Η εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν και η ανάδειξη του Πέτερ Μάγιαρ στην κεντρική πολιτική σκηνή της Ουγγαρίας συνιστούν γεγονός πολύ ευρύτερο από μια συνήθη κυβερνητική εναλλαγή. Η σημασία της αναμέτρησης δεν εξαντλείται στην αποχώρηση ενός μακρόβιου πρωθυπουργού ούτε στην αριθμητική υπεροχή ενός νέου κόμματος στο κοινοβούλιο. Το ουσιαστικό διακύβευμα αρχίζει μετά την κάλπη: αφορά την ικανότητα της νέας εξουσίας να μετατρέψει την εκλογική νομιμοποίηση σε θεσμική αποκατάσταση, χωρίς να αναπαραγάγει με αντίστροφο πρόσημο τις παθολογίες του συστήματος που καλείται να υπερβεί. Η νίκη του Tisza, η οποία σύμφωνα με τα διαθέσιμα αποτελέσματα συνοδεύεται από κοινοβουλευτική πλειοψηφία δύο τρίτων, δίνει στον Μάγιαρ δυνατότητα συνταγματικών και θεσμικών παρεμβάσεων. Ταυτόχρονα, ακριβώς αυτή η υπεροχή αποτελεί τη μεγαλύτερη δοκιμασία του. Διότι η δημοκρατική αποκατάσταση δεν κρίνεται μόνο από το αν μια νέα κυβέρνηση μπορεί να ξηλώσει τους μηχανισμούς ενός ανελεύθερου καθεστώτος. Κρίνεται κυρίως από το αν μπορεί να το πράξει με τρόπο θεσμικά ελεγχόμενο, δικαιοκρατικά πειθαρχημένο και πολιτικά νομιμοποιημένο.
Η περίπτωση της Ουγγαρίας είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη για την πολιτική επιστήμη, επειδή το μοντέλο Όρμπαν δεν υπήρξε κλασική δικτατορία, αλλά ένα υβριδικό καθεστώς εντός ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου. Διατήρησε εκλογές, κοινοβουλευτικές διαδικασίες, συνταγματική γλώσσα και διεθνή συμμετοχή σε οργανισμούς, αλλά αναδιαμόρφωσε συστηματικά τους όρους του πολιτικού ανταγωνισμού. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η ιδεολογία του Όρμπαν· ήταν η μετατροπή της ιδεολογίας σε θεσμική αρχιτεκτονική. Η δικαιοσύνη, τα μέσα ενημέρωσης, η δημόσια διοίκηση, οι ρυθμιστικές αρχές, τα πανεπιστήμια, τα ιδρύματα δημόσιου συμφέροντος, οι κρατικές επιχειρήσεις και τμήματα της οικονομικής ελίτ εντάχθηκαν σταδιακά σε ένα σύστημα εξάρτησης από το κυβερνών κόμμα. Έτσι, η εξουσία δεν λειτουργούσε απλώς ως κυβέρνηση που ασκεί πολιτική. Λειτουργούσε ως καθεστώς που αναπαρήγε τον εαυτό του μέσω θεσμικών, οικονομικών και επικοινωνιακών μηχανισμών.
Ακριβώς γι’ αυτό η απομάκρυνση του Όρμπαν δεν αρκεί από μόνη της για να σημάνει το τέλος του ορμπανισμού. Ο ορμπανισμός δεν είναι μόνο πρόσωπο, ούτε μόνο κόμμα. Είναι τρόπος οργάνωσης της εξουσίας. Είναι η αντίληψη ότι η εκλογική πλειοψηφία δικαιούται να καταλάβει το κράτος στο όνομα του έθνους. Είναι η σύγχυση ανάμεσα στη λαϊκή εντολή και στην απεριόριστη εξουσία. Είναι η ιδέα ότι οι θεσμοί δεν αποτελούν ανεξάρτητα αντίβαρα, αλλά εμπόδια που πρέπει να ελεγχθούν. Είναι η λογική ότι η δημόσια σφαίρα δεν χρειάζεται πλουραλισμό, αλλά εθνική ομοφωνία υπό κυβερνητική καθοδήγηση. Επομένως, η πραγματική μετάβαση δεν θα κριθεί από την απομάκρυνση ορισμένων αξιωματούχων ούτε από την αλλαγή κυβερνητικής ρητορικής. Θα κριθεί από το αν η Ουγγαρία θα επαναθεμελιώσει την έννοια του ουδέτερου κράτους, της ανεξάρτητης δικαιοσύνης, της μη κομματικής διοίκησης και της ανοιχτής δημόσιας σφαίρας.
Η νέα κυβέρνηση εισέρχεται σε ένα πεδίο εξαιρετικά περίπλοκο, διότι καλείται να επιτύχει ταυτόχρονα τρεις στόχους που συχνά συγκρούονται μεταξύ τους: ταχύτητα, νομιμότητα και σταθερότητα. Η ταχύτητα απαιτείται επειδή οι προσδοκίες της κοινωνίας είναι υψηλές, τα ευρωπαϊκά κονδύλια παραμένουν κρίσιμα για την οικονομία και η πολιτική δυναμική μιας μεγάλης νίκης δεν διατηρείται απεριόριστα. Η νομιμότητα απαιτείται επειδή κάθε θεσμική παρέμβαση που θα εμφανιστεί ως εκδικητική ή αυθαίρετη μπορεί να αποδυναμώσει το ηθικό πλεονέκτημα της νέας κυβέρνησης. Η σταθερότητα απαιτείται επειδή το κράτος πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί, οι υπηρεσίες να αποδίδουν, οι αγορές να παρακολουθούν, οι πολίτες να εξυπηρετούνται και οι διεθνείς εταίροι να πείθονται ότι η Ουγγαρία δεν περνά από έναν τύπο συγκεντρωτισμού σε έναν άλλο. Η πολιτική δυσκολία βρίσκεται ακριβώς εδώ: η αποκατάσταση του κράτους δικαίου δεν είναι απλή πράξη πολιτικής βούλησης. Είναι τεχνικά σύνθετη, θεσμικά απαιτητική και κοινωνικά ευαίσθητη διαδικασία.
Το πρώτο και κρισιμότερο πεδίο είναι η δικαιοσύνη. Σε κάθε φιλελεύθερη δημοκρατία, η δικαιοσύνη δεν είναι απλώς ένας κλάδος του κράτους. Είναι ο μηχανισμός που διασφαλίζει ότι η εξουσία δεσμεύεται από κανόνες. Όταν η δικαιοσύνη τελεί υπό άμεση ή έμμεση κυβερνητική επιρροή, το σύνταγμα μετατρέπεται από δεσμευτικό πλαίσιο σε πολιτικό κείμενο χωρίς ουσιαστική εγγύηση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει συνδέσει την αποδέσμευση σημαντικών ευρωπαϊκών πόρων με μεταρρυθμίσεις στο κράτος δικαίου και ιδίως με ζητήματα δικαστικής ανεξαρτησίας, ενώ η επικαιροποιημένη συζήτηση μετά τη νίκη Μάγιαρ αφορά την ανάγκη γρήγορων και αξιόπιστων ενεργειών για την ανάκτηση περίπου 17 δισ. ευρώ παγωμένων κονδυλίων. Η πρόκληση, όμως, δεν είναι μόνο να αλλάξουν πρόσωπα στις κορυφές. Είναι να αλλάξει η λογική επιλογής, αξιολόγησης και λειτουργίας της δικαιοσύνης. Αν το πρόβλημα ήταν η πολιτική εξάρτηση, η λύση δεν μπορεί να είναι νέα πολιτική εξάρτηση με διαφορετική κομματική προέλευση.
Η αποκατάσταση της δικαιοσύνης απαιτεί διαδικασίες που να αντέχουν στον χρόνο και όχι μόνο στην παρούσα πολιτική συγκυρία. Απαιτεί εγγυήσεις για την υπηρεσιακή ανεξαρτησία των δικαστών, διαφανείς κανόνες διορισμών, αποτελεσματικό έλεγχο σύγκρουσης συμφερόντων, προστασία από πολιτικές πιέσεις και δυνατότητα εσωτερικής αυτοδιοίκησης χωρίς κομματική επιτήρηση. Απαιτεί επίσης επανεξέταση του ρόλου του Συνταγματικού Δικαστηρίου, εφόσον αυτό είχε καταστεί μηχανισμός επικύρωσης της κυβερνητικής βούλησης. Ωστόσο, η επανεξέταση δεν μπορεί να λάβει χαρακτήρα θεσμικής εκκαθάρισης χωρίς κανόνες. Η δημοκρατική κυβέρνηση πρέπει να αποδείξει ότι δεν φοβάται τους περιορισμούς. Αυτό είναι το βαθύτερο τεστ της φιλελεύθερης δημοκρατίας: μια εξουσία αποδεικνύει τον δημοκρατικό της χαρακτήρα όχι όταν μπορεί να επιβληθεί, αλλά όταν μπορεί να αυτοπεριοριστεί.
Δεύτερο κρίσιμο πεδίο είναι η δημόσια διοίκηση. Ο ορμπανισμός στηρίχθηκε όχι μόνο σε πολιτικές αποφάσεις, αλλά και στην κατάληψη του διοικητικού μηχανισμού από δίκτυα πιστότητας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η κρατική μηχανή παύει να είναι ουδέτερος μηχανισμός εφαρμογής πολιτικής και μετατρέπεται σε πεδίο κομματικής συνέχειας. Η αλλαγή κυβέρνησης, επομένως, δεν αρκεί, αν η διοίκηση παραμένει δομικά δεμένη με το προηγούμενο καθεστώς. Από την άλλη πλευρά, μια νέα κυβέρνηση που επιχειρεί οριζόντια αντικατάσταση στελεχών κινδυνεύει να καταστρέψει διοικητική μνήμη, να προκαλέσει παράλυση και να εμφανιστεί ως δύναμη κομματικής άλωσης. Η ορθή λύση βρίσκεται σε μια δύσκολη ισορροπία: αξιολόγηση θέσεων ευθύνης, διαφάνεια κριτηρίων, προστασία επαγγελματιών δημοσίων λειτουργών, αλλά και απομάκρυνση όσων κατέχουν κρίσιμες θέσεις αποκλειστικά λόγω πολιτικής νομιμοφροσύνης.
Η θεσμική επανεκκίνηση της Ουγγαρίας προϋποθέτει επίσης επανεξέταση του συστήματος δημόσιων συμβάσεων και οικονομικής διακυβέρνησης. Η διαφθορά σε ανελεύθερα καθεστώτα δεν είναι απλώς ηθική παρεκτροπή μεμονωμένων αξιωματούχων. Είναι τρόπος πολιτικής οργάνωσης. Μέσω των δημοσίων έργων, των κρατικών προμηθειών, των ευρωπαϊκών κονδυλίων και της προνομιακής πρόσβασης σε χρηματοδοτήσεις, δημιουργείται κοινωνική συμμαχία γύρω από το κυβερνών κόμμα. Οι οικονομικοί ωφελούμενοι αποκτούν συμφέρον στη διατήρηση του καθεστώτος, ενώ το καθεστώς αποκτά υλικούς πόρους επιρροής. Αν η νέα κυβέρνηση θέλει να αποδομήσει τον ορμπανισμό, πρέπει να πλήξει αυτόν τον κύκλο. Όχι με ρητορική καταγγελία, αλλά με θεσμική ανακατασκευή: ανεξάρτητες αρχές ελέγχου, ανοιχτά δεδομένα δημοσίων συμβάσεων, ισχυρή προστασία μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, διασύνδεση εθνικών μηχανισμών με ευρωπαϊκά όργανα και πραγματική δυνατότητα δίωξης οικονομικών εγκλημάτων υψηλού επιπέδου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το ζήτημα των μέσων ενημέρωσης. Η ανελεύθερη δημοκρατία δεν καταργεί αναγκαστικά τον Τύπο. Τον περικυκλώνει. Τον οικονομικά εξαρτά, τον ιδιοκτησιακά αναδιατάσσει, τον διαφημιστικά χειραγωγεί και τον ρυθμιστικά πιέζει. Στην Ουγγαρία, η συγκέντρωση μεγάλου τμήματος του επικοινωνιακού πεδίου γύρω από φιλοκυβερνητικά δίκτυα είχε δημιουργήσει συνθήκες άνισου πολιτικού ανταγωνισμού. Η νέα κυβέρνηση δεν πρέπει να απαντήσει εγκαθιστώντας δικό της επικοινωνιακό σύστημα. Πρέπει να αποκαταστήσει τους όρους πλουραλισμού. Αυτό σημαίνει διαφανείς κανόνες κρατικής διαφήμισης, ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή, πραγματική προστασία δημόσιων μέσων από κυβερνητική παρέμβαση, κανόνες για τη συγκέντρωση ιδιοκτησίας και διασφάλιση ότι η ενημέρωση δεν θα εξαρτάται από την πρόσβαση στην εκάστοτε εξουσία.
Η αποκατάσταση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης θα αποτελέσει εμβληματική δοκιμασία. Αν η δημόσια ενημέρωση παραμείνει κομματικό όργανο, απλώς με διαφορετική πολιτική γραμμή, η αλλαγή θα είναι επιφανειακή. Αν μετατραπεί σε πραγματικά ανεξάρτητο δημόσιο θεσμό, με επαγγελματικά κριτήρια, πολυφωνία και ελεγκτική αποστολή απέναντι σε κάθε κυβέρνηση, τότε θα έχει συντελεστεί ουσιαστική μετατόπιση. Σε αυτό το σημείο φαίνεται η διαφορά ανάμεσα στην αντι-ορμπανική νίκη και στη μετα-ορμπανική δημοκρατία. Η πρώτη είναι πολιτική στιγμή. Η δεύτερη είναι θεσμική κατάσταση.
Ένα ακόμη δύσκολο πεδίο αφορά τα ιδρύματα, τα πανεπιστήμια, τα think tanks και τις δομές στις οποίες μεταφέρθηκαν δημόσιοι πόροι ή αρμοδιότητες κατά τη διάρκεια της προηγούμενης διακυβέρνησης. Η ορμπανική στρατηγική δεν περιορίστηκε στον άμεσο κρατικό μηχανισμό. Επεδίωξε να δημιουργήσει παράλληλη θεσμική υποδομή, η οποία θα μπορούσε να διατηρεί ιδεολογική και οικονομική επιρροή ακόμη και μετά από πιθανή κυβερνητική ήττα. Αυτό είναι κρίσιμο χαρακτηριστικό των σύγχρονων καθεστώτων ηγεμονικής εξουσίας: προνοούν για τη μεταθανάτια ισχύ τους. Δεν αρκούνται στο παρόν της διακυβέρνησης, αλλά οργανώνουν θεσμούς που θα επιβιώνουν μετά την απώλεια της κάλπης. Η νέα κυβέρνηση θα χρειαστεί να ελέγξει τη νομιμότητα, τη χρηματοδότηση και τη διακυβέρνηση αυτών των δομών, χωρίς όμως να δώσει την εντύπωση ότι επιδιώκει ιδεολογική φίμωση. Η αρχή πρέπει να είναι σαφής: όχι δίωξη ιδεών, αλλά έλεγχος δημόσιου χρήματος, διαφάνειας και θεσμικής λογοδοσίας.
Η εκλογική πλειοψηφία δύο τρίτων επιτρέπει βαθιές συνταγματικές μεταβολές. Ωστόσο, η συνταγματική πολιτική είναι ίσως το πιο ευαίσθητο πεδίο της μετάβασης. Το σύνταγμα δεν πρέπει να μετατρέπεται σε λάφυρο της εκάστοτε πλειοψηφίας. Ο Όρμπαν κατηγορήθηκε ακριβώς επειδή χρησιμοποίησε την ισχυρή κοινοβουλευτική του βάση για να επανασχεδιάσει τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού προς όφελός του. Αν ο Μάγιαρ χρησιμοποιήσει την πλειοψηφία του με την ίδια λογική, έστω για διαφορετικούς σκοπούς, θα υπονομεύσει το θεμελιώδες αφήγημα της δημοκρατικής αποκατάστασης. Οι συνταγματικές αλλαγές πρέπει να υπηρετούν την αποπροσωποποίηση της εξουσίας, την ενίσχυση των αντίβαρων, τη δυσκολότερη κατάληψη θεσμών από μελλοντικές πλειοψηφίες και την επαναφορά ισότιμων όρων πολιτικού ανταγωνισμού.
Η εκλογική μεταρρύθμιση είναι εξίσου κρίσιμη. Το προηγούμενο σύστημα είχε επικριθεί επειδή ευνοούσε δυσανάλογα το κυβερνών κόμμα μέσω εκλογικών κανόνων, περιφερειακής κατανομής, μέσων προβολής και θεσμικών ασυμμετριών. Η αλλαγή αυτών των κανόνων είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της εκλογικής δικαιοσύνης. Όμως και εδώ απαιτείται προσοχή. Η νέα εκλογική αρχιτεκτονική δεν πρέπει να σχεδιαστεί για να εξασφαλίσει τη μακροημέρευση του Tisza, αλλά για να επιτρέψει πραγματικό ανταγωνισμό, κυβερνητική εναλλαγή και αντιπροσώπευση. Η δημοκρατία δεν αποκαθίσταται όταν ο νέος νικητής γράφει κανόνες που τον ευνοούν. Αποκαθίσταται όταν ο νικητής αποδέχεται κανόνες υπό τους οποίους μπορεί μελλοντικά να χάσει.
Η ευρωπαϊκή διάσταση της ουγγρικής μετάβασης είναι κεντρική. Η νέα κυβέρνηση έχει άμεσο συμφέρον να αποκαταστήσει σχέσεις με τις Βρυξέλλες, όχι μόνο για συμβολικούς λόγους, αλλά και για οικονομικούς. Η αποδέσμευση ευρωπαϊκών κονδυλίων συνδέεται με θεσμικές προϋποθέσεις, ενώ η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει την ανάγκη ταχείας προόδου μετά την επικοινωνία με τον Μάγιαρ. Παρά ταύτα, η σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρέπει να εμφανιστεί εσωτερικά ως εξωτερική επιτήρηση. Αν η αποκατάσταση του κράτους δικαίου παρουσιαστεί αποκλειστικά ως απαίτηση των Βρυξελλών, ο ορμπανικός λόγος θα βρει εύκολα πεδίο επανενεργοποίησης. Η νέα κυβέρνηση πρέπει να πείσει ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται για να ικανοποιηθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά επειδή υπηρετούν το ουγγρικό δημόσιο συμφέρον: καλύτερη δικαιοσύνη, λιγότερη διαφθορά, περισσότερες επενδύσεις, μεγαλύτερη διεθνής αξιοπιστία και αξιοπρεπέστερη καθημερινότητα.
Η αντιπολίτευση του Fidesz, παρά τη βαριά ήττα, δεν θα εξαφανιστεί. Αυτό είναι κρίσιμο. Ένα κόμμα που κυβέρνησε επί δεκαέξι χρόνια διαθέτει οργανωτική μνήμη, κοινωνικές ρίζες, οικονομικά δίκτυα, τοπικές δομές, επικοινωνιακή εμπειρία και πολιτισμική απήχηση. Η νέα κυβέρνηση δεν μπορεί να συμπεριφερθεί σαν να έχει απέναντί της μόνο ένα απονομιμοποιημένο κατάλοιπο. Θα έχει απέναντί της έναν ισχυρό μηχανισμό αντιπολίτευσης, ο οποίος πιθανότατα θα επιχειρήσει να παρουσιάσει κάθε μεταρρύθμιση ως εκδικητική, κάθε ευρωπαϊκή συνεννόηση ως απώλεια κυριαρχίας και κάθε δικαστική διερεύνηση ως πολιτική δίωξη. Για να αντιμετωπίσει αυτή τη στρατηγική, η κυβέρνηση Μάγιαρ χρειάζεται θεσμική αυστηρότητα, επικοινωνιακή καθαρότητα και πολιτική μετριοπάθεια. Δεν πρέπει να προσφέρει εύκολες αποδείξεις στην αφήγηση του αντιπάλου της.
Η κοινωνική βάση της μετάβασης είναι επίσης σύνθετη. Η εκλογική νίκη του Μάγιαρ δεν σημαίνει ότι η ουγγρική κοινωνία έγινε ξαφνικά ομοιογενώς φιλελεύθερη, φιλοευρωπαϊκή ή αντικαθεστωτική με τον ίδιο τρόπο. Πολλοί ψηφοφόροι πιθανότατα στήριξαν το Tisza για διαφορετικούς λόγους: άλλοι λόγω οικονομικής δυσαρέσκειας, άλλοι λόγω διαφθοράς, άλλοι λόγω κόπωσης από τον Όρμπαν, άλλοι λόγω ευρωπαϊκού προσανατολισμού, άλλοι επειδή αναζητούσαν αποτελεσματική συντηρητική εναλλακτική χωρίς αυταρχισμό. Αυτή η πολυσυλλεκτικότητα είναι δύναμη στην εκλογική φάση, αλλά μπορεί να γίνει πρόβλημα στη διακυβέρνηση. Η θεσμική αποκατάσταση θα θίξει συμφέροντα, θα δημιουργήσει συγκρούσεις και θα απαιτήσει χρόνο. Η κυβέρνηση πρέπει να διατηρήσει την κοινωνική συμμαχία της, εξηγώντας ότι οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις δεν είναι αφηρημένη νομική πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση οικονομικής και κοινωνικής ανάταξης.
Το ιστορικό βάθος της ουγγρικής περίπτωσης είναι αναγκαίο για να κατανοηθεί η δυσκολία της αλλαγής. Η Ουγγαρία του μετακομμουνιστικού 1989 δεν απέκτησε αυτομάτως σταθερή φιλελεύθερη πολιτική κουλτούρα. Όπως και πολλές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, βρέθηκε αντιμέτωπη με τη διπλή πρόκληση της οικονομικής μετάβασης και της θεσμικής οικοδόμησης. Η φιλελεύθερη δημοκρατία εγκαταστάθηκε ως θεσμικό πλαίσιο, αλλά δεν ρίζωσε πάντοτε ως βαθιά κοινωνική εμπιστοσύνη. Ο Όρμπαν αξιοποίησε ακριβώς αυτή την αδυναμία. Παρουσίασε τον φιλελευθερισμό ως ξένη επιβολή, την Ευρώπη ως μηχανισμό επιτήρησης, την αντιπολίτευση ως εθνικά ύποπτη και το κράτος ως όργανο προστασίας της «πραγματικής» ουγγρικής κοινωνίας. Η αποδόμηση αυτής της αφήγησης απαιτεί πολύ περισσότερα από διοικητικές πράξεις. Απαιτεί νέα πολιτική παιδαγωγική.
Η νέα πολιτική παιδαγωγική πρέπει να εξηγήσει ότι το κράτος δικαίου δεν είναι ιδεολογικό σύνθημα της φιλελεύθερης ελίτ, αλλά καθημερινή εγγύηση του αδύναμου απέναντι στον ισχυρό. Όταν η δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη, προστατεύεται ο πολίτης απέναντι στην αυθαιρεσία. Όταν οι δημόσιες συμβάσεις είναι διαφανείς, προστατεύεται ο φορολογούμενος. Όταν τα μέσα ενημέρωσης είναι πλουραλιστικά, προστατεύεται η κοινωνία από τη μονοπώληση της αλήθειας. Όταν η δημόσια διοίκηση είναι αξιοκρατική, προστατεύεται ο πολίτης από την κομματική μεσολάβηση. Όταν οι θεσμοί ελέγχουν την κυβέρνηση, προστατεύεται ακόμη και ο ψηφοφόρος της κυβέρνησης από τα σφάλματα της ίδιας του της επιλογής. Αυτή είναι η βαθύτερη ουσία της δημοκρατικής αποκατάστασης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση Μάγιαρ πρέπει να αποφύγει δύο αντίθετους κινδύνους: τον θεσμικό ρεβανσισμό και τον φοβικό συμβιβασμό. Ο πρώτος θα οδηγούσε σε γρήγορες, επιθετικές παρεμβάσεις που ίσως ικανοποιούσαν ένα τμήμα της κοινής γνώμης, αλλά θα διακινδύνευαν τη νομιμότητα της μετάβασης. Ο δεύτερος θα οδηγούσε σε υπερβολική προσαρμογή στους παλαιούς μηχανισμούς, αφήνοντας ουσιαστικά ανέγγιχτες τις δομές του ορμπανισμού. Η επιτυχία βρίσκεται στη θεσμική αποφασιστικότητα: καθαρές μεταρρυθμίσεις, γρήγορες όπου είναι δυνατόν, προσεκτικές όπου είναι αναγκαίο, πάντοτε όμως με κανόνες, τεκμηρίωση, δημόσια λογοδοσία και ευρωπαϊκή συμβατότητα.
Η αποκατάσταση του κράτους δικαίου πρέπει να συνοδευθεί από ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο αξιοπιστίας. Οι πολίτες δεν θα κρίνουν τη νέα κυβέρνηση μόνο από την καθαρότητα των θεσμικών της προθέσεων. Θα την κρίνουν από το αν η καθημερινότητά τους βελτιώνεται. Αν οι μεταρρυθμίσεις εμφανιστούν ως ελίτζικη θεσμική ατζέντα χωρίς ορατό κοινωνικό αντίκρισμα, η απογοήτευση μπορεί να επιστρέψει γρήγορα. Για τον λόγο αυτόν, οι θεσμικές αλλαγές πρέπει να συνδεθούν με απτά αποτελέσματα: καλύτερη πρόσβαση σε ευρωπαϊκούς πόρους, ενίσχυση δημόσιων υπηρεσιών, αποκατάσταση εμπιστοσύνης επενδυτών, μείωση πελατειακών εξαρτήσεων, σταθερότερο περιβάλλον για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και μεγαλύτερη προστασία των πολιτών από αυθαιρεσίες.
Η Ουγγαρία βρίσκεται έτσι σε μια σπάνια ιστορική στιγμή. Η κοινωνία έδωσε εντολή αλλαγής, αλλά η αλλαγή δεν έχει ακόμη θεσμικά πραγματοποιηθεί. Ο Όρμπαν έχασε την κυβέρνηση, αλλά το σύστημα που οικοδόμησε θα επιχειρήσει να επιβιώσει. Ο Μάγιαρ κέρδισε την εξουσία, αλλά τώρα πρέπει να αποδείξει ότι κατανοεί τη διαφορά ανάμεσα στην εξουσία ως κυριαρχία και στην εξουσία ως ευθύνη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βλέπει ευκαιρία επιστροφής της Ουγγαρίας στον δημοκρατικό πυρήνα, αλλά η επιτυχία θα εξαρτηθεί από εσωτερικές πολιτικές ικανότητες, όχι από εξωτερικούς πανηγυρισμούς. Το Fidesz ηττήθηκε, αλλά παραμένει πολιτικός παράγοντας. Οι θεσμοί μπορούν να αναμορφωθούν, αλλά όχι να αναγεννηθούν με διατάγματα.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η ουγγρική μετάβαση θα αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά πειράματα δημοκρατικής ανασυγκρότησης των επόμενων ετών. Αν πετύχει, θα αποδείξει ότι ακόμη και ένα βαθιά εδραιωμένο ανελεύθερο σύστημα μπορεί να αποδομηθεί με εκλογικά, θεσμικά και ειρηνικά μέσα. Αν αποτύχει, θα ενισχύσει τον κυνισμό όσων υποστηρίζουν ότι τα υβριδικά καθεστώτα, ακόμη και όταν χάνουν εκλογές, αφήνουν πίσω τους δομές τόσο ανθεκτικές ώστε η δημοκρατική αποκατάσταση καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη.
Πρόσφατα σχόλια