Η μνήμη του Ανδρέα Παπανδρέου δεν είναι ενιαία, διότι ούτε ο ιστορικός του ρόλος υπήρξε μονοσήμαντος. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, η ελληνική κοινωνία δεν θυμάται απλώς έναν πρώην πρωθυπουργό. Θυμάται μια εποχή, μια γλώσσα, ένα κοινωνικό άνοιγμα, μια μορφή εξουσίας, μια υπόσχεση ισότητας, αλλά και ένα πλέγμα παθογενειών που μεταγενέστερα συνδέθηκαν με τη δημοσιονομική κρίση, την κομματικοποίηση του κράτους και τη δυσκολία παραγωγικού μετασχηματισμού. 

Η γενιά που έζησε το 1981 συχνά θυμάται αυτή την περίοδο ως εμπειρία κοινωνικής αναγνώρισης. Η εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ με 48,07% και 172 έδρες δεν ήταν μια απλή κοινοβουλευτική μεταβολή. Ήταν αλλαγή κοινωνικής ατμόσφαιρας. Για ανθρώπους που αισθάνονταν ότι το μετεμφυλιακό κράτος δεν τους ανήκε, ότι η δημόσια διοίκηση, τα σύμβολα, οι μηχανισμοί αναγνώρισης και οι ευκαιρίες κοινωνικής ανόδου ήταν κλειστά ή προκατειλημμένα, η άνοδος του ΠΑΣΟΚ είχε σχεδόν βιωματικό χαρακτήρα αποκατάστασης. Δεν ψήφισαν απλώς κόμμα. Ένιωσαν ότι αναγνωρίστηκε η κοινωνική τους ύπαρξη. Αυτή η μνήμη δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο με δημοσιονομικούς δείκτες. Είναι μνήμη αξιοπρέπειας.

Αυτή είναι η θετική πλευρά της νοσταλγίας. Δεν πρόκειται μόνο για συναισθηματική ωραιοποίηση. Πολλοί άνθρωποι θυμούνται την δεκατία του 1980 ως εποχή στην οποία απέκτησαν φωνή, πρόσβαση, μισθό, δικαίωμα, κοινωνική ορατότητα, συμμετοχή. Το κοινωνικό κράτος, οι αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο, η αναγνώριση κοινωνικών ομάδων, η αναβάθμιση λαϊκών στρωμάτων και η αίσθηση ότι το κράτος μπορούσε να λειτουργήσει ως εργαλείο δικαιοσύνης αποτελούν πραγματικές όψεις της ιστορίας. Αν η κριτική αναθεώρηση παραβλέψει αυτές τις όψεις, γίνεται άδικη. Δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί ο Ανδρέας Παπανδρέου απέκτησε τόσο ισχυρή θέση στη συλλογική μνήμη. Κανείς δεν γίνεται τόσο σημαντικός μόνο με μηχανισμούς εξουσίας. Γίνεται σημαντικός όταν αγγίζει υπαρκτές κοινωνικές ανάγκες.

Η νεότερη γενιά, όμως, βλέπει διαφορετικά την ίδια εποχή. Δεν έχει βιωματική ανάμνηση του μετεμφυλιακού αποκλεισμού ούτε της συναισθηματικής έκρηξης του 1981. Βλέπει περισσότερο τη μακρά σκιά: δημόσιο χρέος, πελατειακό κράτος, κομματικοποίηση, αδύναμη παραγωγική βάση, κρατική εξάρτηση, ρητορική υπερβολή. Η κρίση χρέους μετά το 2010 λειτούργησε ως φακός αναδρομικής αναθεώρησης. Πολλές πολιτικές που παλαιότερα ερμηνεύονταν ως κοινωνική αποκατάσταση άρχισαν να διαβάζονται ως δημοσιονομική ανευθυνότητα. Πολλές μορφές λαϊκής ενσωμάτωσης επανερμηνεύθηκαν ως πελατειακή διεύρυνση. Η ίδια δεκαετία που για τους παλαιότερους υπήρξε εποχή δικαίωσης, για πολλούς νεότερους έγινε προϊστορία της κρίσης.

Και εδώ υπάρχει αλήθεια. Η παπανδρεϊκή περίοδος δεν ήταν μόνο κοινωνική απελευθέρωση. Ήταν και περίοδος διοικητικής χαλάρωσης, κρατικής διόγκωσης, συνδικαλιστικής υπερέκτασης, δημοσιονομικής πίεσης και πολιτικής κουλτούρας όπου η άμεση ικανοποίηση κοινωνικών αιτημάτων συχνά προηγούνταν της μακροχρόνιας θεσμικής βιωσιμότητας. Δεν μπορεί να γίνει σοβαρή αποτίμηση του Ανδρέα Παπανδρέου αν αποκλειστεί αυτή η πλευρά. Η θετική μνήμη της κοινωνικής ένταξης πρέπει να συνομιλήσει με την αρνητική μνήμη του θεσμικού κόστους. Η δυσκολία βρίσκεται ακριβώς εκεί: να μη μετατραπεί η ιστορία ούτε σε αγιογραφία ούτε σε κατηγορητήριο.

Ο μνημονικός Ανδρέας και ο ιστορικός Ανδρέας δεν ταυτίζονται. Ο μνημονικός Ανδρέας είναι συχνά πιο καθαρός, πιο συγκινητικός, πιο εύχρηστος πολιτικά. Είναι ο ηγέτης που μιλούσε στον λαό, που εξέφραζε τους αδικημένους, που έδινε αυτοπεποίθηση στη χώρα. Ο ιστορικός Ανδρέας είναι πιο σύνθετος: χαρισματικός αλλά προσωποκεντρικός, κοινωνικά διευρυντικός αλλά δημοσιονομικά επιβαρυντικός, ρητορικά ριζοσπάστης αλλά γεωπολιτικά ρεαλιστής, εκδημοκρατιστής αλλά και φορέας κομματικής κατάληψης του κράτους. Η ώριμη μνήμη οφείλει να αντέξει αυτόν τον διπλό Ανδρέα.

Η πολιτική χρήση της μνήμης του σήμερα είναι εξίσου ενδιαφέρουσα. Η σημερινή Κεντροαριστερά επιστρέφει στον Ανδρέα επειδή αναζητά χαμένη κοινωνική θερμοκρασία. Σε μια εποχή τεχνοκρατικής γλώσσας, περιορισμένων δημοσιονομικών περιθωρίων και κατακερματισμένων κοινωνικών ταυτοτήτων, ο Ανδρέας εμφανίζεται ως υπόμνηση ότι η πολιτική μπορεί να δημιουργεί πλειοψηφίες, όχι απλώς να διαχειρίζεται δεδομένα. Αυτή η μνήμη είναι πολύτιμη. Αλλά είναι και επικίνδυνη αν λειτουργήσει ως υποκατάστατο νέας σκέψης. Η επίκληση του Ανδρέα δεν απαντά από μόνη της στο πρόβλημα της σημερινής ακρίβειας, της στεγαστικής κρίσης, της επισφαλούς εργασίας, του δημογραφικού, της παραγωγικότητας, της ευρωπαϊκής προσαρμογής ή της κλιματικής μετάβασης.

Η κριτική αναθεώρηση, αντίστροφα, είναι αναγκαία, αλλά χάνει την αξία της όταν γίνεται αναχρονιστική. Είναι εύκολο να κρίνει κανείς τη δεκαετία του 1980 αποκλειστικά με τη γνώση της κρίσης του 2010. Αλλά η ιστορική κατανόηση απαιτεί να βλέπουμε και τα προβλήματα στα οποία απαντούσε τότε η πολιτική: κοινωνικός αποκλεισμός, αδύναμο κοινωνικό κράτος, ανάγκη μεταπολιτευτικής νομιμοποίησης, ανισότητες πρόσβασης, τραύμα αυταρχισμού. Ο Ανδρέας δεν δημιούργησε εκ του μηδενός τις παθογένειες της Ελλάδας. Τις αναδιαμόρφωσε, τις πολιτικοποίησε, ορισμένες τις άμβλυνε, άλλες τις ενίσχυσε.

Συμπερασματικά, η μνήμη του Ανδρέα Παπανδρέου είναι τόσο ανθεκτική επειδή ακουμπά στον πυρήνα της μεταπολιτευτικής ελληνικής αντίφασης. Από τη μία, η Ελλάδα ήθελε κοινωνική δικαιοσύνη, αναγνώριση, δημοκρατική διεύρυνση και εθνική αυτοπεποίθηση. Από την άλλη, δεν κατάφερε πάντα να συνδέσει αυτά τα αιτήματα με θεσμική πειθαρχία, παραγωγική ανασυγκρότηση και δημοσιονομική διάρκεια. Η νοσταλγία θυμάται το πρώτο. Η κριτική αναθεώρηση τονίζει το δεύτερο. Η σοβαρή ιστορική αποτίμηση πρέπει να τα κρατήσει μαζί. Κάθε γενιά θυμάται διαφορετικό Ανδρέα, επειδή κάθε γενιά κουβαλά διαφορετικές ανάγκες. Η γενιά της Αλλαγής θυμάται την αναγνώριση. Η γενιά της κρίσης θυμάται το κόστος. Η γενιά του σήμερα χρειάζεται κάτι δυσκολότερο: να καταλάβει και τα δύο.

.