Ο Στάρμερ εξελέγη ως ηγέτης αποκατάστασης, ως πρόσωπο που υποσχέθηκε σοβαρότητα μετά από χρόνια διαρκών κυβερνητικών κρίσεων. Όμως η πολιτική σταθερότητα, για να διατηρηθεί, χρειάζεται υλική μετάφραση. Πρέπει να γίνεται αισθητή στον μισθό, στο ενοίκιο, στο ρεύμα, στις δημόσιες υπηρεσίες, στην πρόσβαση σε γιατρό, στην ποιότητα της εργασίας, στην πιθανότητα αποταμίευσης, στην αίσθηση ότι το μέλλον δεν θα είναι απλώς διαχειρίσιμη επανάληψη του παρόντος. Δεν κατάφερε ,παρά τις προσδοκίες, να μετατρέψει τη θεσμική κανονικότητα σε βιωμένη οικονομική βελτίωση.

Η οικονομία χαμηλών προσδοκιών είναι κάτι περισσότερο από χαμηλή ανάπτυξη. Είναι ψυχολογικό, κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς. Είναι η στιγμή κατά την οποία οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι η επόμενη κυβερνητική περίοδος μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την τροχιά της ζωής τους. Δεν περιμένουν άλματα, αλλά δεν βλέπουν ούτε ορατή διόρθωση. Εργάζονται περισσότερο χωρίς να αισθάνονται ασφαλέστεροι, πληρώνουν περισσότερα χωρίς να απολαμβάνουν καλύτερες υπηρεσίες, ακούνε για δημοσιονομική υπευθυνότητα χωρίς να βλέπουν κοινωνική ανακούφιση, ζουν σε χώρα που εξακολουθεί να αυτοπροσδιορίζεται ως ισχυρή, αλλά βιώνουν καθημερινά τη συρρίκνωση του περιθωρίου τους. Σε αυτό το περιβάλλον, η οικονομική στασιμότητα δεν είναι απλώς μακροοικονομικό μέγεθος. Γίνεται πολιτική διάθεση. Γίνεται κόπωση. Γίνεται δυσπιστία. Γίνεται έδαφος γρήγορης κυβερνητικής απονομιμοποίησης.

Ο Στάρμερ κληρονόμησε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση και αυτό πρέπει να αναγνωριστεί για να είναι η αποτίμηση δίκαιη. Δεν παρέλαβε μια κανονική οικονομία που απλώς χρειαζόταν καλύτερη διαχείριση. Παρέλαβε μια χώρα κουρασμένη από το Brexit, από τις παρενέργειες της πανδημίας, από την ενεργειακή κρίση, από την πίεση του κόστους ζωής, από την επιδείνωση των δημόσιων υπηρεσιών και από την απώλεια εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα. Το θετικό στοιχείο της δικής του προσέγγισης ήταν ότι προσπάθησε να επαναφέρει προβλεψιμότητα. Δεν επιχείρησε να κυβερνήσει με θεαματικές χειρονομίες. Δεν υποσχέθηκε άμεση θαυματουργή αναγέννηση. Έδωσε βάρος στη σταθερότητα, στη δημοσιονομική προσοχή, στην αποκατάσταση εμπιστοσύνης των αγορών και στην εικόνα ενός κράτους που λειτουργεί με λιγότερο θόρυβο. Σε μια χώρα που είχε κουραστεί από τη θεατρικότητα της πολιτικής, αυτή η μετριοπαθής υπόσχεση δεν ήταν ασήμαντη.

Το πρόβλημα είναι ότι η μετριοπάθεια μπορεί να εκληφθεί ως αξιοπιστία μόνο όσο συνοδεύεται από προοπτική. Όταν η κοινωνία δεν βλέπει καθαρή βελτίωση, η ίδια μετριοπάθεια αρχίζει να μοιάζει με αδυναμία. Ο Στάρμερ βρέθηκε παγιδευμένος στο κλασικό σοσιαλδημοκρατικό δίλημμα μιας οικονομίας χαμηλής ανάπτυξης: οι πολίτες ζητούν καλύτερες υπηρεσίες, υψηλότερους μισθούς, αξιοπρεπή στέγαση, ασφάλεια εργασίας και επενδύσεις στο μέλλον, ενώ η κυβέρνηση φοβάται το χρέος, το κόστος δανεισμού, την αντίδραση των αγορών και τη δημοσιονομική απώλεια αξιοπιστίας. Έτσι, αν κινηθεί προσεκτικά, απογοητεύει την κοινωνία. Αν κινηθεί τολμηρά, κινδυνεύει να κατηγορηθεί για ανευθυνότητα. Ο Στάρμερ επέλεξε την προσοχή, αλλά η προσοχή δεν έγινε ποτέ πειστική αφήγηση κοινωνικής ανάταξης.

Το Brexit υπήρξε το θεμελιώδες υπόστρωμα αυτής της αδυναμίας. Όχι επειδή εξηγεί μόνο του κάθε οικονομικό πρόβλημα της Βρετανίας, αλλά επειδή άλλαξε το περιβάλλον μέσα στο οποίο παράγονται οι οικονομικές προσδοκίες. Η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση είχε παρουσιαστεί ως ανάκτηση ελέγχου, απλοποίηση, απελευθέρωση από περιορισμούς και δυνατότητα νέας εθνικής δυναμικής. Στην πράξη, όμως, η εμπειρία υπήρξε πολύ πιο αντιφατική: εμπορικές τριβές, διοικητικά κόστη, αβεβαιότητα για επιχειρήσεις, περιορισμοί στην κινητικότητα, δυσκολότερη σχέση με την ευρωπαϊκή αγορά, προβλήματα σε κλάδους που εξαρτώνταν από εργατικό δυναμικό και κανονιστική εγγύτητα. Το Brexit δεν παρήγαγε απλώς οικονομικά κόστη. Παρήγαγε μια μόνιμη εκκρεμότητα για το ποια είναι πλέον η θέση της Βρετανίας στον κόσμο.

Η κυβέρνηση Στάρμερ προσπάθησε να μην ανοίξει πλήρως αυτό το ερώτημα, ακριβώς επειδή γνώριζε πόσο διαιρετικό παραμένει. Αυτή η επιλογή είχε θετική και αρνητική πλευρά. Θετικά, απέφυγε την άμεση επαναπόλωση γύρω από το ευρωπαϊκό ζήτημα και επιχείρησε να διατηρήσει έναν ευρύτερο εκλογικό συνασπισμό. Αρνητικά, όμως, κράτησε στο σκοτάδι την πιο κρίσιμη στρατηγική συζήτηση: πώς μπορεί η Βρετανία να ανακτήσει οικονομική δυναμική αν δεν επανακαθορίσει πιο καθαρά τη σχέση της με τη μεγαλύτερη γειτονική αγορά της; Η αποφυγή του θέματος προστάτευσε προσωρινά την κυβέρνηση από πολιτική σύγκρουση, αλλά της στέρησε το βάθος ενός νέου εθνικού σχεδίου. Η χώρα έμενε σε ένα ενδιάμεσο σημείο: ούτε επιστροφή, ούτε πλήρης αποσύνδεση, ούτε καθαρή επανευθυγράμμιση, ούτε πειστική εναλλακτική.

Η καθημερινή οικονομική εμπειρία λειτούργησε ως ο τελικός κριτής. Οι πολίτες δεν ζουν μέσα σε δείκτες παραγωγικότητας, προβλέψεις δημοσιονομικού χώρου ή δελτία οικονομικής αξιοπιστίας. Ζουν μέσα σε συσσωρευμένες μικρές πιέσεις. Το σπίτι ακριβαίνει. Οι δημόσιες υπηρεσίες καθυστερούν. Η υγεία μοιάζει πιο δύσκολα προσβάσιμη. Η εργασία δεν εγγυάται άνεση. Η αποταμίευση γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Η οικογένεια χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια για να διατηρήσει το ίδιο επίπεδο ζωής. Όταν μια κυβέρνηση μιλά για σταθεροποίηση, αλλά ο πολίτης βιώνει ακινησία, δημιουργείται χάσμα. Αυτό το χάσμα υπήρξε θανατηφόρο για την πολιτική νομιμοποίηση του Στάρμερ.

Η αρνητική πλευρά της διακυβέρνησής του ήταν, επομένως, η αδυναμία να κατασκευάσει πειστική γέφυρα ανάμεσα στη μακροοικονομική σοβαρότητα και στη μικροοικονομική ανακούφιση. Δεν αρκεί να σταθεροποιήσεις τις προσδοκίες των αγορών αν δεν σταθεροποιήσεις την αίσθηση αξιοπρέπειας των πολιτών. Δεν αρκεί να δείχνεις ότι η χώρα δεν θα διολισθήσει σε δημοσιονομική περιπέτεια αν δεν μπορείς να δείξεις ότι η ζωή των ανθρώπων θα γίνει καλύτερη. Η τεχνοκρατική λογική λέει ότι η εμπιστοσύνη προηγείται της ανάπτυξης. Η κοινωνική λογική λέει ότι η εμπιστοσύνη χρειάζεται σημάδια ζωής. Ο Στάρμερ δεν μπόρεσε να δώσει αυτά τα σημάδια με επαρκή ένταση.

Ωστόσο, θα ήταν άδικο να παρουσιαστεί η παραίτησή του ως απλή απόδειξη ανικανότητας. Η Βρετανία αντιμετωπίζει δομικά προβλήματα που ξεπερνούν κάθε μεμονωμένο ηγέτη: χαμηλή παραγωγικότητα, περιφερειακές ανισότητες, φθορά των δημόσιων υποδομών, ακριβή στέγαση, πολιτική πόλωση, ασθενή επενδυτική δυναμική και μετα-Brexit θεσμική εκκρεμότητα. Η θετική διάσταση της περιόδου Στάρμερ ήταν ότι υπενθύμισε την αξία της σοβαρής διακυβέρνησης μετά από χρόνια πολιτικής παράστασης. Η αρνητική διάσταση ήταν ότι μπέρδεψε τη σοβαρότητα με την επάρκεια. Η σοβαρότητα είναι προϋπόθεση· δεν είναι πρόγραμμα από μόνη της.

Η παραίτησή του, με αυτή την έννοια, είναι πολιτικό σύμπτωμα μιας χώρας που έχει χάσει την ικανότητα να υπόσχεται πειστικά ένα καλύτερο οικονομικό αύριο. Η μετα-Brexit Βρετανία δεν αρκεί να διορθώσει επιμέρους πολιτικές. Χρειάζεται νέο κοινωνικό συμβόλαιο ανάπτυξης. Χρειάζεται να απαντήσει σε δύσκολα ερωτήματα: ποια σχέση με την Ευρώπη μπορεί να στηρίξει την παραγωγικότητα χωρίς να ανοίξει απλώς παλιές πληγές; Ποια βιομηχανική στρατηγική μπορεί να ανασυγκροτήσει περιφέρειες που αισθάνονται εγκαταλελειμμένες; Πώς χρηματοδοτούνται δημόσιες υπηρεσίες χωρίς διαρκή δημοσιονομική νευρικότητα; Πώς γίνεται η πράσινη μετάβαση χωρίς να αυξάνει την κοινωνική ανασφάλεια; Πώς δημιουργείται πραγματική αύξηση μισθών χωρίς παραγωγική βάση;

Συμπερασματικά, η παραίτηση Στάρμερ υπό το βάρος της οικονομίας χαμηλών προσδοκιών δείχνει ότι η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από την αποφυγή του χάους, αλλά από την παραγωγή ελπίδας που αντέχει στην καθημερινότητα. Ο Στάρμερ είχε το θετικό ότι προσπάθησε να αποκαταστήσει τη σοβαρότητα, τη θεσμική πειθαρχία και την εικόνα κυβερνητικής υπευθυνότητας. Είχε όμως το αρνητικό ότι δεν μπόρεσε να μετατρέψει αυτά τα στοιχεία σε βιωμένη οικονομική αλλαγή. Η Βρετανία δεν απέρριψε απλώς έναν ηγέτη. Απέρριψε την ιδέα ότι η κανονικότητα αρκεί όταν η κοινωνία ζει μέσα σε στασιμότητα. Η χώρα δεν χρειάζεται μόνο σταθερότητα. Χρειάζεται πειστική έξοδο από τη χαμηλή προσδοκία.