Μετά από χρόνια θεσμικών συγκρούσεων και κόπωσης της κοινής γνώμης, ο Κιρ Στάρμερ πρόβαλε ως πολιτικός της σοβαρότητας, της νομικής ακρίβειας, της διοικητικής πειθαρχίας και της αποκατάστασης εμπιστοσύνης. Η παραίτησή του, επομένως, δεν είναι απλώς πτώση ενός πρωθυπουργού. Είναι κατάρρευση μιας ολόκληρης υπόθεσης: ότι η Βρετανία μπορούσε να θεραπευθεί κυρίως με την επιστροφή στη θεσμική κανονικότητα.
Η θετική πλευρά αυτής της υπόθεσης πρέπει να αναγνωριστεί. Η Βρετανία είχε πράγματι ανάγκη από πολιτική αποθέρμανση. Το Brexit δεν άφησε πίσω του μόνο νέα εμπορική σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Άφησε ένα πολιτικό σύστημα εξαντλημένο από έκτακτες διαδικασίες, εσωτερικές ανταρσίες, θεσμική αβεβαιότητα, πόλωση γύρω από τη λαϊκή εντολή, σύγκρουση ανάμεσα στο Κοινοβούλιο και στην εκτελεστική εξουσία, εναλλαγές ηγεσιών και διαρκή αίσθηση ότι η χώρα κυβερνάται από κρίση σε κρίση. Σε αυτό το περιβάλλον, η υπόσχεση του Στάρμερ είχε βάρος. Έλεγε, ουσιαστικά, ότι η πολιτική μπορεί να γίνει ξανά σοβαρή, ότι η κυβέρνηση μπορεί να ξαναγίνει προβλέψιμη, ότι η διοίκηση μπορεί να λειτουργήσει χωρίς θεαματισμό, ότι οι αγορές, οι θεσμοί και οι πολίτες μπορούν να εμπιστευθούν έναν πιο ήρεμο τύπο ηγεσίας.
Το πρόβλημα είναι ότι η σταθερότητα δεν είναι απλώς ύφος. Είναι αποτέλεσμα. Μπορεί ένας πρωθυπουργός να μιλά σοβαρά, να αποφεύγει την υπερβολή, να σέβεται τις διαδικασίες, να καλλιεργεί σχέση εμπιστοσύνης με το κράτος και τις αγορές, αλλά αν το πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να παράγει κρίση, τότε η σταθερότητα παραμένει αισθητική της διακυβέρνησης και όχι υλική πραγματικότητα. Ο Στάρμερ πρόσφερε στους πολίτες εικόνα τάξης, αλλά δεν κατάφερε να παράξει αρκετή αίσθηση αλλαγής. Η χώρα είδε πιο ήρεμη γλώσσα, όχι απαραίτητα πιο ισχυρή κατεύθυνση. Είδε λιγότερο χάος στην επιφάνεια, αλλά συνέχισε να βιώνει βαθύτερη ανασφάλεια στο εισόδημα, στις υπηρεσίες, στις περιφέρειες, στην παραγωγικότητα και στην εθνική αυτοεικόνα.
Η τεχνοκρατική υπόσχεση σταθερότητας έχει ένα βασικό πλεονέκτημα: μειώνει τον φόβο. Σε κοινωνίες κουρασμένες από συγκρουσιακή πολιτική, ο τεχνοκρατικός ηγέτης εμφανίζεται ως ενήλικος στο δωμάτιο. Δεν υπόσχεται θαύματα, δεν υποδαυλίζει φαντασιώσεις, δεν μετατρέπει κάθε ζήτημα σε πολιτισμικό πόλεμο. Αυτό ήταν θετικό στοιχείο της σταρμερικής προσέγγισης. Μετά από έναν κύκλο βρετανικής πολιτικής όπου η υπόσχεση «να πάρουμε πίσω τον έλεγχο» γέννησε περισσότερη σύγχυση για το τι ακριβώς σημαίνει έλεγχος, η επιστροφή σε έναν λόγο πειθαρχημένο, νομικά προσεκτικό και θεσμικά λιγότερο εκρηκτικό είχε αξία. Όμως η ίδια υπόσχεση έχει και ένα όριο: μειώνει τον φόβο, αλλά δεν παράγει αναγκαστικά ελπίδα.
Η Βρετανία μετά το Brexit δεν χρειαζόταν μόνο ηρεμία. Χρειαζόταν νέα ερμηνεία του εαυτού της. Το Brexit είχε οργανωθεί γύρω από μια ισχυρή, έστω και απλουστευτική, αφήγηση κυριαρχίας: έλεγχος συνόρων, έλεγχος νόμων, έλεγχος χρημάτων, εθνική ανάκτηση. Όταν αυτή η αφήγηση συγκρούστηκε με την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, το πολιτικό σύστημα δεν παρήγαγε ισοδύναμη νέα αφήγηση. Ο Στάρμερ προσπάθησε να αποφύγει την αναβίωση της πόλωσης, αλλά η αποφυγή δεν ισοδυναμεί με υπέρβαση. Η χώρα παρέμεινε παγιδευμένη ανάμεσα σε τρεις ατελείς επιλογές: να υπερασπίζεται το Brexit χωρίς πειστικά οφέλη, να το διορθώνει χωρίς να το ονομάζει αποτυχία, ή να επαναπροσεγγίζει την Ευρώπη χωρίς να ανοίγει καθαρά πολιτική συζήτηση. Αυτή η στρατηγική ασάφεια υπονόμευσε την υπόσχεση σταθερότητας.
Η κρίση του Στάρμερ δείχνει επίσης ότι η τεχνοκρατία μπορεί να αποτύχει όταν συγχέει την κυβερνητική επάρκεια με την πολιτική ηγεμονία. Η επάρκεια αφορά το αν η κυβέρνηση μπορεί να διαχειριστεί φακέλους, αριθμούς, διοικητικές προτεραιότητες, σχέσεις με αγορές και θεσμούς. Η ηγεμονία αφορά το αν μπορεί να πείσει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα ότι το δικό της σχέδιο εξηγεί καλύτερα την εποχή και οδηγεί σε καλύτερο μέλλον. Ο Στάρμερ είχε μεγαλύτερη έφεση στην πρώτη διάσταση παρά στη δεύτερη. Αυτό δεν είναι μικρή αδυναμία. Σε περιόδους βαθιάς αβεβαιότητας, ο λαός δεν ζητά μόνο καλή διοίκηση. Ζητά λόγο ύπαρξης της κυβέρνησης.
Η αρνητική πτυχή της σταρμερικής διακυβέρνησης ήταν ότι δεν κατάφερε να γεφυρώσει τη θεσμική σοβαρότητα με την κοινωνική φαντασία. Η κυβέρνησή του μιλούσε συχνά σαν να αρκούσε να διορθωθούν οι υπερβολές των προηγούμενων ετών. Αλλά η Βρετανία δεν βρισκόταν απλώς σε παρέκκλιση από μια παλιά κανονικότητα. Η ίδια η παλιά κανονικότητα είχε εξαντληθεί. Η χώρα δεν μπορούσε να επιστρέψει εύκολα στον προ-Brexit εαυτό της, ούτε στον προ-λιτότητας κοινωνικό της συμβιβασμό, ούτε στην παλαιά αυτοπεποίθηση του City, ούτε στη βεβαιότητα ότι το Westminster model μπορεί να απορροφά κάθε κρίση. Η σταθερότητα που πρότεινε ο Στάρμερ ήταν περισσότερο αποκαταστατική παρά ιδρυτική. Ήθελε να επιδιορθώσει, όχι να επαναθεμελιώσει.
Το θεσμικό παράδοξο είναι ότι η παραίτηση ενός πρωθυπουργού που εξελέγη για να τερματίσει την εποχή της αστάθειας επιβεβαιώνει τη μονιμοποίηση της αστάθειας ως χαρακτηριστικού της βρετανικής πολιτικής μετά το Brexit. Η χώρα που άλλοτε προέβαλλε την κοινοβουλευτική της συνέχεια ως στοιχείο παγκόσμιας πολιτικής ωριμότητας έχει περάσει σε περίοδο γρήγορων ηγετικών φθορών. Οι πρωθυπουργοί καταναλώνονται όχι μόνο επειδή κάνουν λάθη, αλλά επειδή καλούνται να λύσουν αντιφάσεις τις οποίες το ίδιο το πολιτικό σύστημα δεν θέλει να ονομάσει πλήρως. Το Brexit υποσχέθηκε κυριαρχία χωρίς να εξασφαλίσει αντίστοιχη κρατική ικανότητα. Υποσχέθηκε απλότητα και παρήγαγε νέα πολυπλοκότητα. Υποσχέθηκε έλεγχο και γέννησε διαρκείς διαπραγματεύσεις με την πραγματικότητα.
Η παραίτηση Στάρμερ έχει, ωστόσο, και μια δυνητικά θετική λειτουργία: αναγκάζει το βρετανικό πολιτικό σύστημα να δει ότι η σταθερότητα δεν μπορεί να είναι απλώς αντι-χαοτική. Δεν αρκεί να είσαι καλύτερος από την προηγούμενη αταξία. Πρέπει να είσαι πειστικός ως νέα τάξη. Ο επόμενος ηγέτης των Εργατικών, όποιος κι αν είναι, θα κληθεί να διατηρήσει το θετικό της σταρμερικής περιόδου —τη σοβαρότητα, την προσοχή, τη θεσμική αξιοπιστία— αλλά να προσθέσει ό,τι έλειψε: κοινωνική ένταση, προγραμματική καθαρότητα, νέο οικονομικό αφήγημα, ειλικρίνεια για το Brexit και ανασυγκρότηση της σχέσης ανάμεσα στο κράτος και στις περιφέρειες της χώρας. Η διαδοχή δεν θα λύσει το πρόβλημα αν περιοριστεί σε αλλαγή ύφους. Πρέπει να απαντήσει στο κενό κατεύθυνσης.
Η Βρετανία βρίσκεται σήμερα σε κατάσταση όπου η πολιτική της τάξη πρέπει να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να διαχειρίζεται τα συμπτώματα ή αν θα αναμετρηθεί με τις αιτίες. Η κρίση δημόσιων υπηρεσιών δεν είναι ανεξάρτητη από τη χαμηλή παραγωγικότητα. Η χαμηλή παραγωγικότητα δεν είναι ανεξάρτητη από την εμπορική αβεβαιότητα, την επενδυτική κόπωση και την περιφερειακή αποδιάρθρωση. Η περιφερειακή αποδιάρθρωση δεν είναι ανεξάρτητη από την πολιτική γεωγραφία του Brexit. Και η πολιτική γεωγραφία του Brexit δεν είναι ανεξάρτητη από την αίσθηση ότι η χώρα έχασε τον έλεγχο του μέλλοντός της. Ο Στάρμερ προσπάθησε να ελέγξει τη θερμοκρασία του συστήματος. Δεν κατάφερε να θεραπεύσει τη νόσο.
Σε τελική ανάλυση, η παραίτηση Στάρμερ ως κατάρρευση της τεχνοκρατικής υπόσχεσης σταθερότητας δείχνει ότι η σταθερότητα δεν είναι ουδέτερη τεχνική αξία. Είναι πολιτικό προϊόν. Χρειάζεται κοινωνική αποδοχή, οικονομικό περιεχόμενο, εθνική αφήγηση και θεσμική αξιοπιστία. Ο Στάρμερ είχε μέρος αυτής της εξίσωσης, όχι ολόκληρη. Είχε το θετικό της σοβαρότητας μετά την υπερβολή, της πειθαρχίας μετά το χάος, της θεσμικής γλώσσας μετά τον πολιτικό θόρυβο. Είχε όμως το αρνητικό της ανεπαρκούς φαντασίας, της υπερβολικής προσοχής, της αδυναμίας να κάνει τη σταθερότητα κοινωνικά αισθητή και ιστορικά πειστική.
Συμπερασματικά, ο Στάρμερ εξελέγη ως αντίδοτο στο χάος και κατέληξε σύμπτωμα νέας αστάθειας επειδή η Βρετανία δεν χρειαζόταν μόνο αποκατάσταση ύφους, αλλά ανασύνταξη προσανατολισμού. Η τεχνοκρατική σταθερότητα μπορεί να κλείσει πληγές στην επιφάνεια, αλλά δεν μπορεί να θεραπεύσει μια χώρα που δεν έχει ακόμη αποφασίσει τι σημαίνει μετά το Brexit να είναι ισχυρή, δίκαιη, παραγωγική και πολιτικά ενωμένη. Η παραίτηση Στάρμερ δεν είναι απλώς το τέλος μιας πρωθυπουργίας. Είναι προειδοποίηση ότι η μετα-Brexit Βρετανία θα συνεχίσει να καταναλώνει ηγέτες όσο δεν παράγει νέο, πειστικό και βιώσιμο πολιτικό σχέδιο
Πρόσφατα σχόλια