Μέχρι τώρα, το ΠΑΣΟΚ μπορούσε να στηρίζεται στην ιδέα ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του: ο ΣΥΡΙΖΑ αποδυναμωνόταν, η Νέα Αριστερά δεν αποκτούσε μαζικότητα, η κυβέρνηση φθειρόταν, και η ιστορική συνέχεια του ΠΑΣΟΚ φαινόταν να του προσφέρει σταθερό πλεονέκτημα στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Η εμφάνιση της ΕΛ.Α.Σ. διαταράσσει αυτή την προσδοκία. Ο Τσίπρας δεν επιστρέφει ως σχολιαστής, αλλά ως αρχηγός νέου κόμματος με σαφή διεκδίκηση του προοδευτικού χώρου. Η ανακοίνωση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης στις 26 Μαΐου 2026 και η κατάθεση της ιδρυτικής διακήρυξης στον Άρειο Πάγο δύο ημέρες αργότερα επιβεβαιώνουν ότι το νέο σχήμα έχει ήδη περάσει από το επίπεδο της φημολογίας στο επίπεδο της οργανωμένης πολιτικής πράξης.

Το ΠΑΣΟΚ έχει μπροστά του ένα παράδοξο. Διαθέτει περισσότερη οργανωτική συνέχεια από την ΕΛ.Α.Σ., αλλά λιγότερη επικοινωνιακή αιχμή. Διαθέτει ιστορικό βάθος, αλλά όχι την ίδια αίσθηση πολιτικού γεγονότος. Διαθέτει θεσμική αξιοπιστία, αλλά συχνά δυσκολεύεται να παραγάγει αίσθηση επείγουσας αλλαγής. Η ΕΛ.Α.Σ. μπορεί να εμφανιστεί ως κινητική, επανιδρυτική, ανατρεπτική. Το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να εμφανιστεί ως σοβαρό αλλά αργό. Και στην πολιτική, η σοβαρότητα χωρίς δυναμική μπορεί να εκληφθεί ως αδράνεια. Αν το ΠΑΣΟΚ θέλει να αντέξει, πρέπει να αποδείξει ότι η σταθερότητα δεν σημαίνει χαμηλή ένταση και ότι η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι τεχνική μετριοπάθεια, αλλά ενεργητικό σχέδιο κοινωνικής ανασύνταξης.

Η δύναμη του ΠΑΣΟΚ είναι ότι μπορεί να μιλήσει σε κοινωνικά στρώματα που διατηρούν επιφυλάξεις απέναντι στην επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα. Η μεσαία τάξη, οι μικρομεσαίοι, οι πολίτες που θυμούνται την προηγούμενη φορολογική εμπειρία, οι ψηφοφόροι που θέλουν αλλαγή χωρίς αβεβαιότητα, μπορούν να δουν στο ΠΑΣΟΚ έναν πιο προβλέψιμο φορέα. Αυτό, όμως, δεν αρκεί. Η πρόβλεψη χωρίς ελπίδα δεν κερδίζει ηγεμονία. Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να μιλήσει όχι μόνο στον φόβο αστάθειας, αλλά και στην ανάγκη κοινωνικής βελτίωσης. Πρέπει να δείξει ότι μπορεί να αυξήσει μισθούς, να αντιμετωπίσει το στεγαστικό, να βελτιώσει το κράτος, να στηρίξει παραγωγικές μικρομεσαίες δυνάμεις, να αναβαθμίσει τη δημόσια υγεία και να προτείνει νέο μοντέλο ανάπτυξης. Αν περιοριστεί στο ότι «δεν είναι Τσίπρας», θα αυτοϋποβιβαστεί σε δύναμη αρνητικής σύγκρισης.

 Η σοσιαλδημοκρατία που χρειάζεται σήμερα η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι μόνο διαχειριστική. Πρέπει να είναι κοινωνικά αισθητή. Η ακρίβεια, τα ενοίκια, η εργασιακή ανασφάλεια, η δημογραφική πίεση, η περιφερειακή ανισότητα δεν αντιμετωπίζονται με ήπιες διορθώσεις και γενικές αναφορές. Χρειάζονται σύγκρουση με ολιγοπωλιακές πρακτικές, φορολογική μεταρρύθμιση, πολιτική κατοικίας, συλλογικές ρυθμίσεις εργασίας, δημόσιες επενδύσεις σε υπηρεσίες, περιφερειακή παραγωγική στρατηγική. Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να διατυπώσει τέτοια πρόταση πιο πειστικά από ένα κόμμα που κουβαλά τις αντιφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά πρέπει να το κάνει με αποφασιστικότητα. Η μετριοπάθεια δεν πρέπει να συγχέεται με χαμηλή φιλοδοξία.

Η μάχη με την ΕΛ.Α.Σ. δεν θα κριθεί μόνο στις δημοσκοπήσεις. Θα κριθεί στο ποιος θα κατορθώσει να ορίσει το κεντρικό πρόβλημα της χώρας. Αν το πρόβλημα οριστεί ως ανάγκη ισχυρής αντιδεξιάς ανασυγκρότησης, ο Τσίπρας μπορεί να αποκτήσει πλεονέκτημα λόγω αναγνωρισιμότητας και συγκρουσιακής ικανότητας. Αν οριστεί ως ανάγκη αξιόπιστης σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης με κοινωνικό περιεχόμενο, το ΠΑΣΟΚ μπορεί να διεκδικήσει υπεροχή. Αν οριστεί ως ανάγκη ριζικής ανανέωσης του κράτους, της οικονομίας και των θεσμών, και τα δύο κόμματα θα πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν προσωπικό, σχέδιο και πολιτική βούληση. Η μάχη είναι μάχη πλαισίου, όχι απλώς μάχη προσώπων.