Η κοινωνική συμμαχία που χρειάζεται το Εργατικό Κόμμα  δεν μπορεί να συγκροτηθεί με απλή επαναφορά παλαιών εκλογικών συνθηκών ούτε με μηχανική πρόσθεση επιμέρους ακροατηρίων. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο να ξαναβρεθούν μισθωτοί, νέοι, περιφέρειες, δημόσιες υπηρεσίες, μικρομεσαίοι και φιλοευρωπαϊκοί ψηφοφόροι κάτω από την ίδια κομματική στέγη. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι να αποκτήσουν αυτοί οι κοινωνικοί κόσμοι την αίσθηση ότι ανήκουν πολιτικά στον ίδιο χώρο. Μετά το Brexit, η Βρετανία είναι μια χώρα όπου οι παλαιές κοινωνικές ταυτότητες έχουν αποσυνδεθεί από τις παλαιές κομματικές τους εκφράσεις. Η εργατική τάξη δεν είναι αυτονόητα εργατική ψήφος. Η φιλοευρωπαϊκή στάση δεν είναι αυτονόητα κοινωνικά ριζοσπαστική. Η περιφερειακή δυσαρέσκεια δεν οδηγεί αναγκαστικά στην Αριστερά. Η νεανική προοδευτικότητα δεν μετατρέπεται αυτόματα σε εμπιστοσύνη προς το Εργατικό Κόμμα. Αυτό σημαίνει ότι το κόμμα δεν έχει απλώς οργανωτικό πρόβλημα. Έχει πρόβλημα κοινωνικής μετάφρασης.

Πίσω από την ψήφο υπέρ της εξόδου υπήρχαν συχνά διαφορετικά και αντιφατικά κίνητρα: επιθυμία εθνικού ελέγχου, δυσφορία απέναντι στη μετανάστευση, αγανάκτηση για την περιφερειακή εγκατάλειψη, εχθρότητα προς το Λονδίνο και τις τεχνοκρατικές ελίτ, αίσθηση ότι η παγκοσμιοποίηση είχε μοιράσει άνισα τα οφέλη της, αλλά και αυθεντική δημοκρατική ανησυχία για το πού λαμβάνονται οι αποφάσεις. Η ψήφος υπέρ της παραμονής, αντίστοιχα, δεν ήταν ενιαία. Περιλάμβανε νέους που έβλεπαν την Ευρώπη ως χώρο ζωής, επαγγελματίες που φοβούνταν την οικονομική αποσύνδεση, πανεπιστημιακούς και ερευνητικούς κόσμους, επιχειρήσεις με ευρωπαϊκές αλυσίδες, αλλά και πολίτες που απλώς δεν πείστηκαν ότι η αποχώρηση θα βελτίωνε τη χώρα. Το Εργατικό Κόμμα καλείται τώρα να μιλήσει και στις δύο μνήμες χωρίς να ταυτιστεί πλήρως με καμία.

Η πρώτη κρίσιμη βάση μιας νέας κοινωνικής συμμαχίας είναι η εργασία, αλλά όχι η εργασία ως παλαιό βιομηχανικό σύμβολο. Η σημερινή εργαζόμενη Βρετανία είναι πολύ πιο σύνθετη. Περιλαμβάνει εργαζομένους στις δημόσιες υπηρεσίες, νοσηλευτές, δασκάλους, κοινωνικούς φροντιστές, οδηγούς, εργαζομένους στις μεταφορές, τεχνικούς, υπαλλήλους λιανεμπορίου, εργαζομένους σε αποθήκες και logistics, ανθρώπους της πλατφορμικής οικονομίας, νέους πτυχιούχους με επισφαλείς συμβάσεις, χαμηλόμισθους των υπηρεσιών, αυτοαπασχολούμενους που τυπικά φαίνονται ανεξάρτητοι αλλά ουσιαστικά ζουν χωρίς προστασία. Το Εργατικό Κόμμα δεν μπορεί να τους ενώσει μόνο με τη γλώσσα των μισθολογικών αυξήσεων, όσο αναγκαίες κι αν είναι. Πρέπει να διατυπώσει μια ευρύτερη πολιτική αξιοπρέπειας της εργασίας: σταθερός χρόνος, προβλέψιμο εισόδημα, πρόσβαση σε κατοικία, μετακίνηση που δεν εξαντλεί τον εργαζόμενο, κατάρτιση που οδηγεί σε εξέλιξη, δημόσια υγεία που προστατεύει την εργασιακή ζωή, κοινωνική φροντίδα που δεν μετατρέπει την οικογένεια σε άτυπο μηχανισμό πρόνοιας. Η εργασία πρέπει να ξαναγίνει βάση κοινωνικής ασφάλειας και όχι απλώς μηχανισμός επιβίωσης.

Η δεύτερη βάση είναι οι δημόσιες υπηρεσίες, διότι στη Βρετανία αυτές δεν είναι απλώς πεδίο πολιτικής· είναι ηθικό θεμέλιο κοινωνικής ιθαγένειας. Το Εθνικό Σύστημα Υγείας, τα σχολεία, η κοινωνική φροντίδα, οι δήμοι, οι μεταφορές, η κατοικία, οι τοπικές υποδομές είναι οι χώροι όπου ο πολίτης διαπιστώνει αν το κράτος υπάρχει πραγματικά. Όταν οι λίστες αναμονής μεγαλώνουν, όταν οι ηλικιωμένοι μένουν χωρίς επαρκή φροντίδα, όταν οι τοπικές αρχές αδυνατούν να προσφέρουν βασικές υπηρεσίες, όταν η κατοικία γίνεται μη προσβάσιμη και η καθημερινή μετακίνηση εξαντλεί χρόνο και εισόδημα, τότε η κρίση δεν είναι απλώς διοικητική. Είναι κρίση εμπιστοσύνης στο κοινωνικό συμβόλαιο. Το Εργατικό Κόμμα έχει ιστορικό πλεονέκτημα στις δημόσιες υπηρεσίες, αλλά δεν μπορεί πια να αρκεστεί στη νοσταλγική υπεράσπισή τους. Πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να τις αναχρηματοδοτήσει, να τις αναδιοργανώσει και να τις κάνει αισθητά λειτουργικές. Η νέα κοινωνική συμμαχία δεν θα οικοδομηθεί γύρω από αφηρημένη αγάπη για το κράτος, αλλά γύρω από την εμπειρία ότι το κράτος μπορεί ξανά να απαντά εγκαίρως, καθαρά και δίκαια.

Η τρίτη βάση είναι η περιφέρεια, και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο βαθιά πληγή του μετα-Brexit Ηνωμένου Βασιλείου. Πολλές περιοχές που άλλοτε είχαν ισχυρή εργατική ταυτότητα ένιωσαν ότι το Εργατικό Κόμμα έπαψε να τις κατανοεί πολιτισμικά, οικονομικά και συμβολικά. Η αποβιομηχάνιση δεν άφησε μόνο απώλεια θέσεων εργασίας. Άφησε απώλεια κοινωνικού νοήματος. Πόλεις που είχαν οργανωθεί γύρω από εργοστάσια, ορυχεία, λιμάνια ή παραγωγικές δραστηριότητες βρέθηκαν να ζουν με την αίσθηση ότι η εθνική οικονομία τις προσπερνά. Το Brexit σε αυτές τις περιοχές λειτούργησε ως τρόπος να ειπωθεί: υπάρχουμε ακόμη, δεν είμαστε απλώς στατιστικό υπόλειμμα της παλιάς βιομηχανικής εποχής. Αν το Εργατικό Κόμμα θέλει να τις ξανακερδίσει, πρέπει να αποφύγει δύο λάθη: αφενός την περιφρόνηση των ψηφοφόρων του Leave ως πολιτικά παραπλανημένων, αφετέρου την κενή κολακεία της «λαϊκής σοφίας» χωρίς υλικό σχέδιο. Η περιφέρεια δεν χρειάζεται παρηγορητικά συνθήματα. Χρειάζεται υποδομές, επενδύσεις, τεχνική εκπαίδευση, τοπική παραγωγή, δημόσιες υπηρεσίες, συγκοινωνίες, κατοικία, ασφάλεια και αίσθηση ότι η χώρα σχεδιάζεται και από εκεί, όχι μόνο για εκεί.

Η τέταρτη βάση είναι οι νέοι, αλλά όχι ως διακοσμητική προοδευτική κατηγορία. Οι νέοι μετά το Brexit βιώνουν μια Βρετανία περιορισμένων οριζόντων. Για πολλούς, η ενηλικίωση έγινε ακολουθία αναβολών: αναβολή αγοράς ή ενοικίασης αξιοπρεπούς κατοικίας, αναβολή δημιουργίας οικογένειας, αναβολή αποταμίευσης, αναβολή επαγγελματικής σταθερότητας, αναβολή ευρωπαϊκής κινητικότητας, αναβολή πίστης ότι η επόμενη δεκαετία θα είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Το Εργατικό Κόμμα δεν θα τους κρατήσει μόνο με κοινωνικά φιλελεύθερο ύφος ή με γενική αντίθεση στους Συντηρητικούς. Πρέπει να τους προσφέρει συγκεκριμένη πολιτική ελευθερίας: κατοικία, μισθούς, πράσινες δουλειές, πρόσβαση σε εκπαίδευση και έρευνα, δυνατότητα κινητικότητας με την Ευρώπη, φθηνές μεταφορές, ψηφιακές δεξιότητες, κλιματική σοβαρότητα, δημόσιους χώρους ζωής. Για τη νεότερη γενιά, η πολιτική δεν κρίνεται από το αν ακούγεται προοδευτική, αλλά από το αν καθιστά το μέλλον κατοικήσιμο.

Η πέμπτη βάση είναι οι μικρομεσαίοι και οι αυτοαπασχολούμενοι, ένα ακροατήριο που η βρετανική Αριστερά δεν πρέπει να χαρίσει στη Δεξιά. Η μικρή επιχείρηση στη μετα-Brexit Βρετανία δεν είναι απλώς φορέας ατομικισμού ή φορολογικής καχυποψίας. Συχνά είναι θύμα των ίδιων δομικών αδυναμιών που πλήττουν τους εργαζομένους: υψηλό ενεργειακό κόστος, ενοίκια, δυσκολία χρηματοδότησης, εμπορικές τριβές, ελλείψεις προσωπικού, αβεβαιότητα στις εισαγωγές και εξαγωγές, τοπική αγοραστική αδυναμία, διοικητική πολυπλοκότητα. Το Εργατικό Κόμμα χρειάζεται μια σοβαρή μικρομεσαία πολιτική που να μη σημαίνει απλώς χαμηλότερους φόρους, αλλά λειτουργικό οικονομικό περιβάλλον: σταθερούς κανόνες, πρόσβαση σε πιστώσεις, απλούστερες διαδικασίες, τοπικές προμήθειες, σύνδεση με τεχνική εκπαίδευση, προστασία από ολιγοπωλιακές πιέσεις, καλύτερες υποδομές. Οι μικρομεσαίοι μπορούν να γίνουν κρίσιμος κρίκος ανάμεσα στην εργασία, την περιφέρεια και την παραγωγική ανασυγκρότηση, εφόσον δεν αντιμετωπιστούν ως ταξικός αντίπαλος αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού συμβολαίου.

Η έκτη βάση είναι οι φιλοευρωπαϊκοί ψηφοφόροι, αλλά το Εργατικό Κόμμα πρέπει να τους εντάξει με τρόπο που δεν θα αναζωπυρώσει άγονη ηθική αντιπαράθεση με τους ψηφοφόρους του Brexit. Η στενότερη σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως εκδίκηση της πλευράς του Remain ούτε ως επιστροφή στην εποχή πριν από το δημοψήφισμα. Πρέπει να παρουσιαστεί ως πρακτική ανάγκη για τη χώρα: περισσότερες ευκαιρίες για νέους, λιγότερες εμπορικές τριβές, καλύτερη συνεργασία σε άμυνα και ασφάλεια, πρόσβαση σε έρευνα, ενεργειακή συνεργασία, επαγγελματική κινητικότητα, μεγαλύτερη προβλεψιμότητα για επιχειρήσεις. Ο ευρωπαϊκός πραγματισμός πρέπει να συνδεθεί με εργασία, ανάπτυξη και δημόσια ισχύ, όχι με πολιτισμική ανωτερότητα. Μόνο έτσι μπορεί να χωρέσει και τον φιλοευρωπαϊκό νέο του Λονδίνου και τον πρώην ψηφοφόρο του Leave σε μια βόρεια πόλη που δεν θέλει να αισθανθεί ξανά ότι του κάνουν μάθημα.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτές οι ομάδες μπορούν να ενωθούν χωρίς να ακυρωθούν οι μεταξύ τους αντιθέσεις. Οι νέοι μπορεί να πιέζουν για βαθύτερη ευρωπαϊκή επαναπροσέγγιση, ενώ περιφερειακοί ψηφοφόροι μπορεί να φοβούνται ότι αυτό σημαίνει επιστροφή της παλιάς περιφρόνησης. Οι δημόσιες υπηρεσίες απαιτούν χρήματα, ενώ μικρομεσαίοι φοβούνται φορολογική επιβάρυνση. Οι εργαζόμενοι χρειάζονται προστασία, ενώ επιχειρήσεις ζητούν ευελιξία. Οι αγορές απαιτούν δημοσιονομική πειθαρχία, ενώ η κοινωνία ζητά ανακούφιση. Η νέα ηγεσία του Εργατικού Κόμματος θα αποτύχει αν προσπαθήσει να κρύψει αυτές τις αντιφάσεις κάτω από γενικές λέξεις όπως «ανάπτυξη», «δικαιοσύνη» ή «ενότητα». Θα επιτύχει μόνο αν τις οργανώσει σε πειστικό συμβιβασμό: περισσότερη κοινωνική προστασία με παραγωγική ανασυγκρότηση, στενότερη σχέση με την Ευρώπη χωρίς ταπείνωση των ψηφοφόρων του Brexit, στήριξη μικρών επιχειρήσεων με εργασιακή αξιοπρέπεια, αποκέντρωση με πραγματικούς πόρους και λογοδοσία.

Αυτή η νέα συμμαχία χρειάζεται και νέο πατριωτισμό. Όχι τον πατριωτισμό της νοσταλγικής αυτοκρατορικής αυταπάτης ούτε τον πατριωτισμό της κλειστής εθνικής αναδίπλωσης. Χρειάζεται έναν κοινωνικό πατριωτισμό δημόσιων υπηρεσιών, εργασίας, τόπου και αξιοπρέπειας. Έναν πατριωτισμό που να λέει ότι η Βρετανία είναι ισχυρή όταν οι περιφέρειές της δεν εγκαταλείπονται, όταν οι νέοι δεν φεύγουν από την πολιτική ελπίδα, όταν η εργασία πληρώνει, όταν οι μικρές επιχειρήσεις μπορούν να σταθούν, όταν το κράτος λειτουργεί και όταν η σχέση με την Ευρώπη υπηρετεί εθνική ισχύ αντί να παρουσιάζεται ως εθνική υποχώρηση. 

Η πιθανή ηγεσία Μπέρναμ θα είχε εδώ ένα συγκριτικό πλεονέκτημα, αλλά και μια μεγάλη παγίδα. Το πλεονέκτημα είναι ότι μπορεί να μιλήσει από την εμπειρία του τόπου, της περιφερειακής διακυβέρνησης, των δημόσιων υπηρεσιών και της καθημερινότητας.  Η παγίδα είναι ότι η κοινωνία μπορεί να προβάλλει πάνω του υπερβολικές προσδοκίες επανασύνδεσης, τις οποίες καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να ικανοποιήσει γρήγορα. Αν η νέα ηγεσία υποσχεθεί υπερβολικά πολλά, θα επαναλάβει το βρετανικό μοτίβο της μεγάλης προσδοκίας και της γρήγορης φθοράς. Αν υποσχεθεί πολύ λίγα, δεν θα γεννήσει καμία νέα συμμαχία. Η τέχνη θα είναι να διατυπωθεί ένα σχέδιο αρκετά φιλόδοξο ώστε να κινητοποιεί, αλλά αρκετά ειλικρινές ώστε να μην καταρρεύσει στην πρώτη επαφή με τα δημοσιονομικά όρια.