Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε προϊόν μιας σπάνιας ιστορικής συμπύκνωσης. Η μνημονιακή κρίση αποδιοργάνωσε τις παλαιές κομματικές ταυτίσεις, τραυμάτισε την κοινωνική νομιμοποίηση του δικομματισμού, αποσυντόνισε τη σχέση των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων με το κράτος και δημιούργησε μια τεράστια ανάγκη πολιτικής έκφρασης της προσδοκίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να σταθεί στο κέντρο αυτής της ιστορικής ρωγμής. Όμως η εκρηκτική του άνοδος δεν ήταν αποτέλεσμα αργής κομματικής οικοδόμησης, βαθιάς κοινωνικής διείσδυσης και συστηματικής οργανωτικής επέκτασης. Ήταν κυρίως αποτέλεσμα μιας έκτακτης κοινωνικής ανάθεσης.
Αυτή η αρχική αναντιστοιχία ανάμεσα στην εκλογική διόγκωση και στην οργανωτική υποδομή υπήρξε το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ από την πρώτη στιγμή της ανόδου του. Το κόμμα μεγάλωσε πολύ γρήγορα για να αφομοιώσει κοινωνικά το ίδιο του το μέγεθος. Απέκτησε ψηφοφόρους χωρίς να αποκτήσει αντίστοιχες οργανώσεις. Απέκτησε κυβερνητική ισχύ χωρίς να διαθέτει ολοκληρωμένη κομματική κοινωνία. Όσο η πολιτική συγκυρία παρέμενε έντονη και όσο ο Αλέξης Τσίπρας λειτουργούσε ως εγγυητής συνοχής, το πρόβλημα μπορούσε να καλύπτεται. Όταν όμως η κοινωνική ενέργεια της αντιμνημονιακής περιόδου υποχώρησε, όταν η κυβερνητική εμπειρία άρχισε να αποτιμάται ψυχρότερα, όταν οι ήττες συσσώρευσαν απογοήτευση και όταν η ηγετική μορφή αποσύρθηκε από την κομματική προεδρία, αποκαλύφθηκε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε μεταβληθεί σε μεγάλη παράταξη. Είχε υπάρξει μεγάλο εκλογικό όχημα μιας ιστορικής στιγμής.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποφάσισε ποτέ με πειστική καθαρότητα τι είδους κόμμα ήθελε να είναι μετά την εμπειρία της εξουσίας. Δεν μπόρεσε να σταθεροποιηθεί ως σοσιαλδημοκρατικός φορέας, διότι ένα μέρος της πολιτικής του μνήμης και της εσωτερικής του κουλτούρας παρέμενε ριζοσπαστικό. Δεν μπόρεσε να παραμείνει πειστικά ριζοσπαστική Αριστερά, διότι είχε κυβερνήσει μέσα σε όρους προσαρμογής και δημοσιονομικού περιορισμού. Δεν έγινε μαζικό κόμμα τύπου ΠΑΣΟΚ, διότι δεν είχε αντίστοιχη κοινωνική εγκατάσταση, τοπική δικτύωση και παραταξιακή ταύτιση. Δεν έγινε καθαρά αρχηγικό κόμμα με οργανωτική πειθαρχία, διότι η εσωτερική του πολυφωνία και οι ιστορικές του τάσεις αντιστέκονταν σε αυτό. Έμεινε ενδιάμεσος φορέας: αρκετά μεγάλος για να διεκδικεί εξουσία, αλλά όχι αρκετά θεσμοποιημένος για να αντέξει την απώλεια του ιδρυτικού του κύκλου.
Η Νέα Αριστερά εμφανίστηκε ως απάντηση σε αυτή την κρίση, αλλά δεν υπήρξε υπέρβασή της. Υπήρξε, περισσότερο, η πιο εκλεπτυσμένη και θεσμικά αξιοπρεπής εκδοχή της ίδιας αποσύνθεσης. Οι άνθρωποι που αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ είχαν σοβαρούς λόγους να το κάνουν. Έβλεπαν ένα κόμμα που είχε χάσει τον προσανατολισμό του, που δυσκολευόταν να συνδέσει την κυβερνητική του εμπειρία με μια πειστική μελλοντική ταυτότητα, που διολίσθαινε σε εσωστρέφεια, προσωποποίηση και οργανωτική αστάθεια. Η Νέα Αριστερά επιχείρησε να συγκροτήσει έναν χώρο πιο σοβαρό, πιο θεσμικό, πιο συλλογικό, πιο προγραμματικό, πιο απαλλαγμένο από τις παθογένειες του μετα-ηγετικού ΣΥΡΙΖΑ. Όμως η νέα αυτή απόπειρα γεννήθηκε από μια εσωκομματική διάσπαση, όχι από μια κοινωνική ίδρυση. Αυτό υπήρξε το αρχικό και ίσως ανυπέρβλητο όριό της.
Η ιστορία δείχνει ότι η διάσπαση μπορεί να γίνει δημιουργική μόνο όταν συναντά ένα κοινωνικό ρεύμα που δεν χωρά πλέον στον παλαιό φορέα. Στην περίπτωση της Νέας Αριστεράς, το κοινωνικό ρεύμα παρέμεινε ασθενές, ασαφές και περισσότερο δυνητικό παρά πραγματικό. Το κόμμα διέθετε πρόσωπα με κυβερνητική εμπειρία, υψηλή πολιτική παιδεία και σοβαρότερο δημόσιο λόγο από μεγάλο μέρος του πολιτικού ανταγωνισμού. Δεν διέθετε, όμως, αναγνωρίσιμο κοινωνικό υποκείμενο. Δεν ήταν σαφές αν εξέφραζε τους αριστερούς ψηφοφόρους που απογοητεύθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, τη μορφωμένη προοδευτική μεσαία τάξη, τους νέους εργαζομένους της επισφάλειας, τα κοινωνικά κινήματα, τους δημόσιους λειτουργούς, την ανανεωτική Αριστερά ως ιστορική κουλτούρα ή απλώς ένα τμήμα στελεχών που δεν μπορούσε πια να παραμείνει στο προηγούμενο κόμμα. Όταν ένα κόμμα δεν μπορεί να απαντήσει ποιον ακριβώς εκπροσωπεί, κινδυνεύει να γίνει κόμμα ύφους, όχι κόμμα κοινωνικής δύναμης.
Αυτό ήταν το βαθύτερο πρόβλημα της Νέας Αριστεράς: μπέρδεψε την πολιτική ορθότητα της αποχώρησης με την κοινωνική αναγκαιότητα της ίδρυσης. Μπορεί μια αποχώρηση να είναι δικαιολογημένη, έντιμη και πολιτικά κατανοητή. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο νέος φορέας που προκύπτει διαθέτει αυτομάτως κοινωνικό λόγο ύπαρξης. Η Νέα Αριστερά έμοιαζε συχνά να απαντά περισσότερο στο ερώτημα «γιατί δεν μπορούμε να μείνουμε στον ΣΥΡΙΖΑ;» παρά στο ερώτημα «γιατί χρειάζεται η κοινωνία ένα νέο κόμμα με εμάς στο κέντρο;». Η πρώτη ερώτηση αφορά τη συνείδηση των στελεχών. Η δεύτερη αφορά την κοινωνία. Η πολιτική επιβίωση κρίνεται πάντα από τη δεύτερη.
Η αποδιάρθρωση της Νέας Αριστεράς, με νέες αποχωρήσεις και απώλεια κοινοβουλευτικής συνοχής, δεν αποτελεί απλώς αποτέλεσμα της εμφάνισης της ΕΛ.Α.Σ. Η ΕΛ.Α.Σ. λειτούργησε ως καταλύτης, όχι ως μοναδική αιτία. Αποκάλυψε με απότομο τρόπο ότι η Νέα Αριστερά δεν είχε προλάβει να αποκτήσει πολιτική βαρύτητα ανεξάρτητη από τα πρόσωπα που τη συγκροτούσαν. Όταν εμφανίστηκε ένας μεγαλύτερος πόλος πιθανής επιρροής, με αρχηγική αναγνωρισιμότητα, εκλογική προοπτική και δυνατότητα ανασύνταξης του αντιπολιτευτικού χώρου, η Νέα Αριστερά δεν είχε αρκετή κοινωνική μάζα ώστε να συγκρατήσει τις δικές της δυνάμεις. Αυτό είναι το αποφασιστικό σημείο: δεν ηττήθηκε επειδή δεν είχε επιχειρήματα. Ηττήθηκε επειδή τα επιχειρήματά της δεν είχαν μετατραπεί σε κοινωνική πίστη.
Η πίστη σε ένα κόμμα δεν είναι απλή ιδεολογική συμφωνία. Είναι βαθύτερη σχέση προσδοκίας, ταυτότητας και χρησιμότητας. Τα στελέχη μένουν σε έναν φορέα όταν πιστεύουν ότι αυτός έχει μέλλον. Οι ψηφοφόροι ταυτίζονται με έναν φορέα όταν αισθάνονται ότι εκφράζει κάτι από τη ζωή τους. Οι οργανώσεις αντέχουν όταν τα μέλη τους θεωρούν ότι συμμετέχουν σε μια υπόθεση μεγαλύτερη από την επιβίωση ενός μηχανισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε αυτή την πίστη μετά τις αλλεπάλληλες ήττες και την αποχώρηση του ηγέτη που προσωποποιούσε τον κύκλο του. Η Νέα Αριστερά δεν πρόλαβε ποτέ να την αποκτήσει σε επαρκή βαθμό. Γι’ αυτό και η φυγή προσώπων έγινε τόσο εύκολη. Όταν η σχέση με το κόμμα δεν είναι κοινωνικά δεσμευτική, η αποχώρηση εμφανίζεται ως ρεαλιστική στρατηγική, όχι ως πολιτικό κόστος.
Η σύγκριση με το ΚΚΕ είναι εδώ διαφωτιστική, όχι επειδή οι χώροι είναι πολιτικά συγγενείς ως προς τη στρατηγική τους, αλλά επειδή δείχνει τη σημασία της θεσμοποίησης. Το ΚΚΕ διαθέτει ισχυρή κομματική μορφή, πειθαρχημένη οργανωτική κουλτούρα, διακριτή κοινωνική και ιδεολογική ταυτότητα, μηχανισμούς αναπαραγωγής και σαφή αντίληψη του εαυτού του. Μπορεί κάποιος να διαφωνεί ριζικά με την πολιτική του γραμμή, αλλά δύσκολα μπορεί να αρνηθεί ότι πρόκειται για κόμμα με οργανωτική αντοχή. Ο χώρος του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς είχε συχνά μεγαλύτερη ευελιξία, περισσότερη εσωτερική πολυφωνία, ευρύτερες προγραμματικές δυνατότητες και υψηλότερη προσαρμοστικότητα. Είχε όμως πολύ ασθενέστερη κομματική σταθεροποίηση. Η πολυφωνία χωρίς θεσμοποίηση έγινε ρευστότητα. Η ρευστότητα χωρίς κοινωνική γείωση έγινε φυλλορροή.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς ότι η ελληνική Αριστερά διασπάται. Η διάσπαση είναι ιστορικά γνώριμο φαινόμενο στον χώρο της Αριστεράς και συχνά υπήρξε μηχανισμός ιδεολογικής ανανέωσης. Το πρόβλημα είναι ότι οι πρόσφατες διασπάσεις δεν παράγουν νέο κοινωνικό βάθος. Παράγουν νέες κοινοβουλευτικές διατάξεις, νέες ονομασίες, νέες μετακινήσεις, νέες δημόσιες δηλώσεις, αλλά όχι αναγκαστικά νέα κοινωνική σχέση. Η διάσπαση αποκτά νόημα όταν φέρνει στο προσκήνιο δυνάμεις που δεν εκπροσωπούνταν, όταν οργανώνει κοινωνικά αιτήματα που έμεναν άμορφα, όταν συγκροτεί νέο λεξιλόγιο για πραγματικές συγκρούσεις. Όταν περιορίζεται σε ανακατανομή στελεχών μέσα σε έναν ήδη συρρικνωμένο χώρο, γίνεται σύμπτωμα παρακμής και όχι υπόσχεση αναγέννησης.
Η κρίση ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Αριστεράς φανερώνει, τελικά, ότι ο μετα-2015 αριστερός χώρος δεν έχει απαντήσει στο βασικό ερώτημα της νέας κοινωνικής αντιπροσώπευσης. Η κοινωνία του 2026 δεν είναι η κοινωνία του 2012. Η οργή της μνημονιακής περιόδου δεν οργανώνει πλέον με τον ίδιο τρόπο τις πολιτικές ταυτότητες. Οι νέοι δεν κινητοποιούνται με τις ίδιες μνήμες. Η μεσαία τάξη δεν εμπιστεύεται εύκολα την Αριστερά. Οι εργαζόμενοι της επισφάλειας δεν εντάσσονται αυτόματα σε κομματικές δομές. Το στεγαστικό, η ακρίβεια, η μισθολογική στασιμότητα, η κρίση δημόσιων υπηρεσιών και η θεσμική δυσπιστία δημιουργούν νέα πεδία πολιτικής σύγκρουσης, αλλά κανένας φορέας του χώρου δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι μπορεί να τα μετατρέψει σε σταθερή κοινωνική συμμαχία.
Η ουσιώδης πολιτική διάκριση είναι ανάμεσα στο κόμμα ως μηχανισμό και στο κόμμα ως κοινωνική αναγκαιότητα. Μηχανισμούς μπορεί να δημιουργήσει κανείς σχετικά γρήγορα. Μπορεί να συγκεντρώσει στελέχη, να οργανώσει εκδήλωση, να ιδρύσει φορέα, να αποκτήσει λογότυπο, να εκδώσει διακήρυξη, να εμφανιστεί στις δημοσκοπήσεις. Κοινωνική αναγκαιότητα, όμως, δεν κατασκευάζεται με τον ίδιο τρόπο. Χτίζεται όταν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες αισθάνονται ότι χωρίς αυτόν τον φορέα μένουν πολιτικά άστεγες.
Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά αποτελούν δύο διαφορετικές εκδοχές της ίδιας αποτυχίας. Ο πρώτος απέκτησε κοινωνική έκρηξη χωρίς επαρκή κομματική θεσμοποίηση. Η δεύτερη απέκτησε θεσμική πρόθεση χωρίς επαρκή κοινωνική διάχυση. Το επόμενο ζήτημα για την ελληνική Αριστερά δεν είναι ποιο σχήμα θα απορροφήσει ποιον, ποιος βουλευτής θα μετακινηθεί, ποια ονομασία θα επικρατήσει ή ποιος αρχηγός θα εμφανιστεί ως νέος πόλος. Το ζήτημα είναι αν μπορεί να υπάρξει ξανά φορέας που δεν θα γεννιέται από τη φυγή, αλλά από την ανάγκη· όχι από την αποσύνθεση του προηγούμενου, αλλά από την οργανική απαίτηση της κοινωνίας για εκπροσώπηση. Χωρίς αυτό, κάθε νέα αρχή θα μοιάζει στην πραγματικότητα με συνέχεια της ίδιας κρίσης.
Πρόσφατα σχόλια