Τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα αποτελούν ίσως το καθαρότερο παράδειγμα όπου η διεκδικητικότητα εντός της Ευρώπης απέδωσε χειροπιαστό αποτέλεσμα. Αν οι «αστερίσκοι» εξέφραζαν κυρίως τη συμβολική διαφοροποίηση, τα ΜΟΠ έδειξαν ότι η πίεση μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να μετατραπεί σε θεσμική και αναπτυξιακή απόδοση. Η Ελλάδα δεν περιορίστηκε να δηλώσει ότι είναι ειδική περίπτωση. Επιχείρησε να καταστήσει την ειδική της θέση κοινοτικό πρόβλημα. Και αυτό ήταν κρίσιμο. Η ελληνική κυβέρνηση δεν έθεσε μόνο ένα εθνικό αίτημα χρηματοδότησης. Έθεσε ένα ευρύτερο ζήτημα ανισορροπίας μέσα στην ίδια την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση: πώς μπορεί μια Κοινότητα να προχωρά σε εμβάθυνση και διεύρυνση χωρίς να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις αναπτυξιακές ανισότητες των μεσογειακών της περιοχών;
Η θετική σημασία των ΜΟΠ βρίσκεται πρώτα απ’ όλα σε αυτή τη μετατόπιση. Η Ελλάδα, η οποία λίγα χρόνια πριν είχε ενταχθεί στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει την ευρωπαϊκή συμμετοχή με έντονη εσωτερική αμφιθυμία, κατάφερε να μετατρέψει την αμφισβήτηση σε διαπραγματευτικό εργαλείο. Δεν βγήκε από την ΕΟΚ. Δεν αποσύρθηκε. Δεν έμεινε στη ρητορική καταγγελία. Πίεσε μέσα από τους θεσμούς. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε ήδη προχωρήσει σε αποφάσεις προπαρασκευαστικών δράσεων για τα integrated Mediterranean programmes, με ειδική αναφορά σε ελληνικές περιοχές όπως η Ευρυτανία, στοχεύοντας στη βελτίωση συνθηκών παραγωγής και στην αξιοποίηση τοπικού δυναμικού όπως η γεωργία, η βιοτεχνία και ο χειμερινός τουρισμός. Αυτό δείχνει ότι η ελληνική πίεση δεν έμεινε στο επίπεδο πολιτικής ρητορικής, αλλά πήρε διοικητική και κοινοτική μορφή.
Τα ΜΟΠ υπήρξαν σημαντικά και επειδή εισήγαγαν μια πιο σύνθετη αντίληψη για την ευρωπαϊκή αναδιανομή. Η Ελλάδα δεν ζητούσε απλώς περισσότερα χρήματα επειδή ήταν φτωχότερη. Ζητούσε αναγνώριση της περιφερειακότητας ως διαρθρωτικού προβλήματος της ευρωπαϊκής αγοράς. Με άλλα λόγια, υποστήριζε ότι η οικονομική ολοκλήρωση χωρίς αντισταθμιστικές πολιτικές θα μπορούσε να επιτείνει τις ανισότητες μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Αυτή η λογική προανήγγειλε, σε κάποιον βαθμό, μεταγενέστερες μορφές πολιτικής συνοχής. Η Ελλάδα δεν ήταν μόνο αποδέκτης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Συνέβαλε, μέσω της πίεσης και της δυσφορίας της, στη διαμόρφωση μιας πιο αναδιανεμητικής ευρωπαϊκής ατζέντας.
Εδώ βρίσκεται το υψηλότερο θετικό σημείο της παπανδρεϊκής ευρωπαϊκής διαπραγμάτευσης: η χώρα μετέτρεψε την αδυναμία της σε θεσμικό επιχείρημα. Η περιφερειακή υστέρηση, η αγροτική δομή, η αδύναμη βιομηχανική βάση, η γεωγραφική απόσταση από τον πυρήνα της ευρωπαϊκής παραγωγής και οι κοινωνικές ανάγκες του Νότου παρουσιάστηκαν όχι ως ελληνικές ιδιορρυθμίες, αλλά ως ζητήματα που αφορούσαν την ίδια την ευρωπαϊκή συνοχή. Αυτό είναι λεπτό αλλά ουσιώδες. Η επιτυχημένη ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση δεν είναι απλώς «ζητώ και παίρνω». Είναι η ικανότητα να κάνεις το δικό σου πρόβλημα αναγνωρίσιμο ως ευρωπαϊκό πρόβλημα. Σε αυτό το επίπεδο, τα ΜΟΠ ήταν πραγματική επιτυχία.
Υπήρχε όμως και η αρνητική πλευρά. Η εξασφάλιση πόρων δεν ταυτίζεται με την παραγωγική αξιοποίησή τους. Η Ελλάδα συχνά υπήρξε ικανότερη στη διεκδίκηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων παρά στη μετατροπή τους σε μακροχρόνιο παραγωγικό μετασχηματισμό. Αυτό δεν αφορά μόνο τα ΜΟΠ, αλλά τα ΜΟΠ φωτίζουν από νωρίς το πρόβλημα. Η κοινοτική χρηματοδότηση μπορούσε να ενισχύσει υποδομές, τοπικές οικονομίες και περιφερειακές δράσεις. Μπορούσε, όμως, και να απορροφηθεί μέσα σε διοικητική αδυναμία, πελατειακή κατανομή, αποσπασματικότητα, χαμηλή αξιολόγηση και ελλιπή στρατηγική συνέχεια. Η μακρά εμπειρία της πολιτικής συνοχής στην Ελλάδα έχει αποτιμηθεί στη βιβλιογραφία με σύνθετο τρόπο: έχει συμβάλει σε μακροοικονομική σταθεροποίηση, υποδομές και διοικητικό επαγγελματισμό, αλλά η σύγκλιση παρέμεινε δυσχερής λόγω θεσμικών και πολιτικοοικονομικών αδυναμιών.
Αυτή η διάκριση ανάμεσα στη διαπραγματευτική επιτυχία και στη διαχειριστική επάρκεια είναι καίρια για την ιστορική αποτίμηση του Ανδρέα Παπανδρέου. Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η στρατηγική ήταν ευρηματική: πίεση, απειλή δυσκολίας, ανάδειξη της ελληνικής ιδιαιτερότητας, σύνδεση της εθνικής ανάγκης με την ευρωπαϊκή συνοχή. Στο εσωτερικό επίπεδο, όμως, η ίδια επιτυχία δοκιμάστηκε από τις αδυναμίες του ελληνικού κράτους. Η Ελλάδα μπορούσε να αποσπάσει πόρους, αλλά δεν μπορούσε πάντα να τους εντάξει σε συνεκτικό παραγωγικό σχέδιο. Η χώρα μπορούσε να πείσει την Ευρώπη ότι χρειάζεται στήριξη, αλλά δεν είχε πάντοτε την ικανότητα να μετατρέψει τη στήριξη σε θεσμική αναβάθμιση, παραγωγικό βάθος και περιφερειακή αυτοδυναμία.
Αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει σε μηδενισμό. Τα ΜΟΠ συνέβαλαν στην εμπέδωση μιας νέας ελληνικής ευρωπαϊκής αυτοπεποίθησης. Έδειξαν ότι η ΕΟΚ δεν ήταν μόνο πηγή περιορισμών, αλλά και πεδίο αναδιανομής. Έδωσαν στην παπανδρεϊκή κυβέρνηση τη δυνατότητα να συμφιλιώσει την αντιευρωπαϊκή της προϊστορία με μια πρακτική ευρωπαϊκή πολιτική. Έδειξαν στο εσωτερικό ακροατήριο ότι η παραμονή στην ΕΟΚ δεν ήταν υποχώρηση, αλλά μπορούσε να γίνει εργαλείο διεκδίκησης. Αυτό ήταν πολιτικά κρίσιμο. Χωρίς τέτοιες επιτυχίες, η προσαρμογή του ΠΑΣΟΚ στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα θα ήταν δυσκολότερη.
Από την άλλη, τα ΜΟΠ εγκαινίασαν και μια διαχρονική ελληνική τάση: να αντιμετωπίζεται η Ευρώπη περισσότερο ως πεδίο άντλησης πόρων και λιγότερο ως πεδίο εσωτερικού μετασχηματισμού. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και αργότερα η Ευρωπαϊκή Ένωση έγιναν για την Ελλάδα πηγή χρηματοδοτικών δυνατοτήτων, αλλά όχι πάντα επαρκής καταλύτης θεσμικής πειθαρχίας. Αυτό δεν είναι ευθύνη μόνο του Ανδρέα Παπανδρέου. Είναι βαθύτερο ελληνικό πρόβλημα. Ωστόσο, η περίοδος των ΜΟΠ το καθιστά ορατό ήδη από τη δεκαετία του 1980: η χώρα μπορούσε να κερδίζει στη διαπραγμάτευση, αλλά συχνά δυσκολευόταν να κερδίσει στη μακρά εφαρμογή.
Συμπερασματικά, τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα πρέπει να αποτιμηθούν ως ένα από τα θετικά και πιο ουσιαστικά επιτεύγματα της παπανδρεϊκής ευρωπαϊκής πολιτικής, αλλά όχι ως καθαρός μύθος επιτυχίας χωρίς σκιές. Θετικό ήταν ότι η Ελλάδα μετέτρεψε την πολιτική πίεση σε κοινοτικό εργαλείο, αναγνώρισε τη σημασία της ευρωπαϊκής αναδιανομής και απέδειξε ότι ένας μικρομεσαίος εταίρος μπορεί να επηρεάσει την ατζέντα. Αρνητικό ήταν ότι η εσωτερική αξιοποίηση των πόρων δεν στάθηκε πάντα αντίστοιχη της διαπραγματευτικής επιτυχίας. Τα ΜΟΠ δείχνουν το καλύτερο και το πιο προβληματικό στοιχείο της ελληνικής ευρωπαϊκής εμπειρίας: υψηλή ικανότητα διεκδίκησης, άνιση ικανότητα μετασχηματισμού.
Πρόσφατα σχόλια