Η υπόσχεση του Andy Burnham για ένα “business-friendly socialism” αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν αποτελεί απλώς προσπάθεια μετατόπισης του Labour προς τα αριστερά ή προς μια πιο κοινωνικά ευαίσθητη εκδοχή διακυβέρνησης. Αποτελεί απόπειρα απάντησης στο βαθύτερο πρόβλημα της μετα-Brexit Βρετανίας: πώς μπορεί να υπάρξει κοινωνική ανασυγκρότηση σε μια οικονομία χαμηλής παραγωγικότητας, περιορισμένων δημοσιονομικών περιθωρίων, εξαντλημένων δημόσιων υπηρεσιών, γεωγραφικών ανισοτήτων και εύθραυστης εμπιστοσύνης των αγορών. Η πρόκληση δεν είναι να διατυπωθεί ένα ακόμη σύνθημα υπέρ των δημοσίων υπηρεσιών ή της περιφέρειας. Η πρόκληση είναι να συγκροτηθεί ένα νέο είδος παραγωγικού κοινωνικού συμβιβασμού, όπου το κράτος δεν θα εμφανίζεται μόνο ως μηχανισμός δαπάνης, η αγορά δεν θα εμφανίζεται ως αυθύπαρκτη λύση, η εργασία δεν θα αντιμετωπίζεται ως μεταβλητό κόστος και οι επιχειρήσεις δεν θα θεωρούνται είτε σωτήρες είτε εχθροί. Ο Μπέρναμ επιχειρεί να κινηθεί ακριβώς σε αυτό το δύσκολο ενδιάμεσο πεδίο.
Η φράση “business-friendly socialism” είναι προκλητική επειδή ενώνει δύο λέξεις που η μεταθατσερική πολιτική γλώσσα έμαθε να χωρίζει. Το “business-friendly” παραπέμπει σε εμπιστοσύνη, επενδύσεις, σταθερούς κανόνες, συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, αποφυγή φορολογικού πανικού και κατανόηση της ανάγκης παραγωγής πλούτου. Το “socialism”, έστω και σε βρετανική, πραγματιστική, δημοτική και όχι δογματική εκδοχή, παραπέμπει σε κοινωνικό σκοπό, δημόσιο έλεγχο, ισότητα πρόσβασης, συλλογική ασφάλεια, προστασία από μονοπωλιακές ή προσόδων πρακτικές και άρνηση να αφεθούν οι βασικές υποδομές της ζωής αποκλειστικά στη λογική της κερδοφορίας. Η καινοτομία, αν υπάρχει, δεν βρίσκεται στον όρο καθαυτόν, αλλά στην υπόθεση ότι η οικονομική ανάπτυξη και η κοινωνική προστασία δεν πρέπει να θεωρούνται αντίπαλες. Η μία μπορεί να γίνει όρος της άλλης.
Αυτή η θέση έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Βρετανία επειδή το κυρίαρχο οικονομικό της αδιέξοδο δεν είναι μόνο δημοσιονομικό. Είναι παραγωγικό, χωρικό και θεσμικό. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι το κράτος δεν έχει αρκετά χρήματα για το NHS, την κοινωνική φροντίδα, τις μεταφορές ή την κατοικία. Το πρόβλημα είναι ότι η οικονομική βάση που θα μπορούσε να στηρίξει αυτές τις δαπάνες παραμένει αδύναμη, άνισα κατανεμημένη και υπερβολικά εξαρτημένη από ορισμένους τομείς και περιοχές. Η χαμηλή παραγωγικότητα δεν είναι τεχνικό μέγεθος για οικονομολόγους. Είναι η αθέατη αιτία πίσω από χαμηλούς μισθούς, στενά δημόσια οικονομικά, μικρή δημοσιονομική φαντασία, νευρικότητα των αγορών και αδυναμία γενναίας κοινωνικής πολιτικής. Επομένως, όποιος υπόσχεται κοινωνική αναγέννηση χωρίς παραγωγικό σχέδιο υπόσχεται κάτι ευγενές αλλά εύθραυστο. Και όποιος υπόσχεται ανάπτυξη χωρίς κοινωνικές υποδομές υπόσχεται κάτι λογιστικά κομψό αλλά κοινωνικά άδειο.
Το Manchesterism, στην ισχυρή του εκδοχή, προσπαθεί να απαντήσει σε αυτό το αδιέξοδο μέσω της έννοιας του τόπου. Η Βρετανία δεν είναι μια ομοιόμορφη οικονομία που χρειάζεται απλώς καλύτερη κεντρική διαχείριση. Είναι χώρα βαθιών χωρικών αποκλίσεων, όπου η τύχη ενός πολίτη εξαρτάται δυσανάλογα από το αν βρίσκεται στο Λονδίνο, σε δυναμικό μητροπολιτικό κέντρο, σε παραμελημένη μεταβιομηχανική πόλη, σε μικρότερη περιφέρεια ή σε κοινότητα που έχει χάσει παραγωγική ταυτότητα. Η πολιτική του Μπέρναμ αποκτά πειστικότητα επειδή δεν μιλά μόνο για «ανάπτυξη» ως αφηρημένη μακροοικονομική αύξηση. Μιλά για μεταφορές, λεωφορεία, δεξιότητες, τοπική διοίκηση, κατοικία, επιχειρηματικά οικοσυστήματα, αστική αναζωογόνηση, δημόσιο έλεγχο εκεί όπου η ιδιωτική αγορά απέτυχε να προσφέρει καθολική ποιότητα. Αυτή η γείωση στην υλική καθημερινότητα είναι η μεγάλη του δύναμη.
Η θετική πλευρά αυτής της πρότασης είναι ότι επιχειρεί να μετατοπίσει την Αριστερά από την αμυντική υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους σε μια ενεργητική θεωρία παραγωγής κοινωνικής αξίας. Δεν λέει απλώς ότι πρέπει να σώσουμε τις δημόσιες υπηρεσίες επειδή είναι ηθικά σωστό. Λέει ότι χωρίς λειτουργικές δημόσιες υπηρεσίες δεν υπάρχει ανταγωνιστική κοινωνία. Χωρίς υγεία δεν υπάρχει εργασία. Χωρίς κατοικία δεν υπάρχει κινητικότητα. Χωρίς μεταφορές δεν υπάρχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Χωρίς κοινωνική φροντίδα περιορίζεται η συμμετοχή, ιδίως των γυναικών, στην οικονομία. Χωρίς δεξιότητες δεν υπάρχει παραγωγικότητα. Χωρίς περιφερειακή ανάπτυξη, η χώρα συμπιέζει υπερβολικά το Λονδίνο και εγκαταλείπει μεγάλα τμήματα του εθνικού της δυναμικού. Έτσι, το κοινωνικό κράτος παύει να είναι απλώς κόστος αναδιανομής και γίνεται υποδομή παραγωγικής ισχύος.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αν αυτή η ιδέα είναι ελκυστική. Είναι αν μπορεί να γίνει κυβερνητική αρχιτεκτονική. Η Βρετανία έχει συσσωρευμένη δυσπιστία απέναντι και στις δύο μεγάλες υποσχέσεις: απέναντι στην υπόσχεση της αγοράς ότι θα επενδύσει και θα αυτορρυθμιστεί, και απέναντι στην υπόσχεση του κράτους ότι θα σχεδιάσει και θα εφαρμόσει αποτελεσματικά. Το “business-friendly socialism” θα αποτύχει αν μείνει σε ευγενικό συνδυασμό καλών προθέσεων. Χρειάζεται να απαντήσει με ακρίβεια: σε ποιους τομείς χρειάζεται δημόσια ιδιοκτησία, σε ποιους δημόσιος έλεγχος χωρίς πλήρη ιδιοκτησία, σε ποιους αυστηρότερη ρύθμιση, σε ποιους συνεργασία με ιδιωτικά κεφάλαια, με ποια κοινωνικά ανταλλάγματα, με ποια εγγύηση επένδυσης, με ποια λογοδοσία και με ποιον μηχανισμό αποφυγής της παλαιάς βρετανικής παγίδας όπου οι ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες λειτουργούν με δημόσια ανοχή, ιδιωτικά κέρδη και κοινωνικοποιημένο κόστος.
Η σχέση με τις αγορές είναι το πιο λεπτό σημείο. Δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνικά φιλόδοξη πολιτική χωρίς καμία σύγκρουση με τις αγορές. Αυτή θα ήταν αυταπάτη. Κάθε σοβαρή πολιτική κατοικίας, μεταφορών, εργασιακών δικαιωμάτων, ενέργειας ή κοινής ωφέλειας μεταβάλλει συσχετισμούς ισχύος και επηρεάζει προσόδους. Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει σύγκρουση, αλλά αν η σύγκρουση θα είναι τυφλή ή στρατηγική. Μια ώριμη σοσιαλδημοκρατία δεν χρειάζεται να εχθρεύεται την επιχειρηματικότητα. Χρειάζεται να συγκρουστεί με την επιχειρηματικότητα που λειτουργεί ως μηχανισμός εξαγωγής προσόδων από ανελαστικές κοινωνικές ανάγκες. Χρειάζεται να στηρίξει την επένδυση που αυξάνει παραγωγική ικανότητα και να περιορίσει την ιδιωτική ισχύ που εκμεταλλεύεται υποδομές, γη, μονοπώλια, δημόσιες συμβάσεις ή ρυθμιστική αδράνεια. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε αντι-καπιταλιστική ρητορική και σοσιαλδημοκρατική κρατική ικανότητα.
Ο Μπέρναμ διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα επειδή μπορεί να παρουσιάσει την πολιτική του όχι ως καθαρή ιδεολογική αναμέτρηση, αλλά ως πρακτικό μάθημα από την τοπική διακυβέρνηση. Οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται αφηρημένα για τη θεωρία της ιδιοκτησίας. Ενδιαφέρονται αν το λεωφορείο έρχεται στην ώρα του, αν το εισιτήριο είναι προσιτό, αν το σπίτι βρίσκεται κοντά στη δουλειά, αν η περιοχή τους προσελκύει επενδύσεις, αν οι νέοι βρίσκουν κατάρτιση, αν οι μικρές επιχειρήσεις έχουν πελάτες και προσωπικό, αν οι υπηρεσίες φροντίδας δεν καταρρέουν. Η δύναμη του Manchesterism είναι ότι μεταφράζει μεγάλα ιδεολογικά ερωτήματα σε καθημερινή θεσμική απόδοση. Η αδυναμία του είναι ότι η τοπική επιτυχία δεν αποδεικνύει αυτομάτως εθνική επάρκεια. Άλλο να διοικείς μια μητροπολιτική περιοχή με συγκεκριμένες αρμοδιότητες και άλλο να κυβερνάς το σύνολο ενός κράτους με διεθνείς αγορές, δημοσιονομικούς περιορισμούς, γεωπολιτικές δεσμεύσεις και εσωκομματικές αντιφάσεις.
Το πραγματικό τεστ θα είναι αν ο Μπέρναμ μπορεί να αποφύγει δύο αντίθετες αποτυχίες. Η πρώτη είναι η αποτυχία της υπερπροσαρμογής: να γίνει τόσο «φιλικός προς τις επιχειρήσεις» ώστε ο σοσιαλισμός του να περιοριστεί σε ήπια γλώσσα συμπόνιας χωρίς πραγματική μεταφορά ισχύος προς την κοινωνία. Η δεύτερη είναι η αποτυχία της υπερυπόσχεσης: να καλλιεργήσει προσδοκίες δημόσιου ελέγχου, επενδύσεων και κοινωνικής μεταμόρφωσης χωρίς χρηματοδοτικό, θεσμικό και παραγωγικό βάθος. Η Βρετανία έχει κουραστεί από υποσχέσεις αναγέννησης που εξαντλούνται σε συνθήματα. Το “business-friendly socialism” θα κριθεί από την ικανότητά του να δείξει πού θα βρεθούν οι πόροι, πώς θα οργανωθεί η εφαρμογή και ποια κοινωνική ομάδα θα δει πρώτη απτό αποτέλεσμα.
Η πιο ουσιαστική συμβολή του Μπέρναμ θα μπορούσε να είναι ότι επαναφέρει στην πολιτική το ερώτημα της αμοιβαιότητας. Τι οφείλει το κράτος στους πολίτες; Τι οφείλουν οι επιχειρήσεις στις κοινωνίες από τις οποίες αντλούν εργασία, υποδομές και καταναλωτές; Τι οφείλουν οι περιφέρειες όταν αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία; Τι οφείλουν οι εργαζόμενοι όταν το κράτος επενδύει σε δεξιότητες και προστασία; Μια τέτοια πολιτική δεν είναι απλώς αναδιανεμητική. Είναι θεσμική. Προσπαθεί να ξαναχτίσει κοινωνική εμπιστοσύνη μέσα από σαφείς ανταλλαγές: δημόσια στήριξη έναντι ιδιωτικής επένδυσης, αποκέντρωση έναντι λογοδοσίας, επιχειρηματική ελευθερία έναντι κοινωνικής ανταπόδοσης, κοινωνική προστασία έναντι παραγωγικής συμμετοχής. Αυτό θα ήταν πραγματική αναβάθμιση της σοσιαλδημοκρατίας από ηθική διαμαρτυρία σε οργανωμένη πολιτική οικονομία.
Συμπερασματικά, ο Μπέρναμ δεν προσφέρει απλώς μια πιο ζεστή εκδοχή Labour μετά τον Στάρμερ. Προσφέρει, δυνητικά, μια διαφορετική θεωρία για το πώς μπορεί να ξανακυβερνηθεί η Βρετανία: από το κέντρο προς τους τόπους, από τη δημοσιονομική άμυνα προς την παραγωγική κοινωνική επένδυση, από την αόριστη φιλοεπιχειρηματικότητα προς τη διάκριση παραγωγικής επένδυσης και προσόδου, από το κοινωνικό κράτος ως κόστος προς το κοινωνικό κράτος ως υποδομή ανάπτυξης
Πρόσφατα σχόλια