Υπάρχουν κόμματα που χάνουν εκλογές και επιστρέφουν στην αντιπολίτευση. Υπάρχουν όμως και κόμματα που, όταν χάνουν την εξουσία, ανακαλύπτουν ότι δεν ξέρουν ακριβώς τι είναι χωρίς αυτήν. Το Fidesz ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Η εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν δεν αφαίρεσε μόνο την κυβέρνηση από την παράταξη που κυριάρχησε στην Ουγγαρία επί δεκαέξι χρόνια. Αφαίρεσε το θεμελιώδες υλικό μέσα από το οποίο το κόμμα αυτό είχε μετατραπεί από κλασικό κομματικό μηχανισμό σε σύστημα εξουσίας με κρατική προέκταση. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν το Fidesz θα ανασυνταχθεί οργανωτικά. Το βαθύτερο ερώτημα είναι αν μπορεί να υπάρξει ως διακριτό πολιτικό υποκείμενο χωρίς την ιδιότητα του κόμματος-κράτους. Το Reuters κατέγραψε ήδη μετά την ήττα εσωτερικές φωνές «αναζήτησης ψυχής», με στελέχη και σχολιαστές του κυβερνητικού χώρου να μιλούν για ανάγκη αλλαγής, για αδυναμία προσέγγισης νεότερων ψηφοφόρων και για ένα κόμμα που είχε γεράσει μαζί με τον ηγέτη του.
Η διάγνωση αυτή είναι πολύ σοβαρότερη από μια συνηθισμένη εκλογική απογοήτευση. Το Fidesz δεν υπήρξε απλώς ένα επιτυχημένο κυβερνητικό κόμμα. Υπήρξε ο πολιτικός πυρήνας ενός συστήματος στο οποίο η κομματική ταυτότητα, η κυβερνητική διαχείριση, η διοίκηση, μεγάλα τμήματα του μιντιακού πεδίου, η πρόσβαση σε δημόσιους πόρους, οι δημόσιες συμβάσεις, τα ιδρύματα και η ίδια η συμβολική γλώσσα του κράτους είχαν αλληλοδιεισδύσει. Όταν ένα κόμμα ζει επί τόσο μεγάλο διάστημα μέσα σε καθεστώς όπου η εξουσία δεν είναι απλώς αντικείμενο κατοχής αλλά περιβάλλον ύπαρξης, η απώλειά της δεν προκαλεί μόνο στρατηγική αναπροσαρμογή. Προκαλεί κρίση ταυτότητας. Η αντιπολίτευση προϋποθέτει ικανότητα να ζεις έξω από το κράτος, να παράγεις πολιτική χωρίς διοικητική υπεροχή, να μιλάς χωρίς να μονοπωλείς την ατζέντα, να οργανώνεις κοινωνική παρουσία χωρίς να διαθέτεις την ψυχολογία του αναπόφευκτου νικητή. Το Fidesz δεν έχει δοκιμαστεί σε τέτοιες συνθήκες εδώ και δεκαέξι χρόνια.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η πρώτη μεγάλη αδυναμία του. Η μακρά άσκηση εξουσίας συχνά απονεκρώνει την εσωτερική πολιτική νοημοσύνη των κομμάτων. Όσο μια παράταξη κερδίζει διαδοχικά, όσο οι μηχανισμοί της επιβραβεύονται από τη νίκη, όσο οι τοπικές και κεντρικές δομές της συνδέουν την κομματική πίστη με πραγματικούς πόρους, τόσο μειώνεται το κίνητρο εσωτερικής αυτοκριτικής. Οι διαφωνίες δεν εκφράζονται εύκολα, οι εναλλακτικές ηγεσίες δεν ωριμάζουν, η διαδοχή αναβάλλεται συνεχώς και η κριτική απορροφάται από την επιτυχία. Το αποτέλεσμα είναι κόμμα εξαιρετικά ισχυρό όσο κυβερνά και εξαιρετικά αμήχανο μόλις πάψει να κυβερνά. Οι πρώτες αντιδράσεις μέσα στο Fidesz μετά την ήττα δείχνουν ακριβώς αυτή την αμηχανία: όχι οργανωμένη διαδοχή, όχι έτοιμο δεύτερο κύμα ηγεσίας, αλλά περισσότερο μια συλλογική διαπίστωση ότι το μοντέλο εξάντλησε τις αντοχές του.
Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο, γιατί η ουγγρική Δεξιά δεν ηττήθηκε απλώς εκλογικά. Απονομιμοποιήθηκε ως αποκλειστικός φυσικός φορέας της εθνικής εκπροσώπησης. Επί χρόνια, ο Όρμπαν είχε επιβάλει το δόγμα ότι το Fidesz δεν ήταν ένα κόμμα ανάμεσα σε άλλα, αλλά η μόνη δύναμη που μπορούσε να ταυτίζεται ουσιαστικά με την ίδια την Ουγγαρία. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι εμφανίζονταν ως ξένα σώματα, ως όργανα των Βρυξελλών, ως απειλή για την κοινωνική συνοχή ή ως μορφώματα ανίκανα να κυβερνήσουν. Η ήττα από τον Πέτερ Μάγιαρ διαλύει ακριβώς αυτή τη μονοπώληση. Διότι ο Μάγιαρ δεν νίκησε ως φορέας παραδοσιακής αριστερής ή φιλελεύθερης αντιπολίτευσης. Νίκησε ως παίκτης που εισέβαλε στο ίδιο πεδίο συντηρητικής, πατριωτικής και κεντροδεξιάς νομιμότητας και το αφαίρεσε από την αποκλειστική ιδιοκτησία του Fidesz. Το Reuters ανέφερε ότι το Tisza πέτυχε σαρωτική νίκη και απέκτησε υπερπλειοψηφία, γεγονός που σημαίνει ότι το Fidesz δεν έχασε μόνο από ένα αντι-ορμπανικό μέτωπο αλλά από μια νέα πλειοψηφική δεξαμενή νομιμοποίησης.
Αυτό δημιουργεί για το Fidesz ένα πρόβλημα βαθύτερο από την απλή φθορά ενός κυβερνητικού κόμματος: πρόβλημα αναπαράστασης. Αν ο ηττημένος ήταν ένα κεντροαριστερό ή φιλελεύθερο κόμμα, θα μπορούσε να ελπίζει ότι η κοινωνική βάση της δεξιάς παραμένει δεδομένη και ότι η επιστροφή του εξαρτάται μόνο από τα λάθη του αντιπάλου. Το Fidesz, όμως, έχασε από έναν ηγέτη που διεκδικεί επίσης πατριωτική, συντηρητική και θεσμικά αποκαταστατική γλώσσα. Άρα δεν μπορεί να καταφύγει εύκολα στην παλαιά του άμυνα ότι «η πατρίδα έπεσε στα χέρια των αντιπάλων της». Η ήττα του είναι πολύ πιο δύσκολο να ερμηνευθεί πολιτισμικά. Δεν ηττήθηκε από μια ιδεολογική ετερότητα που θα του επέτρεπε να ανασυσπειρώσει τη βάση του με όρους ταυτότητας. Ηττήθηκε από μια εσωτερική εναλλακτική του ίδιου ευρύτερου χώρου. Αυτό τραυματίζει δομικά την ηγεμονική του αφήγηση.
Γι’ αυτό και το ζήτημα της διαδοχής δεν είναι προσωπικό κουτσομπολιό αλλά στρατηγικό πρόβλημα πρώτης τάξης. Ένα κόμμα που οργανώθηκε σε μεγάλο βαθμό γύρω από την αδιαμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία του Όρμπαν δεν διαθέτει έτοιμο σχήμα μετα-ορμπανικής κανονικότητας. Όσο ο Όρμπαν κέρδιζε, η έλλειψη διαδοχής ήταν πλεονέκτημα: διατηρούσε απόλυτο έλεγχο και αποθάρρυνε εσωτερικές φιλοδοξίες. Μετά την ήττα, το ίδιο στοιχείο γίνεται αδυναμία. Το κόμμα πρέπει να απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα: είναι ο Όρμπαν ακόμη ο μόνος ικανός να το συγκρατήσει ή είναι πια το πρόσωπο που εμποδίζει τον αναγκαίο μετασχηματισμό του; Το Reuters περιέγραψε ακριβώς αυτό το κλίμα, με στελέχη να μιλούν εμμέσως για ανάγκη νέων προσώπων, ενώ η ηλικιακή και πολιτική απόσταση του κόμματος από νεότερα κοινωνικά ακροατήρια εμφανίζεται όλο και πιο καθαρά.
Το δίλημμα δεν είναι εύκολο. Αν ο Όρμπαν παραμείνει αδιαμφισβήτητος αρχηγός, το Fidesz διατηρεί τη συνοχή ενός γνωστού σκληρού πυρήνα, αλλά δυσκολεύεται να εμφανιστεί ως κόμμα ανανέωσης. Αν, αντιθέτως, ξεκινήσει εσωτερική μετάβαση, κινδυνεύει να ανοίξει εσωτερικούς λογαριασμούς που επί χρόνια είχαν παγώσει κάτω από τη σκιά της παντοδυναμίας του ηγέτη. Κάθε αυταρχικά οργανωμένο κόμμα αντιμετωπίζει αυτό το παράδοξο: η απόλυτη ενότητα που παράγει η μακρά κυριαρχία συνήθως καλύπτει την ανυπαρξία μηχανισμών διαδοχής. Όσο ο ηγέτης νικά, η ενότητα μοιάζει φυσική. Μόλις ηττηθεί, αποκαλύπτεται ότι μεγάλο μέρος της ενότητας ήταν αποτέλεσμα επιτυχίας και όχι αποτέλεσμα θεσμοποιημένης κομματικής ζωής. Το Fidesz βρίσκεται σήμερα ακριβώς σε αυτή τη ζώνη.
Ένα δεύτερο πρόβλημα αφορά τη σχέση του κόμματος με το ίδιο το κράτος. Το Fidesz δεν χάνει μόνο την κυβέρνηση αλλά και την καθημερινή πρακτική μέσα από την οποία αναπαρήγαγε πίστη, πειθαρχία και κινητοποίηση. Σε πολλά σημεία της χώρας, η κομματική του παρουσία δεν διαχωριζόταν απόλυτα από τοπικά διοικητικά, οικονομικά και μιντιακά δίκτυα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δημόσια δομή ήταν απλώς κομματική. Σημαίνει, όμως, ότι η ισχύς του κόμματος δεν ήταν μόνο ιδεολογική ούτε μόνο εκλογική. Ήταν λειτουργικά ενισχυμένη από τη μακρά συγκατοίκηση με τη διοίκηση και την κατανομή δημόσιων πόρων. Όταν ένα τέτοιο κόμμα περνά στην αντιπολίτευση, καλείται να μάθει ξανά την πολιτική χωρίς κρατικό σκελετό. Και αυτό είναι πολύ δυσκολότερο απ’ όσο φαίνεται. Οι τοπικές οργανώσεις χάνουν κίνητρα, οι επιχειρηματικοί σύμμαχοι επανυπολογίζουν τη θέση τους, οι πρόθυμοι υποστηρικτές γίνονται λιγότερο πρόθυμοι και η οργανωτική πειθαρχία δοκιμάζεται.
Το γεγονός ότι η νέα κυβέρνηση ξεκίνησε ήδη συζητήσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για αποδέσμευση πόρων και σχεδιάζει γρήγορες μεταρρυθμίσεις ενισχύει αυτό το άγχος στο εσωτερικό του Fidesz. Αν ο Μάγιαρ καταφέρει μέσα σε λίγους μήνες να αποκαταστήσει μέρος της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, να βελτιώσει το επενδυτικό κλίμα και να εμφανίσει εικόνα θεσμικής σοβαρότητας, τότε το Fidesz δεν θα έχει απέναντί του απλώς μια κυβέρνηση-διάλειμμα, αλλά μια κυβέρνηση που ενδέχεται να σταθεροποιήσει τη νέα νομιμοποίηση. Το Reuters μετέδωσε ότι ο Μάγιαρ επιδιώκει να προχωρήσει γρήγορα σε μεταρρυθμίσεις σε δικαιοσύνη, διαφάνεια, μέσα και δημόσιες συμβάσεις για να ξεκλειδώσει περίπου 10 δισ. ευρώ. Αν αυτό συμβεί, η αντιπολιτευτική στρατηγική του Fidesz θα γίνει ακόμη δυσκολότερη, γιατί θα χάνει το επιχείρημα ότι μόνο εκείνο μπορεί να κρατήσει τη χώρα όρθια.
Απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο, το Fidesz έχει θεωρητικά τρεις στρατηγικές. Η πρώτη είναι η στρατηγική της σκληρής αντίστασης: να καταγγείλει κάθε μεταρρύθμιση ως εκδικητική, κάθε συνεννόηση με την ΕΕ ως παράδοση κυριαρχίας και κάθε έλεγχο της προηγούμενης διακυβέρνησης ως πολιτικό διωγμό. Αυτή η στρατηγική έχει το πλεονέκτημα ότι συσπειρώνει τον πυρήνα και διατηρεί ακέραιη την πολεμική ταυτότητα του κόμματος. Έχει, όμως, και σοβαρό μειονέκτημα: αν η νέα κυβέρνηση αποδώσει έστω στοιχειωδώς, η απόλυτη αδιαλλαξία μπορεί να μετατρέψει το Fidesz σε κόμμα νοσταλγίας του παλαιού καθεστώτος, όχι σε δύναμη σοβαρής επιστροφής. Η δεύτερη στρατηγική είναι η ελεγχόμενη προσαρμογή: να αναγνωρίσει ορισμένα λάθη, να αλλάξει πρόσωπα και ύφος, να διατηρήσει όμως τον ιδεολογικό του πυρήνα. Αυτή είναι συχνά η λογική πιο επιβιώσιμων δεξιών κομμάτων μετά από ήττα, αλλά απαιτεί ακριβώς αυτό που το Fidesz δεν διαθέτει εύκολα σήμερα: πειστική εσωτερική ανανέωση. Η τρίτη στρατηγική είναι η προσωρινή αναδίπλωση: να περιμένει την κυβερνητική φθορά του Μάγιαρ, αποφεύγοντας μεγάλες ιδεολογικές αναθεωρήσεις. Αυτή η λύση είναι βολική, αλλά επικίνδυνη, διότι υποθέτει ότι η νέα κυβέρνηση θα αποτύχει από μόνη της.
Το πρόβλημα είναι ότι και οι τρεις στρατηγικές εμποδίζονται από το ίδιο πρόσωπο: τον Όρμπαν. Όσο παραμένει κεντρικός, η ανανέωση μοιάζει ημιτελής. Αν αποσυρθεί ή απομακρυνθεί, το κόμμα μπορεί να αποσταθεροποιηθεί. Εδώ βρίσκεται η ουσία της παρούσας κρίσης του Fidesz. Δεν είναι μόνο κρίση πολιτικής γραμμής. Είναι κρίση οργανωτικού χρόνου. Το κόμμα χρειαζόταν να έχει προετοιμάσει εδώ και χρόνια ένα περιβάλλον όπου η ηγεσία μπορεί να ανανεώνεται χωρίς να καταρρέει το ίδιο το σύστημα πίστης. Δεν το έκανε, ακριβώς επειδή η παρατεταμένη κυριαρχία του επέτρεπε να αναβάλλει αυτό το πρόβλημα επ’ αόριστον. Κάθε αυταρχικά πειθαρχημένη κομματική δομή πληρώνει κάποια στιγμή αυτό το τίμημα: η σταθερότητα της νίκης χτίζεται συχνά πάνω στην αδυναμία της διαδοχής.
Από κοινωνική άποψη, το Fidesz αντιμετωπίζει και μια δυσκολότερη τάση: η ήττα του δεν ήρθε μόνο από τη συσπείρωση των παραδοσιακών αντιπάλων του, αλλά από τη ρωγμή της δικής του κοινωνικής βάσης. Η υποχώρηση στις νεότερες ηλικίες, η κόπωση τμημάτων της περιφέρειας, η επιδείνωση της σχέσης του με μεσαία στρώματα που πιέστηκαν από την οικονομία και η αίσθηση ότι το κόμμα είχε γίνει σύστημα αλαζονείας και προνομίων, δεν συνιστούν απλό επικοινωνιακό ατύχημα. Συνιστούν ένδειξη ότι το Fidesz έχασε κάτι πιο βαθύ από μια εκλογή: έχασε την ιδιότητα του αδιαμφισβήτητου εκφραστή του κοινωνικού συντηρητισμού. Το Reuters κατέγραψε πως ακόμη και εντός του δεξιού χώρου εμφανίζονται φωνές που αναγνωρίζουν ότι το κόμμα αποξενώθηκε από νεότερους ψηφοφόρους και κόλλησε υπερβολικά σε ένα γηράσκον πολιτικό σώμα.
Αυτό σημαίνει ότι η μελλοντική ανασυγκρότηση της ουγγρικής Δεξιάς δεν θα είναι απαραιτήτως ίδια με την ανασυγκρότηση του Fidesz. Μπορεί να προκύψουν διαφορετικά σενάρια. Το πρώτο είναι η ανανέωση του ίδιου του Fidesz μέσα από εσωτερική μεταμόρφωση. Το δεύτερο είναι η μακρά αποσύνθεσή του με παράλληλη ανάδυση νέων δεξιών ή κεντροδεξιών σχημάτων. Το τρίτο είναι η διατήρησή του ως σκληρού πυρήνα που δεν ξαναγίνεται πλειοψηφικό, αλλά παραμένει ισχυρή ταυτοτική αντιπολίτευση. Το τέταρτο είναι το πιο ενδιαφέρον: η σταδιακή απορρόφηση μεγάλου μέρους της συντηρητικής δεξαμενής από τον ίδιο τον Μάγιαρ, αν εκείνος κατορθώσει να κυβερνήσει αποτελεσματικά χωρίς να αποξενώσει τα μετριοπαθώς δεξιά στρώματα. Σε αυτό το τελευταίο σενάριο, το Fidesz δεν θα έχει απέναντί του μια εχθρική αντιδεξιά πλειοψηφία, αλλά έναν νέο δεξιό ανταγωνιστή που θα του αφαιρεί τον ζωτικό κοινωνικό του χώρο.
Ακριβώς γι’ αυτό η σημερινή κρίση του Fidesz είναι υπαρξιακή και όχι απλώς εκλογική. Ένα κόμμα μπορεί να χάσει από ιδεολογικό του αντίπαλο και να περιμένει υπομονετικά την επιστροφή της ταυτότητας που ξέρει να εκπροσωπεί. Είναι πολύ δυσκολότερο να χάσει από κάποιον που αμφισβητεί την ιδιοκτησία του πάνω στην ίδια του την παράδοση. Ο Μάγιαρ επιχειρεί ακριβώς αυτό: να δημιουργήσει μια νέα ουγγρική κεντροδεξιά που δεν θα είναι ούτε ορμπανική ούτε προ-ορμπανική, ούτε αριστερή ούτε ακραία φιλελεύθερη, αλλά θεσμικά κανονική, ευρωπαϊκά συνεργάσιμη και εθνικά νομιμοποιημένη. Αν πετύχει, το Fidesz θα βρεθεί ενώπιον ενός ιστορικού παραδόξου: θα έχει χάσει το κράτος, αλλά κυρίως θα έχει χάσει τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως η μοναδική φυσική μορφή της Δεξιάς στην Ουγγαρία.
Το πιο δύσκολο σημείο για το Fidesz, όμως, είναι ψυχολογικό. Τα κόμματα εξουσίας συνηθίζουν να ερμηνεύουν την κοινωνία μέσα από τη μηχανική της κυριαρχίας τους. Όταν χάνουν, δυσκολεύονται να κατανοήσουν αν πρόκειται για παροδική παρένθεση ή για βαθύτερη ιστορική άρνηση. Η πρώτη τους αντίδραση είναι συχνά αμυντική: να αποδώσουν την ήττα σε εχθρικά μέσα, ξένες παρεμβάσεις, συγκυριακές οικονομικές δυσκολίες ή σε λάθη τακτικής που διορθώνονται. Ωστόσο, όταν ένα κόμμα κυβερνά επί δεκαέξι χρόνια και έπειτα χάνει με τέτοια έκταση, το πρόβλημα σπάνια είναι αμιγώς τακτικό. Συνήθως σημαίνει ότι η κοινωνία δεν θέλει απλώς προσωρινή παύση, αλλά αλλαγή πολιτικού καθεστώτος εκπροσώπησης. Αν το Fidesz δεν καταλάβει αυτή τη διαφορά, κινδυνεύει να διαβάσει την ήττα του ως «στραβοπάτημα» εκεί όπου στην πραγματικότητα πρόκειται για κρίση εποχής.
Το ερώτημα «μπορεί να υπάρξει Fidesz χωρίς κράτος;» είναι, τελικά, η συντομότερη μορφή μιας πολύ βαθύτερης διερώτησης: μπορεί ένα κόμμα που έμαθε να ταυτίζει την κομματική του ύπαρξη με τη διαχείριση του κρατικού μηχανισμού να ξαναγίνει πολιτικό κόμμα με την αυστηρή έννοια του όρου; Δηλαδή φορέας ιδεών, κοινωνικών συμμαχιών, αντιπολιτευτικού ελέγχου, κοινοβουλευτικής πειθαρχίας και παραγωγής εναλλακτικού προγράμματος χωρίς θεσμικό μονοπώλιο; Ή θα παραμείνει εγκλωβισμένο στη νοσταλγία της κρατικής κατοχής, αδυνατώντας να φανταστεί τον εαυτό του ως δύναμη πλουραλιστικού ανταγωνισμού; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το μέλλον του ίδιου του Fidesz. Αφορά και την ποιότητα της ίδιας της ουγγρικής δημοκρατίας. Διότι μια ώριμη δημοκρατία δεν χρειάζεται μόνο κυβερνήσεις που αλλάζουν. Χρειάζεται και ηττημένες παρατάξεις που μαθαίνουν να υπάρχουν χωρίς να θεωρούν ότι, εφόσον δεν κατέχουν το κράτος, η χώρα έχει περιέλθει σε ανωμαλία.
Σε αυτή τη δοκιμασία, το Fidesz βρίσκεται τώρα στην πρώτη και ίσως πιο επώδυνη φάση: δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν θα υπερασπιστεί τον εαυτό του ως μνήμη κυριαρχίας ή αν θα τον ξαναχτίσει ως κόμμα για μια νέα εποχή. Κι επειδή επί δεκαέξι χρόνια ταύτισε την ιστορική του αποστολή με τη διαρκή κατοχή της εξουσίας, είναι πιθανό να ανακαλύψει ότι η ήττα δεν αφαίρεσε μόνο την κυβέρνηση. Αφαίρεσε και το κεντρικό του επιχείρημα για το ποιος λόγος υπήρχε να υπάρχει έτσι όπως υπήρχε.
Πρόσφατα σχόλια