Η κοινωνική δικαιοσύνη προϋποθέτει μια θεμελιώδη παραδοχή: καμία κοινωνία δεν μπορεί να διανείμει με διάρκεια αυτό που δεν παράγει με επάρκεια. Η πολιτική βούληση και η αναδιανεμητική πρόθεση είναι αναγκαίες, όμως δεν αρκούν όταν η παραγωγική βάση της οικονομίας παραμένει ασθενής. Η κοινωνική πολιτική χρειάζεται πόρους, και οι πόροι αυτοί δεν εμφανίζονται αφηρημένα στον κρατικό προϋπολογισμό. Δημιουργούνται μέσα στην παραγωγή, στην εργασία, στην επιχείρηση, στην τεχνολογία, στη γνώση, στην οργάνωση, στη φορολογική βάση, στην επίσημη απασχόληση, στην προστιθέμενη αξία που παράγει μια οικονομία. Η παραγωγικότητα, επομένως, δεν είναι εξωτερική προς την κοινωνική δικαιοσύνη. Βρίσκεται στον πυρήνα της. Είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου μια κοινωνία αποκτά τη δυνατότητα να μετατρέπει την οικονομική δραστηριότητα σε μισθούς, δημόσιες υπηρεσίες, κοινωνικές παροχές, συντάξεις, εκπαιδευτικές ευκαιρίες, υγειονομική προστασία, περιφερειακή συνοχή και συλλογική ασφάλεια.

Η παραγωγικότητα εκφράζει την ικανότητα μιας οικονομίας να παράγει περισσότερη αξία με τους διαθέσιμους πόρους της. Δεν αφορά μόνο το πόσο εργάζεται μια κοινωνία, αλλά κυρίως το πόση αξία παράγει μέσα στον χρόνο εργασίας της. Δεν αφορά μόνο την ποσότητα κεφαλαίου, αλλά το πόσο αποτελεσματικά αυτό το κεφάλαιο συνδυάζεται με γνώση, δεξιότητες, θεσμούς, τεχνολογία και οργάνωση. Σε μια οικονομία χαμηλής παραγωγικότητας, η εργασία μπορεί να είναι εντατική, οι άνθρωποι μπορεί να εργάζονται πολλές ώρες, οι επιχειρήσεις μπορεί να προσπαθούν σκληρά και το κράτος μπορεί να αναζητά διαρκώς πόρους, όμως το συνολικό αποτέλεσμα παραμένει περιορισμένο. Η χαμηλή αξία ανά ώρα εργασίας συμπιέζει τους μισθούς, στενεύει τη φορολογική βάση, περιορίζει τις ασφαλιστικές εισφορές, αποδυναμώνει τη δυνατότητα δημόσιων επενδύσεων και καθιστά την κοινωνική πολιτική περισσότερο αμυντική παρά μετασχηματιστική. Έτσι, η κοινωνία εγκλωβίζεται σε έναν κύκλο όπου τα αιτήματα για δικαιοσύνη είναι απολύτως βάσιμα, αλλά τα υλικά μέσα για την ικανοποίησή τους παραμένουν ανεπαρκή.

Η ελληνική περίπτωση καθιστά αυτή τη σχέση ιδιαιτέρως εμφανή. Η χώρα έχει εξέλθει από μια μακρά περίοδο κρίσης, έχει ανακτήσει μέρος της δημοσιονομικής και επενδυτικής της αξιοπιστίας, εμφανίζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και έχει μειώσει την ανεργία. Ωστόσο, οι κοινωνικές πιέσεις παραμένουν έντονες: οι μισθοί συχνά δεν επαρκούν για την κάλυψη του αυξημένου κόστους ζωής, η στέγη έχει καταστεί κρίσιμο κοινωνικό ζήτημα, η δημόσια υγεία και η παιδεία χρειάζονται βαθιά ενίσχυση, το ασφαλιστικό πιέζεται από τη δημογραφική γήρανση, η περιφέρεια αντιμετωπίζει άνισες ευκαιρίες και οι νέες γενιές δυσκολεύονται να συνδέσουν την εργασία με σταθερή προοπτική ζωής. Αυτά τα ζητήματα δεν μπορούν να απαντηθούν μόνο με επιδοματικές παρεμβάσεις ή με συγκυριακές φορολογικές ελαφρύνσεις. Χρειάζονται μια οικονομία που παράγει συστηματικά μεγαλύτερη αξία, ώστε η κοινωνική πολιτική να στηρίζεται σε διευρυμένη παραγωγική βάση και όχι σε περιοδική ανακατανομή περιορισμένων πόρων.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η παραγωγικότητα δεν λειτουργεί ανταγωνιστικά προς την αναδιανομή. Αντιθέτως, της δίνει διάρκεια και αξιοπιστία. Μια οικονομία που παράγει περισσότερη αξία μπορεί να στηρίξει υψηλότερους μισθούς χωρίς να εξαντλεί την ανταγωνιστικότητά της, μπορεί να δημιουργήσει ισχυρότερα φορολογικά έσοδα χωρίς συνεχή αύξηση συντελεστών, μπορεί να χρηματοδοτήσει καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες χωρίς δημοσιονομική ασφυξία, μπορεί να στηρίξει επενδύσεις σε υγεία, παιδεία, υποδομές και κοινωνική φροντίδα χωρίς να μετατρέπει κάθε κοινωνική δαπάνη σε πεδίο αγωνιώδους εξεύρεσης πόρων. Η αναδιανομή σε μια οικονομία χαμηλής παραγωγικότητας τείνει να μετατρέπεται σε δύσκολη διαχείριση ελλείψεων. Η αναδιανομή σε μια οικονομία υψηλότερης παραγωγικότητας μπορεί να γίνει πολιτική πραγματικής κοινωνικής ανόδου, διότι δεν μοιράζει απλώς ένα στάσιμο προϊόν· κατανέμει τους καρπούς μιας οικονομίας που αυξάνει τη συλλογική της δυνατότητα.

Η σχέση παραγωγικότητας και μισθών είναι ίσως η πιο άμεση έκφραση αυτής της σύνδεσης. Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν μπορεί να περιορίζεται στην τυπική ύπαρξη εργασίας. Χρειάζεται εργασία που να αμείβεται αξιοπρεπώς, να παρέχει ασφάλεια, να επιτρέπει σχεδιασμό ζωής, οικογένεια, στέγη, αποταμίευση και επαγγελματική εξέλιξη. Οι αξιοπρεπείς μισθοί, όμως, απαιτούν οικονομία που παράγει επαρκή αξία ανά εργαζόμενο. Όταν οι επιχειρήσεις λειτουργούν σε χαμηλή κλίμακα, με περιορισμένη τεχνολογία, ασθενή οργάνωση, χαμηλή εξωστρέφεια και μικρή προστιθέμενη αξία, οι μισθολογικές δυνατότητες παραμένουν περιορισμένες. Η διοικητική αύξηση των μισθών μπορεί να λειτουργήσει διορθωτικά, ιδίως όταν υπάρχουν φαινόμενα εργασιακής εκμετάλλευσης ή ασθενής διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων. Για να αποκτήσει όμως διάρκεια και καθολικότητα η μισθολογική πρόοδος, πρέπει να συνοδεύεται από παραγωγική αναβάθμιση. Διαφορετικά, η κοινωνία κινείται ανάμεσα στη δίκαιη απαίτηση για καλύτερες αμοιβές και στην περιορισμένη δυνατότητα της οικονομίας να τις στηρίξει σταθερά.

Η παραγωγικότητα συνδέεται επίσης με την ποιότητα του κοινωνικού κράτους. Η δημόσια υγεία, η παιδεία, η πρόνοια, η κοινωνική ασφάλιση, η στήριξη της οικογένειας, η παιδική φροντίδα, η στεγαστική πολιτική και η προστασία των ευάλωτων δεν είναι αφηρημένες κατηγορίες κοινωνικής ευαισθησίας. Είναι θεσμοί που απαιτούν προσωπικό, υποδομές, τεχνολογία, διοικητική επάρκεια και σταθερή χρηματοδότηση. Μια οικονομία με χαμηλή παραγωγικότητα δυσκολεύεται να τα χρηματοδοτήσει χωρίς υπερβολική πίεση στους φορολογουμένους ή χωρίς υποβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών. Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο κοινωνικής αδικίας: οι πολίτες τυπικά έχουν δικαιώματα, αλλά η πραγματική πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες διαφοροποιείται ανάλογα με το εισόδημα, την περιοχή, τις οικογενειακές δυνατότητες ή την ικανότητα προσφυγής σε ιδιωτικές λύσεις. Όταν η δημόσια υπηρεσία δεν επαρκεί, η ανισότητα επιστρέφει από την πίσω πόρτα, ακόμη και σε ένα κράτος που θεσμικά αναγνωρίζει καθολικά δικαιώματα.

Η παιδεία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μια κοινωνία που θέλει κοινωνική κινητικότητα χρειάζεται δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα υψηλής ποιότητας, ικανό να μειώνει τις ανισότητες εκκίνησης και να δίνει σε παιδιά διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης πραγματική δυνατότητα ανόδου. Αυτό απαιτεί επενδύσεις σε σχολικές υποδομές, εκπαιδευτικούς, προγράμματα σπουδών, ψηφιακά εργαλεία, επαγγελματικό προσανατολισμό, τεχνική εκπαίδευση, πανεπιστήμια, έρευνα και διά βίου μάθηση. Εάν η παραγωγική βάση δεν επαρκεί, η παιδεία υποχρηματοδοτείται ή συμπληρώνεται ιδιωτικά από τις οικογένειες, με αποτέλεσμα η κοινωνική προέλευση να επηρεάζει ακόμη περισσότερο τις εκπαιδευτικές ευκαιρίες. Σε αυτή την περίπτωση, η χαμηλή παραγωγικότητα δεν παραμένει απλώς οικονομικό πρόβλημα· μετατρέπεται σε μηχανισμό αναπαραγωγής ανισότητας.

Το ίδιο ισχύει για την υγεία. Η καθολική πρόσβαση σε ποιοτική υγειονομική περίθαλψη αποτελεί θεμελιώδη δείκτη κοινωνικής δικαιοσύνης. Όμως ένα δημόσιο σύστημα υγείας χρειάζεται γιατρούς, νοσηλευτές, τεχνολογικό εξοπλισμό, πρωτοβάθμια φροντίδα, πρόληψη, ψηφιακές υποδομές, νοσοκομειακή επάρκεια και διοικητική οργάνωση. Όταν οι διαθέσιμοι πόροι δεν επαρκούν, αυξάνονται οι αναμονές, η ποιότητα πιέζεται και τα νοικοκυριά στρέφονται σε ιδιωτικές δαπάνες. Η ανισότητα τότε δεν εμφανίζεται μόνο ως διαφορά εισοδήματος, αλλά ως διαφορά πρόσβασης σε χρόνο, θεραπεία, πρόληψη και αξιοπρεπή φροντίδα. Μια παραγωγικότερη οικονομία δεν εγγυάται αυτομάτως καλύτερη υγεία, αλλά δημιουργεί τον δημοσιονομικό χώρο για ένα πιο αξιόπιστο δημόσιο σύστημα, εφόσον η πολιτική επιλέξει να κατευθύνει τους πόρους προς αυτή την κατεύθυνση.

Η παραγωγικότητα έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν εξεταστεί το ασφαλιστικό και η διαγενεακή δικαιοσύνη. Η Ελλάδα είναι κοινωνία που γερνά. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, η χαμηλή γεννητικότητα, η μείωση του ενεργού πληθυσμού και η φυγή μέρους του νεότερου ανθρώπινου δυναμικού δημιουργούν πίεση στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Σε μια τέτοια συνθήκη, η βιωσιμότητα των συντάξεων δεν μπορεί να εξαρτάται μόνο από εισφορές υπολογισμένες σε χαμηλούς μισθούς ούτε από διαρκή δημοσιονομική υποστήριξη. Χρειάζεται μεγαλύτερη αξία ανά εργαζόμενο, ώστε οι μισθοί, οι εισφορές και η φορολογική βάση να ενισχυθούν. Η παραγωγικότητα γίνεται έτσι όρος δικαιοσύνης ανάμεσα στις γενιές. Αν οι νέοι εργαζόμενοι παραμένουν χαμηλά αμειβόμενοι και ταυτόχρονα καλούνται να στηρίξουν αυξανόμενες κοινωνικές υποχρεώσεις, η κοινωνική συνοχή υπονομεύεται. Αν η οικονομία αυξήσει την αξία της εργασίας τους, τότε η στήριξη των μεγαλύτερων ηλικιών μπορεί να γίνει πιο βιώσιμη και λιγότερο συγκρουσιακή.

Η κοινωνική συνοχή δεν αφορά μόνο την εισοδηματική κατανομή. Αφορά την αίσθηση ότι οι πολίτες συμμετέχουν σε ένα κοινό σχέδιο, ότι η προσπάθεια ανταμείβεται, ότι οι θεσμοί λειτουργούν με δικαιοσύνη, ότι οι ευκαιρίες δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από την οικογενειακή προέλευση, την περιοχή κατοικίας ή τις προσωπικές διασυνδέσεις. Η χαμηλή παραγωγικότητα διαβρώνει αυτή την αίσθηση, διότι περιορίζει τις πραγματικές δυνατότητες ανόδου. Όταν οι νέοι βλέπουν ότι η εκπαίδευσή τους δεν οδηγεί σε ανάλογες αμοιβές, όταν οι εργαζόμενοι αισθάνονται ότι η εργασία δεν αρκεί για αξιοπρεπή ζωή, όταν οι οικογένειες καλύπτουν ιδιωτικά κενά του κοινωνικού κράτους, όταν η περιφέρεια προσφέρει περιορισμένες ευκαιρίες, τότε η εμπιστοσύνη στην οικονομία και στους θεσμούς φθείρεται. Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν παράγεται μόνο από την απόλυτη φτώχεια. Παράγεται και από τη διάψευση της προσδοκίας ότι η πρόοδος της οικονομίας θα μεταφραστεί σε πρόοδο της ζωής.

Η παραγωγικότητα έχει, επομένως, άμεση σχέση με τη νομιμοποίηση της ανάπτυξης. Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει θετικούς δείκτες και ταυτόχρονα να μην πείθει την κοινωνία ότι βελτιώνεται ουσιαστικά η καθημερινότητα. Αυτό συμβαίνει όταν η ανάπτυξη συγκεντρώνεται σε λίγους κλάδους, όταν δημιουργεί θέσεις χαμηλής αμοιβής, όταν αυξάνει την αξία ακινήτων αλλά όχι την αγοραστική δύναμη των μισθών, όταν ενισχύει επιχειρηματικά κέρδη χωρίς αντίστοιχη μισθολογική διάχυση, όταν οι δημόσιες υπηρεσίες παραμένουν υποβαθμισμένες. Η παραγωγικότητα αποκτά κοινωνική σημασία μόνο όταν οι καρποί της οργανώνονται θεσμικά: μέσω μισθών, φορολογικής δικαιοσύνης, συλλογικής διαπραγμάτευσης, κοινωνικών επενδύσεων, δημόσιων υπηρεσιών και πολιτικών που διευρύνουν τη συμμετοχή στην παραγωγή αξίας. Διαφορετικά, η αύξηση παραγωγικότητας μπορεί να συνυπάρχει με ανισότητα και κοινωνική αποστασιοποίηση.

Η ουσιαστική πολιτική πρόκληση είναι να αντιμετωπιστεί η κοινωνική δικαιοσύνη όχι μόνο ως αναδιανομή μετά την παραγωγή, αλλά και ως δικαιοσύνη μέσα στην παραγωγή. Αυτό σημαίνει ότι έχει σημασία ποιος έχει πρόσβαση σε δεξιότητες, ποιος εργάζεται σε κλάδους υψηλής αξίας, ποιος μπορεί να μετακινηθεί επαγγελματικά, ποιος έχει πρόσβαση σε τεχνολογία, ποιος ζει σε περιοχή με παραγωγικές ευκαιρίες, ποιος μπορεί να χρηματοδοτήσει μια μικρή επιχείρηση, ποιος αποκλείεται από την επίσημη εργασία, ποιος μένει εγκλωβισμένος σε χαμηλόμισθες υπηρεσίες χωρίς προοπτική. Η ανισότητα δεν δημιουργείται μόνο στο τέλος, όταν το εισόδημα διανέμεται. Δημιουργείται και στην αρχή, όταν οι άνθρωποι εισέρχονται στην παραγωγική διαδικασία με άνισες δυνατότητες. Μια ώριμη πολιτική κοινωνικής δικαιοσύνης πρέπει να παρεμβαίνει στο σχολείο, στην κατάρτιση, στην αγορά εργασίας, στην πρόσβαση σε υγεία, στη στέγη, στη φροντίδα παιδιών, στη χρηματοδότηση, στις περιφερειακές υποδομές και στους θεσμούς που καθορίζουν ποιος μπορεί να παράγει αξία.

Από αυτή την άποψη, οι κοινωνικές δαπάνες δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο ως κόστος. Πολλές από αυτές είναι παραγωγικές επενδύσεις. Η παιδική φροντίδα αυξάνει τη συμμετοχή των γυναικών στην εργασία και μειώνει εμπόδια σταδιοδρομίας. Η δημόσια υγεία προστατεύει την εργασιακή ικανότητα και μειώνει τις ανισότητες πρόσβασης. Η ποιοτική εκπαίδευση αυξάνει το ανθρώπινο κεφάλαιο. Η τεχνική κατάρτιση επιτρέπει μετακίνηση προς καλύτερες θέσεις. Η στεγαστική πολιτική διευκολύνει τη γεωγραφική κινητικότητα και την εγκατάσταση νέων εργαζομένων κοντά σε παραγωγικά κέντρα. Οι δημόσιες μεταφορές συνδέουν κατοικία και εργασία. Η κοινωνική πολιτική γίνεται παραγωγική όταν αυξάνει τις πραγματικές δυνατότητες συμμετοχής των ανθρώπων στην οικονομική ζωή. Η παραγωγικότητα γίνεται κοινωνικά δίκαιη όταν οι πόροι που δημιουργεί επιστρέφουν σε τέτοιες συλλογικές υποδομές.

Η περιφερειακή διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη. Μια χώρα με μεγάλες χωρικές ανισότητες δεν μπορεί να έχει βαθιά κοινωνική συνοχή. Όταν οι παραγωγικές ευκαιρίες συγκεντρώνονται σε λίγα αστικά κέντρα ή σε συγκεκριμένες τουριστικές περιοχές, η περιφέρεια εξαρτάται από εποχική απασχόληση, δημόσιες μεταβιβάσεις ή φυγή νέων ανθρώπων. Η παραγωγικότητα στην περιφέρεια δεν θα αυξηθεί με γενικές διακηρύξεις. Χρειάζεται σύνδεση αγροτικής παραγωγής με μεταποίηση και εξαγωγές, τοπικά πανεπιστήμια που συνεργάζονται με επιχειρήσεις, τεχνική εκπαίδευση συνδεδεμένη με κλαδικές ανάγκες, ψηφιακές και ενεργειακές υποδομές, logistics, τοπική διοίκηση που επιταχύνει επενδύσεις και παραγωγικά δίκτυα μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η κοινωνική δικαιοσύνη έχει γεωγραφία. Αν μια περιοχή δεν έχει πρόσβαση σε παραγωγή αξίας, οι κάτοικοί της δεν έχουν ίση πρόσβαση σε προοπτική.

Το ίδιο ισχύει και για τη φορολογική δικαιοσύνη. Μια οικονομία χαμηλής παραγωγικότητας και υψηλής ατυπίας αναγκάζεται συχνά να στηρίζει το κοινωνικό κράτος σε στενή βάση συνεπών φορολογουμένων. Αυτό δημιουργεί αίσθηση αδικίας και αποδυναμώνει την κοινωνική συναίνεση. Η παραγωγικότητα συνδέεται με τη διαφάνεια, διότι οι επιχειρήσεις που μεγαλώνουν, χρηματοδοτούνται, εξάγουν, πιστοποιούνται και εντάσσονται σε επίσημες αλυσίδες αξίας έχουν μεγαλύτερα κίνητρα να λειτουργούν καθαρά. Η ατυπία μπορεί να μειώνει βραχυπρόθεσμα το κόστος ορισμένων επιχειρήσεων, αλλά μακροπρόθεσμα περιορίζει τη δυνατότητά τους να αναπτυχθούν, να δανειστούν, να επενδύσουν και να προσφέρουν σταθερές θέσεις εργασίας. Ένα κοινωνικά δίκαιο κράτος χρειάζεται παραγωγική οικονομία με ευρεία, διαφανή και δυναμική φορολογική βάση.

Η συζήτηση για την παραγωγικότητα πρέπει, επομένως, να μεταφερθεί από τη στενή γλώσσα της ανταγωνιστικότητας στη γλώσσα του κοινωνικού συμβολαίου. Η χώρα χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό και κοινωνικό ισοζύγιο: οι επιχειρήσεις να επενδύουν σε τεχνολογία, οργάνωση και δεξιότητες· οι εργαζόμενοι να συμμετέχουν στην παραγωγική αναβάθμιση και να καρπώνονται δίκαιο μέρος της· το κράτος να μειώνει τη θεσμική τριβή και να κατευθύνει πόρους σε δημόσιες υπηρεσίες υψηλής απόδοσης· η φορολογία να στηρίζει τη διαφάνεια και την αναδιανομή χωρίς να τιμωρεί τη μεγέθυνση· η εκπαίδευση να λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας και παραγωγικής μετάβασης. Η παραγωγικότητα χωρίς κοινωνικό συμβόλαιο μπορεί να γίνει ιδιωτικό όφελος. Η κοινωνική πολιτική χωρίς παραγωγικό συμβόλαιο γίνεται δημοσιονομικά εύθραυστη. Η σύνδεσή τους είναι ο πυρήνας μιας σοβαρής πολιτικής οικονομίας.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να μειώσει τις κοινωνικές της φιλοδοξίες. Χρειάζεται να αυξήσει την παραγωγική της σοβαρότητα. Η απαίτηση για καλύτερους μισθούς, ισχυρότερη υγεία, ποιοτική παιδεία, αξιοπρεπείς συντάξεις, στεγαστική ασφάλεια και στήριξη των νέων γενεών είναι απολύτως θεμιτή. Για να γίνει όμως σταθερή πραγματικότητα, πρέπει να στηριχθεί σε οικονομία που παράγει περισσότερη αξία και σε θεσμούς που διανέμουν αυτή την αξία με δικαιοσύνη. Η παραγωγικότητα δεν είναι ψυχρό τεχνοκρατικό μέγεθος. Είναι προϋπόθεση αξιοπρέπειας, γιατί καθορίζει αν η κοινωνία έχει τους πόρους να μετατρέψει τα δικαιώματα σε πραγματικές δυνατότητες.

Είναι πρόδηλο ότι η κοινωνική δικαιοσύνη και η παραγωγικότητα είναι επάλληλα πεδία.Η παραγωγικότητα δημιουργεί το οικονομικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχθεί ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος. Η κοινωνική δικαιοσύνη δίνει στην παραγωγικότητα δημοκρατικό περιεχόμενο, διασφαλίζοντας ότι η αύξηση της αξίας δεν περιορίζεται σε λίγους, αλλά μετατρέπεται σε μισθούς, δημόσια αγαθά, κοινωνική προστασία και ευκαιρίες. Μια κοινωνία που παράγει λίγη αξία θα δυσκολεύεται πάντα να χρηματοδοτήσει μεγάλες προσδοκίες. Μια κοινωνία που παράγει περισσότερη αξία, αλλά δεν τη διανέμει δίκαια, θα χάνει συνοχή και εμπιστοσύνη. Η ώριμη απάντηση βρίσκεται στη σύνθεση: παραγωγική οικονομία, δίκαιη διανομή, ισχυροί θεσμοί και κοινωνικό κράτος που δεν περιορίζεται στην ανακούφιση της αδυναμίας, αλλά δημιουργεί τους όρους συλλογικής ανόδου.