Η πολιτική των «αστερίσκων» σε ΝΑΤΟ και ΕΟΚ υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις της εξωτερικής πολιτικής της δεκαετίας του 1980, ακριβώς επειδή συμπύκνωνε σε μια πρακτική την κεντρική αντίφαση της περιόδου: η Ελλάδα παρέμενε στα δυτικά θεσμικά και στρατηγικά πλαίσια, αλλά δεν ήθελε πλέον να εμφανίζεται ως δεδομένος, σιωπηλός ή πειθαρχημένος εταίρος. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 δεν οδήγησε σε γεωπολιτική αποχώρηση. Δεν υπήρξε έξοδος από την ΕΟΚ, ούτε αποχώρηση από το ΝΑΤΟ. Υπήρξε, όμως, ριζική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα μιλούσε για τη συμμετοχή της σε αυτά τα πλαίσια. Η χώρα έπαψε να παρουσιάζει τη δυτική της ένταξη ως αυτονόητο τελικό προορισμό και άρχισε να τη χρησιμοποιεί ως πεδίο πίεσης, διαφοροποίησης, διαπραγμάτευσης και εσωτερικής πολιτικής νομιμοποίησης.
Αυτό ήταν το πρώτο θετικό στοιχείο της πολιτικής των «αστερίσκων»: αποκατέστησε, σε επίπεδο πολιτικού συμβολισμού, την αίσθηση ότι η Ελλάδα μπορούσε να έχει φωνή μέσα στους οργανισμούς όπου συμμετείχε. Για μια κοινωνία που έβγαινε από τη μνήμη της δικτατορίας, από το τραύμα της Κύπρου και από μια μακρά αίσθηση εξάρτησης από εξωτερικά κέντρα, η δυνατότητα να καταγράφεται ελληνική επιφύλαξη, ελληνική διαφοροποίηση ή ελληνική δυσφορία είχε ψυχολογικό βάρος. Δεν αφορούσε μόνο τους διπλωμάτες. Αφορούσε και το εσωτερικό κοινό. Έλεγε στον πολίτη ότι η Ελλάδα δεν είναι απλώς χώρα που ακολουθεί, αλλά χώρα που μπορεί να λέει «ναι, αλλά», να διαφωνεί, να θέτει ειδικούς όρους, να υπογραμμίζει ότι η δική της γεωπολιτική θέση και οι δικές της απειλές δεν ταυτίζονται πάντα με τις γενικές προτεραιότητες των ισχυρότερων συμμάχων.
Το ΠΑΣΟΚ είχε οικοδομήσει την αντιπολιτευτική του ταυτότητα πάνω στη γλώσσα της εθνικής ανεξαρτησίας, της λαϊκής κυριαρχίας και της αμφισβήτησης των δυτικών μηχανισμών. Το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» ήταν συμπύκνωση ενός ευρύτερου πολιτικού φαντασιακού, σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα όφειλε να απεξαρτηθεί από δομές που θεωρούνταν περιοριστικές για την εθνική της αυτονομία. Το 1981, όμως, η κυβερνητική πραγματικότητα επέβαλε άλλους υπολογισμούς. Το κόστος εξόδου από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ ήταν πολύ μεγαλύτερο από το πολιτικό όφελος της ρήξης. Οι «αστερίσκοι» λειτούργησαν, έτσι, ως γέφυρα ανάμεσα στη ριζοσπαστική αντιπολιτευτική γλώσσα και στον κυβερνητικό ρεαλισμό.
Το δεύτερο θετικό στοιχείο ήταν ότι οι «αστερίσκοι» εισήγαγαν μια πιο διεκδικητική αντίληψη συμμετοχής. Η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να κατανοεί τη συμμετοχή της σε διεθνείς θεσμούς ως παθητική ένταξη, αλλά ως δυνατότητα αξιοποίησης της θεσμικής της θέσης. Αυτή η λογική, όταν συνδεόταν με συγκεκριμένους στόχους, μπορούσε να έχει αξία. Η χώρα έθετε ζητήματα Κυπριακού, ελληνοτουρκικών, περιφερειακής υστέρησης, ασφάλειας και κοινοτικής αναδιανομής. Με αυτή την έννοια, η πολιτική των «αστερίσκων» έσπασε την εικόνα της Ελλάδας ως δεδομένου εταίρου και εισήγαγε μια πιο απαιτητική, πιο ενοχλητική, αλλά και πιο ενεργητική παρουσία.
Ωστόσο, η ίδια πρακτική είχε και σοβαρά όρια. Η συμβολική διαφοροποίηση είναι χρήσιμη όταν υπηρετεί συγκεκριμένη στρατηγική. Όταν όμως γίνεται αυτοσκοπός, μετατρέπεται σε τελετουργία. Ο «αστερίσκος» μπορεί να είναι διαπραγματευτικό εργαλείο αν συνδέεται με σαφές αίτημα, αν έχει προϋπολογισμένο κόστος, αν οδηγεί σε ανταλλάγματα. Αν, αντίθετα, χρησιμοποιείται συχνά για να ικανοποιεί κυρίως το εσωτερικό ακροατήριο, τότε οι εταίροι μαθαίνουν να τον αποκωδικοποιούν ως εσωτερική πολιτική ανάγκη και όχι ως πραγματική στρατηγική απειλή. Η Ελλάδα τότε φαίνεται δύσκολη, αλλά όχι κατ’ ανάγκην ισχυρότερη. Παράγει θόρυβο, όχι πάντοτε επιρροή.
Το πιο προβληματικό αποτέλεσμα ήταν η εθιστική δύναμη της διγλωσσίας. Στο εσωτερικό μπορούσε να καλλιεργείται η εντύπωση της σχεδόν ρήξης, ενώ στο εξωτερικό η χώρα συνέχιζε να λειτουργεί εντός των ίδιων πλαισίων. Αυτό δεν ήταν αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, ούτε μπορεί να αποδοθεί μόνο στον Ανδρέα Παπανδρέου. Όμως στη δεκαετία του 1980 πήρε ιδιαίτερη ένταση. Ο πολίτης συχνά άκουγε μια γλώσσα αντίστασης, ενώ η πράξη ήταν γλώσσα προσαρμογής. Από τη μία πλευρά, αυτό επέτρεψε στην κυβέρνηση να διαχειριστεί πολιτικά τη στροφή από την αντιπολιτευτική ρήξη στον κυβερνητικό ρεαλισμό. Από την άλλη, δημιούργησε την πεποίθηση ότι είναι θεμιτό να λέγονται άλλα προς εσωτερική κατανάλωση και άλλα να γίνονται στη διεθνή πραγματικότητα.
Η αρνητική αυτή πλευρά δεν ακυρώνει πλήρως τη θετική. Η Ελλάδα της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου δεν ήθελε απλώς να ενταχθεί στη Δύση· ήθελε να ενταχθεί χωρίς να αισθάνεται ότι χάνει τη φωνή της. Αυτό το αίσθημα, ιστορικά, δεν ήταν αμελητέο. Η χώρα είχε ανάγκη να ξαναμιλήσει μετά από δικτατορία, ήττες, εξαρτήσεις και τραύματα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου επιχείρησε να δώσει μια πολιτική μορφή σε αυτή την ανάγκη. Το πρόβλημα είναι ότι η εθνική αυτοπεποίθηση, για να είναι παραγωγική, πρέπει να συνοδεύεται από θεσμική ακρίβεια, στρατηγική πειθαρχία και αποφυγή υπερβολικής ρητορικής αυταπάτης.
Οι «αστερίσκοι» ενίσχυσαν την αίσθηση διεκδικητικής συμμετοχής και έδωσαν στην Ελλάδα μια πιο έντονη φωνή εντός ΝΑΤΟ και ΕΟΚ. Παράλληλα, όμως, καλλιέργησαν μια πολιτική κουλτούρα όπου η συμβολική διαφοροποίηση συχνά υπερεκτιμήθηκε έναντι της ουσιαστικής στρατηγικής. Θετικό τους στοιχείο ήταν ότι υπενθύμισαν πως η συμμετοχή σε συμμαχίες δεν σημαίνει σιωπή. Αρνητικό τους στοιχείο ήταν ότι μερικές φορές υποκατέστησαν τη στρατηγική με την εικόνα της διαφωνίας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν άλλαξε το γεωπολιτικό στρατόπεδο της Ελλάδας. Άλλαξε, όμως, βαθιά το ύφος της ελληνικής συμμετοχής σε αυτό.
Πρόσφατα σχόλια