Μια έννομη τάξη μπορεί να διαθέτει νόμους, δικαστήρια, διοικητικές πράξεις, κοινοβουλευτικές διαδικασίες και τυπικούς μηχανισμούς ελέγχου, χωρίς να λειτουργεί κατ’ ανάγκην ως ουσιαστικό κράτος δικαίου. Η βαθύτερη διάκριση βρίσκεται ανάμεσα στη νομιμότητα ως διαδικαστική συμμόρφωση και στη δικαιοκρατία ως πραγματική εγγύηση ελευθεριών, δικαιωμάτων, ελέγχου της εξουσίας και ισότητας ενώπιον του νόμου. Η νομιμότητα απαντά στο ερώτημα αν μια πράξη έχει εκδοθεί σύμφωνα με κάποιον ισχύοντα κανόνα. Η δικαιοκρατία απαντά στο πολύ δυσκολότερο ερώτημα αν η εξουσία ασκείται με τρόπο που σέβεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την αναλογικότητα, την ισότητα, τη διαφάνεια, την αιτιολόγηση, την προσβασιμότητα στη δικαιοσύνη και την αποτελεσματική προστασία του πολίτη. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει ρητά ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους, ενώ όλα τα κρατικά όργανα οφείλουν να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.

Η ουσιαστική σημασία αυτής της συνταγματικής θεμελίωσης είναι ότι το κράτος δικαίου δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια στενή, διοικητική ή τυπολατρική αντίληψη περί νομιμότητας. Το κράτος δεν αρκεί να δρα «βάσει νόμου»· οφείλει να δρα βάσει νόμου που σέβεται το Σύνταγμα, τα δικαιώματα, τη δημοκρατική αρχή, την αναλογικότητα και τη θεσμική λογοδοσία. Η τυπική νομιμότητα μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να λειτουργήσει ακόμη και ως κάλυμμα αυθαιρεσίας, όταν ο νόμος χρησιμοποιείται ως απλό εργαλείο επικύρωσης της βούλησης της εκτελεστικής εξουσίας. Αν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να νομιμοποιεί σχεδόν οτιδήποτε μέσω ταχείας νομοθέτησης, αν η διοίκηση μπορεί να περιορίζει δικαιώματα με ανεπαρκή αιτιολογία, αν ο πολίτης δεν έχει ουσιαστική πρόσβαση σε αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα, τότε η ύπαρξη νόμου δεν αρκεί για να μιλήσει κανείς για κράτος δικαίου. Η δικαιοκρατία απαιτεί η νομιμότητα να έχει ποιότητα, όρια και ελέγξιμη ουσία.

Το ουσιαστικό κράτος δικαίου στηρίζεται σε τέσσερις αλληλένδετους πυλώνες. Πρώτον, στη δέσμευση όλων των κρατικών οργάνων από το Σύνταγμα και τα δικαιώματα. Δεύτερον, στη διάκριση των εξουσιών, όχι ως θεωρητικό δόγμα αλλά ως πραγματικό σύστημα αμοιβαίων ελέγχων. Τρίτον, στην αποτελεσματική δικαστική προστασία, χωρίς υπερβολικές καθυστερήσεις, αδικαιολόγητα εμπόδια ή επιλεκτικότητα. Τέταρτον, στη διοικητική λογοδοσία, ώστε ο πολίτης να μη βρίσκεται απέναντι σε ένα απρόσωπο, αδιαφανές και πρακτικά ανέλεγκτο κράτος. Η κρίση του κράτους δικαίου εμφανίζεται ακριβώς όταν αυτοί οι πυλώνες υπάρχουν τυπικά αλλά αποδυναμώνονται πραγματικά. Μπορεί να υπάρχει Βουλή, αλλά η νομοθετική διαδικασία να υποβαθμίζεται. Μπορεί να υπάρχουν δικαστήρια, αλλά η καθυστέρηση να ακυρώνει την προστασία. Μπορεί να υπάρχουν ανεξάρτητες αρχές, αλλά να στερούνται πόρων, αρμοδιοτήτων ή πολιτικής ασπίδας. Μπορεί να υπάρχει δημόσια διοίκηση, αλλά να λειτουργεί με αδιαφάνεια, πελατειακές επιρροές ή άνιση μεταχείριση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η σχέση κράτους δικαίου και δημοκρατίας. Η δημοκρατία δεν είναι μόνο η αρχή της πλειοψηφίας. Είναι η πλειοψηφία υπό συνταγματικούς περιορισμούς. Αν η εκάστοτε πλειοψηφία θεωρεί ότι η εκλογική της νομιμοποίηση της επιτρέπει να επεκτείνει ανεμπόδιστα την επιρροή της σε όλους τους θεσμούς, τότε η δημοκρατία κινδυνεύει να μετατραπεί από συνταγματική δημοκρατία σε πλειοψηφικό δεσποτισμό. Η δικαιοκρατία λειτουργεί ακριβώς ως εγγύηση ότι η λαϊκή κυριαρχία δεν θα χρησιμοποιηθεί εναντίον των δικαιωμάτων, των μειοψηφιών, της θεσμικής ανεξαρτησίας και της ισότητας. Η δημοκρατική αρχή παρέχει πολιτική νομιμοποίηση στην εξουσία· το κράτος δικαίου θέτει τα όρια εντός των οποίων αυτή η εξουσία μπορεί να ασκηθεί. Χωρίς εκλογές δεν υπάρχει δημοκρατία. Χωρίς κράτος δικαίου, όμως, οι εκλογές δεν αρκούν για να εγγυηθούν ελεύθερο πολίτευμα ουσιαστικής ισότητας.

Η διάκριση ανάμεσα στην τυπική νομιμότητα και στην ουσιαστική δικαιοκρατία γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στη σχέση πολίτη και διοίκησης. Ο πολίτης δεν βιώνει το κράτος δικαίου κυρίως μέσα από μεγάλες συνταγματικές θεωρίες. Το βιώνει όταν ζητά μια άδεια, όταν προσφεύγει κατά διοικητικής πράξης, όταν ζητά πρόσβαση σε δημόσιο έγγραφο, όταν χρειάζεται δικαστική προστασία, όταν αντιμετωπίζει έλεγχο, όταν διεκδικεί κοινωνική παροχή, όταν βρίσκεται απέναντι σε κρατικό μηχανισμό με υπέρτερη ισχύ. Αν το κράτος απαντά με σαφήνεια, αιτιολογία, ταχύτητα και ισότητα, τότε η δικαιοκρατία γίνεται καθημερινή εμπειρία. Αν απαντά με καθυστέρηση, ασάφεια, σιωπή, αυθαιρεσία ή άνιση μεταχείριση, τότε η δικαιοκρατία τραυματίζεται, ακόμη και αν όλες οι πράξεις φέρουν τυπική διοικητική μορφή.

Το κοινωνικό κράτος δικαίου, όπως κατοχυρώνεται στο ελληνικό Σύνταγμα, προσθέτει ακόμη μία κρίσιμη διάσταση. Δεν αρκεί η προστασία του πολίτη από την κρατική αυθαιρεσία· απαιτείται και η θετική υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει όρους πραγματικής άσκησης δικαιωμάτων. Η ελευθερία δεν είναι πλήρης όταν υπάρχει μόνο ως αφηρημένη νομική δυνατότητα. Έχει ουσία όταν ο πολίτης μπορεί πράγματι να προσφύγει στη δικαιοσύνη, να έχει πρόσβαση στην υγεία, στην παιδεία, στην κοινωνική προστασία, στην πληροφόρηση και στη διοικητική εξυπηρέτηση. Ένα κράτος που αναγνωρίζει δικαιώματα αλλά δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις άσκησής τους παραμένει τυπικά φιλελεύθερο αλλά ουσιαστικά ανεπαρκές. Γι’ αυτό το κράτος δικαίου δεν είναι μόνο αμυντική έννοια. Είναι και οργανωτική αρχή μιας δημοκρατίας που οφείλει να καθιστά την ελευθερία πραγματική.

Στο ελληνικό θεσμικό περιβάλλον, η συζήτηση για το κράτος δικαίου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω της μακράς παράδοσης ισχυρής εκτελεστικής εξουσίας, κομματικής πειθαρχίας στη Βουλή, βραδύτητας στη δικαιοσύνη, πολυνομίας, κακονομίας και συχνά άνισης σχέσης πολίτη-διοίκησης. Η θεσμική ποιότητα δεν εξαντλείται στην επίκληση της συνταγματικής κανονικότητας. Απαιτεί έλεγχο του τρόπου με τον οποίο παράγονται οι νόμοι, εφαρμόζονται οι διοικητικές πράξεις, προστατεύονται τα δικαιώματα και λογοδοτούν οι φορείς εξουσίας. Ο πραγματικός δείκτης κράτους δικαίου δεν είναι αν η χώρα διαθέτει τυπικά όλους τους θεσμούς μιας ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Είναι αν αυτοί οι θεσμοί λειτουργούν με τρόπο που περιορίζει αποτελεσματικά την αυθαιρεσία, προστατεύει τον ασθενέστερο και καθιστά την εξουσία ελέγξιμη.

Η τελική αποτίμηση είναι ότι το κράτος δικαίου αποτελεί ουσιαστική και όχι διακοσμητική προϋπόθεση της δημοκρατίας. Δεν είναι νομικός φορμαλισμός, ούτε τεχνικό ζήτημα συνταγματολόγων, ούτε αφηρημένη ηθική επίκληση. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η δημοκρατία αποδεικνύει ότι δεν είναι μόνο εξουσία της πλειοψηφίας, αλλά και εγγύηση ελευθερίας, αξιοπρέπειας και ισότητας για κάθε πολίτη