς, αυτοδεσμευτικούς κανόνες και όχι με πολιτικά προσωποποιημένες λύσεις θα δείξει αν πρόκειται πράγματι για νέα συνταγματική εποχή.

Ακριβώς εδώ η έννοια της «δύναμης που αυτοπεριορίζεται» καθίσταται κεντρική. Στη συνταγματική θεωρία, ο αυτοπεριορισμός της εξουσίας δεν είναι σημάδι αδυναμίας· είναι το πιο ώριμο σημάδι ισχύος. Μόνο μια εξουσία που δεν φοβάται το μέλλον μπορεί να θεσπίσει κανόνες οι οποίοι περιορίζουν και την ίδια. Αν η νέα ουγγρική κυβέρνηση επιλέξει να εγκαταστήσει θεσμούς που θα δυσκολεύουν την παρατεταμένη παραμονή οποιουδήποτε πρωθυπουργού, θα θωρακίζουν αληθινά τη δικαιοσύνη, θα επιβάλλουν ισχυρά πρότυπα διαφάνειας στις συμβάσεις, θα θωρακίζουν την αυτονομία των ρυθμιστικών αρχών και θα αποσπούν τη δημόσια ενημέρωση από την εκτελεστική εξουσία, τότε θα έχει επιλέξει αυτή ακριβώς τη λογική. Θα έχει πει, στην πράξη, ότι δεν ενδιαφέρεται να γίνει ο νέος ιδιοκτήτης του ουγγρικού κράτους, αλλά ο μεταβατικός φορέας της αποϊδιοποίησής του.

Η δυσκολία αυτού του εγχειρήματος γίνεται ακόμη μεγαλύτερη λόγω της ευρωπαϊκής διάστασης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει ταχεία πρόοδο σε μεταρρυθμίσεις που αφορούν το κράτος δικαίου, προκειμένου να αποδεσμευθούν σημαντικοί πόροι που είχαν μπλοκαριστεί επί Όρμπαν. Το Reuters έχει ήδη επισημάνει ότι οι επαφές της νέας ουγγρικής κυβέρνησης με τις Βρυξέλλες γίνονται υπό στενό χρονικό ορίζοντα και με σαφή προσδοκία ότι η νέα πλειοψηφία θα χρησιμοποιήσει ακριβώς τη δύναμή της για να υλοποιήσει τις αναγκαίες αλλαγές. (reuters.com) Αυτό όμως δημιουργεί μια δύσκολη διπλή πίεση: πρέπει να υπάρξει ταχύτητα χωρίς βιασύνη, βάθος χωρίς θεσμικό πανικό, ρήξη χωρίς ρεβανσισμό. Αν η κυβέρνηση κινηθεί πολύ αργά, θα χάσει πολιτικό και οικονομικό χρόνο. Αν κινηθεί υπερβολικά γρήγορα και ακατέργαστα, θα προσφέρει στο Fidesz ένα εύκολο αφήγημα ότι η νέα πλειοψηφία χρησιμοποιεί την υπεροχή της για να εγκαταστήσει δικό της καθεστώς. Η συνταγματική ωριμότητα μετριέται ακριβώς στη διαχείριση αυτής της ταυτόχρονης πίεσης.

Από πολιτειολογική άποψη, η Ουγγαρία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια σπάνια ευκαιρία να μεταβεί από το μοντέλο της πλειοψηφικής κυριαρχίας στο μοντέλο της συνταγματικής αμοιβαιότητας. Ο όρος χρειάζεται εξήγηση. Πλειοψηφική κυριαρχία είναι η λογική σύμφωνα με την οποία η εκλογική νίκη δικαιούται να ελέγχει και να επανασχεδιάζει σχεδόν τα πάντα, επειδή διαθέτει την αριθμητική νομιμοποίηση. Συνταγματική αμοιβαιότητα είναι η λογική σύμφωνα με την οποία οι κανόνες διαμορφώνονται έτσι ώστε και η σημερινή πλειοψηφία και η αυριανή μειοψηφία να αναγνωρίζουν ότι το πολιτικό παιχνίδι παραμένει κοινό και όχι ιδιοκτησιακά περιφραγμένο. Αν η νέα κυβέρνηση επιτύχει αυτή τη μετατόπιση, η σημασία της ουγγρικής ανατροπής θα υπερβεί την εθνική της κλίμακα. Θα γίνει ευρωπαϊκό παράδειγμα του πώς μια υπερπλειοψηφία μπορεί να χρησιμοποιηθεί όχι για να επιβάλει νέα ηγεμονία αλλά για να περιορίσει συνταγματικά την πιθανότητα κάθε μελλοντικής ηγεμονίας.

Το αν αυτό θα γίνει εξαρτάται και από το πώς η ίδια η νέα κυβέρνηση κατανοεί την εντολή της. Κάθε μεγάλη νίκη μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους. Μπορεί να εκληφθεί ως εξουσιοδότηση για ριζική αντικατάσταση του παλαιού κόσμου με νέο κόσμο που φέρει το αποτύπωμα των νικητών. Ή μπορεί να εκληφθεί ως εντολή επανασύνδεσης του κράτους με κανόνες που δεν θα ανήκουν σε κανέναν. Η πρώτη ανάγνωση είναι πολιτικά ελκυστική, διότι προσφέρει καθαρότητα, ταχύτητα και αίσθηση ιστορικής δικαίωσης. Η δεύτερη είναι δυσκολότερη, διότι απαιτεί αυτοσυγκράτηση ακριβώς όταν η συγκυρία σε ευνοεί. Η πρώτη φτιάχνει εύκολα ιστορίες ηγεμονίας. Η δεύτερη χτίζει πιο αργά αλλά πολύ πιο ανθεκτικά συνταγματικά καθεστώτα. Η ουγγρική κοινωνία, έχοντας βιώσει επί δεκαέξι χρόνια τη μετατροπή της συνταγματικής αριθμητικής σε πολιτειακή μονοκρατορία, έχει κάθε λόγο να ελπίζει ότι ο Μάγιαρ θα επιλέξει τη δεύτερη οδό.

Αυτό απαιτεί, επιπλέον, μια διαφορετική αντίληψη για το τι σημαίνει νίκη. Σε καθεστώτα βαθιάς πόλωσης, οι νικητές συχνά θεωρούν ότι η ιστορική δικαίωσή τους θα επιτευχθεί μόνο όταν εξαφανιστεί θεσμικά η επιρροή των ηττημένων. Όμως μια τέτοια λογική, ακόμη κι όταν εφαρμόζεται στο όνομα της δημοκρατίας, μπορεί να οδηγήσει σε ατέρμονους κύκλους συνταγματικής εκδίκησης. Αντιθέτως, η ώριμη δημοκρατική νίκη είναι εκείνη που μετατρέπει τους ηττημένους σε μελλοντικά πιθανούς ανταγωνιστές μέσα σε κανόνες που ισχύουν για όλους. Το Fidesz πρέπει να μπορεί να ηττηθεί ξανά στο μέλλον, αλλά όχι επειδή το νέο καθεστώς θα το έχει αφαιρέσει από το παιχνίδι. Πρέπει να μπορεί να ηττηθεί επειδή το παιχνίδι θα έχει γίνει και πάλι πραγματικά ανοιχτό. Αυτό είναι το ουσιώδες φιλελεύθερο περιεχόμενο της συνταγματικής επανίδρυσης.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς αν θα γραφτούν νέα άρθρα ή αν θα αλλάξουν πρόσωπα σε κορυφαία αξιώματα. Το ζήτημα είναι αν η νέα ουγγρική υπερπλειοψηφία θα καταφέρει να εγκαθιδρύσει κουλτούρα όπου η ίδια η κατοχή δύο τρίτων δεν θα θεωρείται δικαίωμα πλήρους συνταγματικής ιδιοποίησης. Αν το κάνει, θα έχει παράξει κάτι θεσμικά πολύ σημαντικότερο από μια απλή κυβερνητική εναλλαγή: θα έχει μετατρέψει την υπερπλειοψηφία από εργαλείο δεσποτείας σε εργαλείο απο-δεσποτείας. Αν δεν το κάνει, τότε ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετες μεταρρυθμίσεις της θα παραμείνουν σκιασμένες από το ενδεχόμενο να έχουν απλώς αντιστρέψει τον φορέα της ίδιας συγκεντρωτικής λογικής.