Δέκα χρόνια μετά, το Brexit δημιούργησε περισσότερα ερωτήματα από όσα υποσχέθηκε ότι θα κλείσει. Η αρχική του πολιτική δύναμη στηρίχθηκε στην εξής υπόσχεση: η Βρετανία θα απελευθερωνόταν από τους περιορισμούς των Βρυξελλών και θα επέστρεφε σε μια κατάσταση όπου οι εθνικές αποφάσεις θα λαμβάνονταν χωρίς υπερεθνική διαμεσολάβηση. Ωστόσο, η δεκαετής εμπειρία έδειξε ότι καμία πράξη αποχώρησης δεν μπορεί να ακυρώσει τη γεωγραφία, την οικονομική αλληλεξάρτηση, την κανονιστική ισχύ της ευρωπαϊκής αγοράς και τη στρατηγική ανάγκη συνεργασίας με την ήπειρο. Η Βρετανία έφυγε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά δεν έφυγε από την Ευρώπη.

Το κεντρικό παράδοξο του Brexit είναι ότι παρουσιάστηκε ως απλοποίηση, αλλά παρήγαγε πολυπλοκότητα. Η πολιτική του γλώσσα ήταν καθαρή, σχεδόν στοιχειώδης: έλεγχος των νόμων, των συνόρων, των χρημάτων, των εμπορικών συμφωνιών. Η πρακτική του εφαρμογή, όμως, ήταν εξαιρετικά σύνθετη. Η έξοδος από ένα βαθύ καθεστώς ολοκλήρωσης δεν σημαίνει απλώς ότι ένα κράτος σταματά να συμμετέχει σε θεσμούς. Σημαίνει ότι πρέπει να ανακατασκευάσει εμπορικές διαδρομές, τελωνειακές διαδικασίες, ρυθμιστικά ισοδύναμα, δικαιώματα πολιτών, επαγγελματικές πιστοποιήσεις, πανεπιστημιακές συνεργασίες, πρόσβαση σε προγράμματα, χρηματοπιστωτικές λειτουργίες, κανόνες προέλευσης, ελέγχους στα σύνορα και μηχανισμούς δικαστικής ή αστυνομικής συνεργασίας. Η υπόσχεση κυριαρχίας μετατράπηκε σε καθημερινή διοικητική εργασία. Η πολιτική φαντασία του Brexit ήταν απλή· η πραγματικότητα της αποσύνδεσης ήταν πυκνή, τεχνική και συχνά δαπανηρή.

Η επιστροφή του ευρωπαϊκού ερωτήματος δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η Βρετανία έχει αποφασίσει να ξαναμπεί στην ΕΕ. Σημαίνει κάτι βαθύτερο και ίσως πιο ιστορικά ενδιαφέρον: ότι η ίδια η εμπειρία της αποχώρησης επανέφερε την ανάγκη να οριστεί εκ νέου τι σημαίνει βρετανική ισχύς μέσα στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η Βρετανία δεν μπορεί πια να αντιμετωπίζει την Ευρώπη μόνο ως θεσμικό αντίπαλο ή ως εξωτερικό περιορισμό. Τη χρειάζεται ως αγορά, ως πλαίσιο ασφάλειας, ως γεωπολιτικό περιβάλλον, ως πεδίο έρευνας, κινητικότητας, ενέργειας, μεταφορών, κλιματικής πολιτικής και τεχνολογικής συνεργασίας. Το ευρωπαϊκό ερώτημα επιστρέφει επειδή η πραγματικότητα της αλληλεξάρτησης επιμένει περισσότερο από τη ρητορική της αποχώρησης.

Η θετική πλευρά του Brexit, αν θέλουμε να το αποτιμήσουμε με σοβαρότητα και όχι με εύκολη φιλοευρωπαϊκή υπεροψία, είναι ότι αποκάλυψε υπαρκτές κρίσεις αντιπροσώπευσης. Πολλές περιοχές και κοινωνικές ομάδες ένιωθαν ότι η παγκοσμιοποίηση, η ελεύθερη κυκλοφορία, η τεχνοκρατική διακυβέρνηση και η μητροπολιτική ευημερία του Λονδίνου δεν τις αφορούσαν ισότιμα. Το Brexit λειτούργησε ως γλώσσα διαμαρτυρίας απέναντι σε μια οικονομία που φαινόταν να συγκεντρώνει τα οφέλη σε ορισμένα κέντρα και να αφήνει άλλες περιοχές σε αίσθηση παρακμής. Εξέφρασε την κούραση απέναντι σε έναν τρόπο πολιτικής όπου μεγάλες αποφάσεις παρουσιάζονταν ως αναπόφευκτες και όπου η λαϊκή κυριαρχία έμοιαζε, για πολλούς, να έχει υποταχθεί σε διεθνείς κανόνες, αγορές, δικαστήρια και τεχνοκρατικά σώματα. Αυτή η διάγνωση δεν ήταν ψευδής. Η θεραπεία, όμως, υπήρξε ανεπαρκής.

Το αρνητικό στοιχείο του Brexit είναι ότι μετέφρασε σύνθετες κοινωνικές απογοητεύσεις σε υπερβολικά απλή θεσμική λύση. Η περιφερειακή ανισότητα δεν λύνεται αυτομάτως με αποχώρηση από την ΕΕ. Η πίεση στους μισθούς δεν εξηγείται αποκλειστικά από την ευρωπαϊκή μετανάστευση. Η χαμηλή παραγωγικότητα δεν θεραπεύεται με κανονιστική αποσύνδεση. Η δημοκρατική αποξένωση δεν αίρεται μόνο επειδή περισσότερες αποφάσεις λαμβάνονται στο εθνικό επίπεδο, αν το εθνικό κράτος δεν έχει επαρκή ικανότητα εφαρμογής. Το Brexit υποσχέθηκε ότι η ανάκτηση κυριαρχίας θα απελευθέρωνε την κρατική δύναμη. Η δεκαετία έδειξε ότι η κυριαρχία χωρίς παραγωγική βάση, διοικητική επάρκεια και στρατηγική σαφήνεια μπορεί να γίνει βάρος. Το κράτος δεν αρκεί να έχει την αρμοδιότητα να αποφασίζει· πρέπει να έχει και τη δυνατότητα να παράγει αποτελέσματα.

Η βρετανική πολιτική τάξη δυσκολεύεται να διαχειριστεί αυτή την αλήθεια επειδή το Brexit παραμένει ταυτοτικό γεγονός. Για τους υποστηρικτές του, η πλήρης παραδοχή αποτυχίας θα ισοδυναμούσε με πολιτική και ηθική ήττα. Για πολλούς αντιπάλους του, η απλή απαίτηση επιστροφής στην ΕΕ μπορεί να φανεί σαν περιφρόνηση όσων ψήφισαν Leave. Έτσι, η Βρετανία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια παράξενη ενδιάμεση κατάσταση: μεγάλο μέρος της κοινωνίας επιθυμεί στενότερη σχέση με την Ευρώπη, αλλά το πολιτικό σύστημα φοβάται να ανοίξει τη συζήτηση με το όνομά της. Μιλά για reset, για πρακτική συνεργασία, για εξομάλυνση, για τεχνικές διευκολύνσεις, για ασφάλεια και κινητικότητα, αλλά αποφεύγει ακόμη να μιλήσει καθαρά για τη στρατηγική θέση της χώρας στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική.

Η επιστροφή του ευρωπαϊκού ερωτήματος έχει επίσης έντονη διαγενεακή διάσταση. Για ένα μέρος των μεγαλύτερων ηλικιών, το Brexit συνδέθηκε με μνήμη εθνικής αυτοπεποίθησης και απομάκρυνσης από μια Ευρώπη που θεωρούνταν υπερβολικά παρεμβατική. Για πολλούς νεότερους, αντιθέτως, συνδέθηκε με απώλεια ορίζοντα: λιγότερη ελευθερία μετακίνησης, δυσκολότερη πρόσβαση σε ευρωπαϊκές σπουδές και εργασιακές ευκαιρίες, αίσθηση πολιτισμικής στένωσης, μείωση της δυνατότητας να ζουν φυσικά μέσα σε μια ευρωπαϊκή καθημερινότητα. Αυτό το ρήγμα δεν είναι απλώς δημοσκοπικό. Είναι βαθιά ιστορικό. Το Brexit για τους μεγαλύτερους υπήρξε συχνά ανάκτηση ενός παρελθόντος ελέγχου. Για τους νεότερους, συχνά βιώθηκε ως απώλεια μελλοντικών δυνατοτήτων.

Αν υπάρχει δρόμος σοβαρής πολιτικής υπέρβασης, βρίσκεται στη διαμόρφωση μιας νέας γλώσσας ευρωπαϊκού ρεαλισμού. Η Βρετανία μπορεί να παραμείνει εκτός της ΕΕ, αλλά χρειάζεται βαθύτερη και πιο θεσμικά προβλέψιμη σχέση με την Ευρώπη. Μπορεί να διατηρεί εθνική αυτονομία, αλλά πρέπει να αποδεχθεί ότι η αυτονομία χωρίς συνεργασία μειώνει την επιρροή. Μπορεί να θέλει δημοκρατικό έλεγχο, αλλά πρέπει να αναγνωρίσει ότι ο έλεγχος σε έναν κόσμο αλληλεξάρτησης δεν επιτυγχάνεται με απομόνωση, αλλά με συμμετοχή σε συστήματα κανόνων όπου έχεις πρόσβαση, φωνή και δυνατότητα διαμόρφωσης.

Η επόμενη φάση δεν θα είναι πιθανότατα η θεαματική επιστροφή στην ΕΕ. Θα είναι περισσότερο μια διαδικασία λειτουργικής επανασύνδεσης: συνεργασία στην άμυνα και στην ασφάλεια, επιλεκτική κανονιστική σύγκλιση, διευκολύνσεις στο εμπόριο, προγράμματα νεανικής κινητικότητας, ερευνητική και πανεπιστημιακή επαναπροσέγγιση, ενεργειακή συνεργασία, τεχνικές ρυθμίσεις στα σύνορα, δικαστική και αστυνομική συνεργασία. Αυτή η πορεία θα είναι πολιτικά άβολη, επειδή θα θυμίζει διαρκώς ότι η πλήρης αποσύνδεση δεν λειτούργησε όπως υποσχέθηκε. Θα είναι όμως πρακτικά αναγκαία, επειδή η γεωγραφία, η οικονομία και η ασφάλεια δεν υπακούουν στις καθαρές γραμμές της δημοψηφισματικής ρητορικής.

Συμπερασματικά, δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, το Brexit δεν έκλεισε το ευρωπαϊκό ερώτημα επειδή το ερώτημα αυτό δεν ήταν ποτέ μόνο νομικό ή θεσμικό. Ήταν ερώτημα ταυτότητας, ισχύος, οικονομικής θέσης, δημοκρατικής νομιμοποίησης και κοινωνικού μέλλοντος.