Η πολιτική τοποθέτηση του Ζόραν Μαμντάνι στο σύγχρονο αμερικανικό πολιτικό πλαίσιο συνιστά ένα ιδιότυπο παράδοξο, το οποίο αποκαλύπτει περισσότερο τις δομικές μετατοπίσεις του ίδιου του πολιτικού φάσματος στις Ηνωμένες Πολιτείες παρά το πραγματικό ιδεολογικό περιεχόμενο των θέσεών του. Το επιχείρημα ότι ο Μαμντάνι είναι «αριστερός» ή ακόμη περισσότερο «ριζοσπάστης» στον αμερικανικό δημόσιο λόγο, ενώ σε ευρωπαϊκά πολιτικά συμφραζόμενα θα κατατασσόταν στην κεντροαριστερά, προβάλλεται συχνά ως αυτονόητο. Ωστόσο, μια επιστημονική, συγκριτικο-πολιτική ανάλυση καταδεικνύει ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν αντανακλά αντικειμενική αξιολόγηση της πολιτικής του θέσης, αλλά μάλλον αποτυπώνει τη δραματική δεξιά μετατόπιση του αμερικανικού πολιτικού κέντρου τις τελευταίες δεκαετίες. Στην πραγματικότητα, η πολιτική του φυσιογνωμία υπόκειται στους περιορισμούς του Δημοκρατικού Κόμματος και του ευρύτερου θεσμικού συστήματος των ΗΠΑ, το οποίο διατηρεί τους βασικούς άξονες της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας ανέπαφους. Επομένως, ο χαρακτηρισμός «αριστερός» λειτουργεί περισσότερο ως σχετική, συγκυριακή κατηγοριοποίηση παρά ως αναλυτική ταυτοποίηση.
Η αντίληψη περί ριζοσπαστικότητας οφείλεται στη σύγκριση της ρητορικής και των πολιτικών παρεμβάσεων του Μαμντάνι όχι με το έννοιακά και ιστορικά εδραιωμένο φάσμα της Αριστεράς σε ευρωπαϊκά καθεστώτα κοινωνικής προστασίας, αλλά με ένα αμερικανικό δίπολο όπου η κοινωνική δικαιοσύνη και η κρατική αναδιανομή έχουν καταστεί εξαιρέσεις προς το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα. Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, το πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργεί ο Μαμντάνι παραμένει απόλυτα θεσμικά προσανατολισμένο στη διατήρηση της προτεραιότητας του κεφαλαίου έναντι της κοινωνικής ισότητας. Παρά τις όποιες πολιτικές μετατοπίσεις από το 2020 και εξής, η κρατική ισχύς εξακολουθεί να λειτουργεί σε συνθήκες δομικής συμμαχίας με τον εταιρικό τομέα, ιδιαίτερα στους τομείς της υγείας, της στέγασης και της χρηματοπιστωτικής πολιτικής. Κατά συνέπεια, η ελάχιστη απόπειρα περιορισμού της εταιρικής ισχύος παρουσιάζεται ως «παρέμβαση εκτός πολιτικής ορθότητας», ενώ σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο θεωρείται στοιχειώδης λειτουργία της δημοκρατικής πολιτείας.
Η πολιτική δράση του Μαμντάνι εντός της Πολιτείας της Νέας Υόρκης προσφέρει το πλέον κατάλληλο πεδίο αναλυτικής διάκρισης μεταξύ συμβολικής αριστερής παρουσίας και ουσιαστικής αμφισβήτησης των συστημικών σχέσεων εξουσίας. Οι πρωτοβουλίες του σχετικά με την προστασία των ενοικιαστών, τον περιορισμό της χρηματιστικοποίησης της κατοικίας, την ενίσχυση της φορολογικής προοδευτικότητας και την προώθηση καθολικής υγειονομικής κάλυψης ευθυγραμμίζονται πράγματι με τις ιστορικές πολιτικές θέσεις της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς. Όμως, στα αμερικανικά συμφραζόμενα, οι ίδιες παρεμβάσεις έχουν το χαρακτήρα ανατροπής, επειδή θίγουν τα θεμέλια της νεοφιλελεύθερης δομής διακυβέρνησης. Η αντίληψη ότι η υγεία αποτελεί δημόσιο αγαθό, ότι η κατοικία απαιτεί μηχανισμούς προστασίας από την αγορά, ότι ο πλούτος πρέπει να υπόκειται σε αυξημένη φορολογική επιβάρυνση, αποτελούν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες κοινό τόπο δημόσιας πολιτικής. Αντιθέτως, στις ΗΠΑ, η ίδια συλλογιστική εκλαμβάνεται ως απειλή των ιστορικών πρωτείων της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της αγοραίας αυτορρύθμισης.
Το βασικό επιχείρημα που προκύπτει εδώ είναι ότι ο χαρακτηρισμός ενός πολιτικού ως «αριστερού» δεν μπορεί να αποσπαστεί από το θεσμικό πλαίσιο εντός του οποίου δρουν οι πολιτικές του προτάσεις. Ο Μαμντάνι λειτουργεί εντός του Δημοκρατικού Κόμματος, ενός κόμματος που, παρά τις εμφανείς φράξιες και διαφορές του, παραμένει οργανικά συνδεδεμένο με το εταιρικό κατεστημένο και τη χρηματοδότηση από ιδιωτικά συμφέροντα. Η δική του συμμετοχή σε αυτό το κόμμα αναδεικνύει την πραγματικότητα ότι επιχειρεί μια εσωτερική μεταρρυθμιστική πίεση, όχι την εξωτερική αμφισβήτηση του κόμματος ως φορέα εξουσίας. Έτσι, η όποια ριζοσπαστικότητα των θέσεών του περιορίζεται αντικειμενικά από τους μηχανισμούς της αμερικανικής κομματικής πολιτικής, οι οποίοι διαμορφώνονται σύμφωνα με τη λογική της διατήρησης της κοινωνικής σταθερότητας, όχι της κοινωνικής ανατροπής.
Η σύγκριση με την Ευρώπη καθιστά ακόμη σαφέστερη την αναλυτική πλάνη του ισχυρισμού ότι ο Μαμντάνι είναι «αριστερός» υπό την κλασική θεωρητική έννοια. Το ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας, ακόμη και μετά από δεκαετίες νεοφιλελεύθερης πίεσης, εξακολουθεί να λειτουργεί με θεσμοποιημένους μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας και αναδιανομής, οι οποίοι επιτρέπουν σε έναν πολιτικό όπως ο Μαμντάνι να τοποθετηθεί με φυσικό τρόπο στο κεντροαριστερό φάσμα. Η στοιχειώδης παροχή καθολικής υγείας, η έντονη προστασία της εργασίας, τα διευρυμένα κοινωνικά δικαιώματα και η συλλογική διαπραγμάτευση αποτελούν εδραιωμένες δομές. Αυτό σημαίνει ότι οι προτάσεις του Μαμντάνι δεν θα συνιστούσαν ριζική μεταβολή, αλλά θα εντάσσονταν στο ήδη υπάρχον υπόδειγμα διακυβέρνησης. Η ρητορική περί ριζοσπαστικότητας, επομένως, αποτελεί προϊόν της αμερικανικής πολιτικής κανονικότητας, όχι του δικού του ιδεολογικού προσανατολισμού.
Οι πολιτικές θέσεις του Μαμντάνι στο πεδίο της υγείας αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόστασης που υπάρχει μεταξύ της αμερικανικής πολιτικής κουλτούρας και εκείνης των σύγχρονων ευρωπαϊκών δημοκρατιών. Η υποστήριξη ενός καθολικού δημόσιου συστήματος περίθαλψης, μέσω της προώθησης του Medicare for All, εκλαμβάνεται στις ΗΠΑ ως βαθιά αντισυστημική κίνηση, επειδή αμφισβητεί άμεσα τη δομή κερδοφορίας της ιδιωτικής ασφάλισης, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο του υπάρχοντος συστήματος. Στην Ευρώπη, όπου από τη δεκαετία του 1950 η υγεία έχει θεσμικά προσδιορισθεί ως κοινωνικό δικαίωμα και όχι ως εμπορεύσιμο προϊόν, η θέση αυτή θα αποτελούσε το αυτονόητο σημείο σύγκλισης όλων των μη συντηρητικών κομμάτων. Επομένως, η κατηγορία του αριστερού αποδίδεται στον Μαμντάνι όχι επειδή προωθεί ριζοσπαστικές αρχές, αλλά επειδή η αμερικανική πολιτική οικονομία έχει αναγάγει τη βασική κοινωνική προστασία σε ένδειξη κρατικής υπέρβασης.
Αντίστοιχα, οι παρεμβάσεις του στο πεδίο της στεγαστικής πολιτικής αναδεικνύουν το θεσμικό παράδοξο της αμερικανικής δημοκρατίας. Στην Ευρώπη, η προστασία των ενοικιαστών, η αυστηρή ρύθμιση των τιμών και ο περιορισμός της υπερσυγκέντρωσης ιδιοκτησίας αποτελούν εργαλεία ενσωματωμένα σε μακρόχρονες πολιτικές κοινωνικής συνοχής. Στις ΗΠΑ, όπου η κατοικία αντιμετωπίζεται ως χρηματοπιστωτικό περιουσιακό στοιχείο προτεραιότητας, η ίδια πολιτική ανάγνωση θεωρείται «κρατικός παρεμβατισμός» σε βάρος των αγορών. Η ιστορική επιλογή των ΗΠΑ να προσδέσουν την κοινωνική θέση των πολιτών στην ιδιωτική ιδιοκτησία καθιστά οποιαδήποτε προστασία των ενοικιαστών απειλή για την νομική ιερότητα της αγοράς. Η πολιτική του Μαμντάνι, στην ουσία μετριοπαθής, γίνεται αντιληπτή ως σύγκρουση με τον μηχανισμό αναπαραγωγής του πλούτου και της ισχύος.
Η πολιτική του φορολόγησης του πλούτου και των επιχειρηματικών κερδών λειτουργεί ως τρίτος άξονας παρερμηνείας της ιδεολογικής του ταυτότητας. Σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες, η προοδευτική φορολογία αποτελεί πυλώνα του κοινωνικού συμβολαίου. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ίδια στρατηγική θεωρείται απειλή για την καπιταλιστική πρωτοβουλία, διότι ενδέχεται να υπονομεύσει την ισορροπία εξουσίας μεταξύ κράτους και αγοράς. Έτσι, η αντιστροφή του βάθους της επιχειρηματολογίας εμφανίζεται πλήρως: η κοινωνική αναδιανομή, αντί να θεωρείται λογικός μηχανισμός διόρθωσης των οικονομικών ανισοτήτων, παρουσιάζεται ως παρέμβαση που διαταράσσει τον ηθικό κανόνα της «δίκαιης αμοιβής της επιτυχίας». Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και ήπιες οικονομικές ρυθμίσεις ερμηνεύονται ως ακραίες.
Στη μεταναστευτική πολιτική, η δράση του Μαμντάνι ενσαρκώνει την ανθρώπινη διάσταση του δικαίου της ένταξης και της αναγνώρισης της αξιοπρέπειας κάθε ανθρώπου ανεξαιρέτως νομικού καθεστώτος. Ωστόσο, οι ΗΠΑ έχουν οικοδομηθεί πάνω σε ένα αφήγημα περί εθνικής ταυτότητας άμεσα συνδεδεμένο με τον έλεγχο των συνόρων και την προνομιακή πρόσβαση στους πόρους για τους πολίτες. Η προώθηση μιας ανθρωποκεντρικής πολιτικής για τους μετανάστες εκλαμβάνεται ως ιδεολογική ανατροπή του ίδιου του ορισμού της αμερικανικής υπηκοότητας. Η αντίδραση αυτή, αν και πολιτικά αναμενόμενη, επιβεβαιώνει ότι η πραγματική βάση της αμφισβήτησης προς τον Μαμντάνι δεν είναι το περιεχόμενο των θέσεών του, αλλά η απομάκρυνσή τους από ένα βαθιά ριζωμένο εθνικό-φιλελεύθερο δόγμα.
Η εξωτερική του πολιτική τοποθέτηση, ιδίως κατά την όξυνση της κρίσης στη Γάζα από το 2023 και εξής, ανέδειξε τις παραδοσιακές αμερικανικές αντιστάσεις απέναντι σε κάθε μορφή διεθνισμού που υπονομεύει την κρατική ισχύ. Η κριτική του στις στρατηγικές συμμαχίες των ΗΠΑ, όσο συνεπής και αν είναι με τη διεθνή νομιμότητα, αμφισβητεί μια από τις σταθερότερες παραμέτρους της αμερικανικής πολιτικής κουλτούρας: το δόγμα της παγκόσμιας ηγεμονίας. Ενώ στην Ευρώπη η συζήτηση γύρω από την ηθική των διεθνών επεμβάσεων αποτελεί μέρος μιας θεσμοποιημένης πολιτικής κανονικότητας, στις ΗΠΑ λογίζεται ως παρέκκλιση από την αυτονόητη υπεροχή της εθνικής ισχύος. Η στάση του Μαμντάνι, συνεπώς, προσλαμβάνεται ως ριζική μόνο επειδή θίγει το ιδεολογικό βάθος ενός κράτους που έχει προσδιορίσει την ταυτότητά του μέσα από την επιβολή διεθνούς τάξης.
Η σύνολη εικόνα που διαμορφώνεται δεν αντικατοπτρίζει έναν πολιτικό που θέτει υπό αμφισβήτηση τη δομή της αμερικανικής κρατικής εξουσίας, αλλά έναν πολιτικό ο οποίος επιδιώκει να επαναφέρει το κράτος σε έναν ρυθμιστικό ρόλο, απαραίτητο για τη διασφάλιση των θεμελιωδών όρων κοινωνικής συνοχής. Η δική του στόχευση δεν έγκειται στη μεταβολή των παραγωγικών σχέσεων, αλλά στη διόρθωση των υπερβολών της αγοράς. Αυτό τον τοποθετεί στην πραγματικότητα όχι στην Αριστερά με την εννοιολογική ένταση του όρου, αλλά στην αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος, εκεί όπου επιδιώκεται ένας κοινωνικά ευαίσθητος, θεσμικός ρεφορμισμός.
Η κρίσιμη αναλυτική διαπίστωση είναι ότι η αμερικανική πολιτική κουλτούρα έχει μετατοπιστεί τόσο δραματικά από το ιστορικό της κέντρο, ώστε η κεντροαριστερά να εμφανίζεται ως ριζοσπαστική εναλλακτική. Αυτό δεν αποτελεί αποτύπωση της ισχύος των σοσιαλιστικών ιδεών αλλά απόδειξη της αποδυνάμωσης της ικανότητας του συστήματος να συλλάβει την κοινωνική πρόνοια ως θεμελιώδες πολιτικό καθήκον. Η πολιτική του Μαμντάνι λειτουργεί έτσι ως ένδειξη της ελλειμματικής παρουσίας μιας δομημένης Αριστεράς στις ΗΠΑ. Το γεγονός ότι ο ίδιος θεωρείται ριζοσπάστης επιβεβαιώνει όχι την πολιτική του ακρότητα, αλλά την ιδεολογική συρρίκνωση του χώρου που ιστορικά αντιστοιχούσε σε μια πραγματική πολιτική αμφισβήτηση.
Η ιδεολογική κατάταξη του Μαμντάνι ως αριστερού προϋποθέτει ότι η Αριστερά στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι υπαρκτή ως συγκροτημένος θεσμικός πόλος. Ωστόσο, η Αριστερά αυτή δεν διαθέτει τους οργανωτικούς, κοινωνικούς ή οικονομικούς πυλώνες που ιστορικά της επέτρεπαν στην Ευρώπη να λειτουργεί ως εναλλακτικό πολιτικό μπλοκ εξουσίας. Η αποδυνάμωση των συνδικάτων, η συρρίκνωση των δομών συλλογικής εκπροσώπησης και η κυριαρχία του εταιρικού κεφαλαίου στην πολιτική χρηματοδότηση έχουν εξαλείψει τον υλικό χώρο μέσα στον οποίο θα μπορούσε να αναπτυχθεί ένα αριστερό πολιτικό πρόγραμμα. Ως εκ τούτου, οι πολιτικοί που κατατάσσονται ως «αριστεροί» στο αμερικανικό φάσμα δεν ενσαρκώνουν μια εναλλακτική ταξική ηγεμονία, αλλά μια ασθενή ηθικοπολιτική διαφοροποίηση εντός του ίδιου θεσμικού συστήματος.
Η θέση του Μαμντάνι ως εκλεγμένου αξιωματούχου δεν απειλεί την οργανωμένη ισχύ των αμερικανικών οικονομικών και πολιτικών ελίτ. Αντίθετα, συνυπάρχει με αυτές σε ένα σύστημα όπου η θεσμική αναγνώριση μιας φωνής κριτικής λειτουργεί ως μηχανισμός νομιμοποίησης του status quo. Η πολιτική του δράση συμβάλλει στη διατήρηση μιας εικόνας πλουραλισμού, χωρίς όμως να διαθέτει την ισχύ να μεταβάλει τους θεμελιώδεις κανόνες κατανομής της εξουσίας. Αν ήταν πραγματικά ριζοσπάστης, οι θέσεις του θα απαγορεύονταν ή θα αποκλείονταν από τη θεσμική πολιτική· το γεγονός ότι παραμένει επίσημος εκπρόσωπος ενός μεγάλου κόμματος επιβεβαιώνει ότι το σύστημα τον ανέχεται ως ενδοσυστημικό παράγοντα βελτίωσης, όχι ανατροπής.
Η αμερικανική πολιτική κουλτούρα έχει καταφέρει να μετατρέψει την προοδευτική πολιτική σε υπόθεση ηθικής ανωτερότητας, αποσυνδεδεμένη από την ταξική της βάση. Στην Ευρώπη, η κοινωνική πολιτική υπήρξε προϊόν ταξικής σύγκρουσης και πολιτικής διεκδίκησης από οργανωμένες δυνάμεις της εργασίας. Στις ΗΠΑ, αντίθετα, η κοινωνική διεκδίκηση συχνά εκλαμβάνεται ως έκφραση ατομικής ευαισθησίας και όχι ως στοιχείο συλλογικής ισχύος. Αυτό σημαίνει ότι ο Μαμντάνι δεν μπορεί να μετασχηματίσει τη ρητορική του σε υλική δύναμη που θα ανατρέψει κοινωνικές σχέσεις. Η δράση του παραμένει εντός των συμβολικών ορίων ενός πολιτικού συστήματος που επιτρέπει τη διατύπωση κριτικής αλλά παρεμποδίζει τη μεταρρυθμιστική εφαρμογή της.
Η αποδόμηση του ισχυρισμού ότι ο Μαμντάνι «είναι αριστερός» δεν αποτελεί άρνηση της αξίας του έργου του, αλλά ένδειξη της ανάγκης να αποκατασταθεί η εννοιολογική σαφήνεια στη μελέτη των πολιτικών ταυτοτήτων. Ο όρος «αριστερός» προϋποθέτει την αμφισβήτηση των δομών της εξουσίας που παράγουν ανισότητες. Στην περίπτωση του Μαμντάνι, αυτό που παρατηρείται είναι η προσπάθεια διαχείρισης των συνεπειών των ανισοτήτων εντός των θεσμών που τις παράγουν. Η αναδιανεμητική του ατζέντα, αν και κοινωνικά αναγκαία, παραμένει διορθωτική, όχι ανατρεπτική. Αυτό τον κατατάσσει θεσμικά στην «αριστερή πτέρυγα» του Δημοκρατικού Κόμματος, ενός κόμματος που δεν έχει αποκηρύξει τη νεοφιλελεύθερη λογική αλλά επιδιώκει την ήπια εξομάλυνσή της.
Έτσι, όταν στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Μαμντάνι χαρακτηρίζεται ως ριζοσπάστης, το περιγραφόμενο αντικείμενο δεν είναι οι θέσεις του, αλλά η αμερικανική δεξιά μετατόπιση του κέντρου. Και όταν στην Ευρώπη θα θεωρούνταν κεντροαριστερός, το αντικείμενο αναφοράς είναι η ιστορική θεσμική ενσωμάτωση των κοινωνικών πολιτικών. Ο ισχυρισμός αυτός, επομένως, δεν είναι αναλυτική τοποθέτηση αλλά εσφαλμένο συμπέρασμα από λανθασμένη σύγκριση ανόμοιων συστημάτων.
Η ορθολογική πολιτική ανάλυση καταλήγει στο εξής: ο Μαμντάνι δεν είναι αριστερός, ούτε ριζοσπάστης. Είναι ένας μετριοπαθής προοδευτικός σε ένα σύστημα που έχει χάσει την ικανότητα να αναγνωρίζει την Αριστερά. Αυτό που σήμερα στις ΗΠΑ προβάλλεται ως ριζοσπαστικό είναι, κατά την ιστορικά και θεωρητικά ακριβή έννοια, απλώς η προσπάθεια επαναφοράς βασικών αρχών κοινωνικής δικαιοσύνης που αλλού αποτελούν θεμέλιο του πολιτικού πολιτισμού. Το γεγονός ότι ο ήπιος ρεφορμισμός του θεωρείται ριζοσπαστισμός αποδεικνύει ότι η Αριστερά, στον αμερικανικό χώρο, δεν έχει εξαφανιστεί επειδή θριάμβευσε η Δεξιά· έχει εξαφανιστεί επειδή εσωτερικεύτηκε η ιδέα ότι η αγορά είναι η μόνη δυνατή μορφή κοινωνικής οργάνωσης.
Ως εκ τούτου, η σωστή θέση του Ζόραν Μαμντάνι στο πολιτικό φάσμα των ΗΠΑ είναι απολύτως σαφής: ανήκει στην αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος, χωρίς όμως να εκπροσωπεί μια αυτόνομη, δομημένη Αριστερά με δυνατότητα παραγωγής εναλλακτικού προγράμματος εξουσίας. Η «αριστεροσύνη» του είναι το αποτέλεσμα ενός συστήματος τόσο στενά οριοθετημένου, ώστε κάθε έκκληση για κοινωνική προστασία να εκλαμβάνεται ως απειλή. Κατά συνέπεια, ο χαρακτηρισμός του ως αριστερού αποτελεί περισσότερο σύμπτωμα της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας στις ΗΠΑ, παρά ένδειξη της ιδεολογικής του τοποθέτησης.
Η κατανόηση αυτής της πραγματικότητας δεν υποτιμά την αξία του ως πολιτικού. Αντίθετα, υποδεικνύει τον βαθμό δυσκολίας της αποστολής του: να επιδιώξει να επαναφέρει στο αμερικανικό πολιτικό φαντασιακό τη δυνατότητα δημοκρατικής ρύθμισης, κοινωνικού δικαιώματος και θεσμικής ισότητας, χωρίς να διαθέτει τους ιστορικούς πόρους ισχύος που καθιστούν τέτοιες παρεμβάσεις βιώσιμες. Η δράση του, συνεπώς, δεν αποτελεί έκφραση μιας ισχυρής Αριστεράς, αλλά προσπάθεια διάσωσης των υπολειμμάτων της σε ένα περιβάλλον όπου το πολιτικό σύστημα έχει εκπαιδευτεί να αγνοεί τις κοινωνικές της αρχές.
Εάν σε κάτι ο Μαμντάνι είναι ριζοσπάστης, αυτό είναι η επιμονή του ότι η κοινωνική ισότητα παραμένει πολιτικά νοήσιμη, ακόμη και όταν το περιβάλλον προσπαθεί να την παρουσιάσει ως ακατάλληλη, ουτοπική ή επικίνδυνη. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για την κατάταξή του στην Αριστερά. Αντίθετα, δείχνει ότι η Αριστερά ως ιστορική δύναμη απουσιάζει, και στη θέση της έχουμε έναν μετριοπαθή προοδευτισμό που αναγκάζεται να εμφανίζεται σαν επαναστατικός.
Η αναλυτική συνέπεια επιβάλλει να ειπωθεί χωρίς αμφισημίες: ο Ζόραν Μαμντάνι δεν είναι αριστερός. Είναι ένας αριστερόστροφος δημοκρατικός, ένας εσωτερικός ρεφορμιστής που επιχειρεί να ανατάξει τα κοινωνικά αποτελέσματα ενός συστήματος το οποίο παραμένει ακλόνητο. Η δε επιτυχία του στην αμερικανική πολιτική σκηνή θα πρέπει να αξιολογείται όχι ως νίκη της Αριστεράς, αλλά ως απόδειξη ότι το σύστημα ανέχεται ορισμένες μορφές κριτικής για να μην αλλάξει τίποτα ουσιωδώς.
Πρόσφατα σχόλια