Η Βρετανία χρειάζεται στενότερη σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση επειδή η γεωγραφία, το εμπόριο, η ασφάλεια, η ενέργεια, η έρευνα, οι εφοδιαστικές αλυσίδες και οι ανάγκες κινητικότητας επιμένουν περισσότερο από τη ρητορική της αποχώρησης. Ταυτόχρονα, όμως, κάθε καθαρή παραδοχή ότι η χώρα χρειάζεται βαθύτερη επανευθυγράμμιση αγγίζει τον πυρήνα του μετα-Brexit ταμπού: αν η στενότερη σχέση με την ΕΕ είναι απαραίτητη, τότε τι ακριβώς πέτυχε η αποχώρηση;
Το οικονομικό υπόβαθρο είναι καθοριστικό. Ο βρετανικός Office for Budget Responsibility εξακολουθεί να υπολογίζει ότι η μείωση της εμπορικής έντασης μετά το Brexit οδηγεί μακροπρόθεσμα σε περίπου 4% χαμηλότερη δυνητική παραγωγικότητα, σε σχέση με το σενάριο παραμονής στην ΕΕ. Η ίδια λογική στηρίζεται στην εκτίμηση ότι οι όγκοι εισαγωγών και εξαγωγών θα είναι περίπου 15% χαμηλότεροι μακροπρόθεσμα απ’ ό,τι θα ήταν χωρίς Brexit. Αυτό δεν είναι απλώς τεχνική πρόβλεψη. Είναι πολιτική διάγνωση: μια οικονομία που αποσυνδέεται από την κύρια γειτονική της αγορά δεν αποκτά αυτόματα μεγαλύτερη δυναμική· συχνά αποκτά μεγαλύτερο διοικητικό κόστος, μικρότερη προβλεψιμότητα, ασθενέστερη επενδυτική ελκυστικότητα και πιο αδύναμη παραγωγική κλίμακα.
Η Βρετανία δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα μιας απλής εμπορικής συμφωνίας που χρειάζεται βελτίωση. Αντιμετωπίζει το πρόβλημα της μερικής αποκοπής από ένα πυκνό καθεστώς οικονομικής ενσωμάτωσης. Η ενιαία αγορά δεν ήταν μόνο μηδενικοί δασμοί. Ήταν κοινά πρότυπα, νομική προβλεψιμότητα, αμοιβαία αναγνώριση, εφοδιαστικές αλυσίδες, επαγγελματική κινητικότητα, ρυθμιστική εγγύτητα, πανεπιστημιακά και ερευνητικά δίκτυα, χρηματοπιστωτικές σχέσεις, αγροδιατροφικές ρυθμίσεις, καθημερινή ευκολία συναλλαγής. Το Brexit αντικατέστησε ένα καθεστώς βαθιάς ενσωμάτωσης με καθεστώς διαπραγματευόμενης πρόσβασης. Η διαφορά είναι ουσιώδης. Η πρώτη κατάσταση παρήγε αόρατη ευκολία. Η δεύτερη παράγει ορατή τριβή.
Η βρετανική κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνώρισαν ήδη στην πράξη την ανάγκη μιας νέας σχέσης. Η σύνοδος ΕΕ–Ηνωμένου Βασιλείου της 19ης Μαΐου 2025 οδήγησε σε Common Understanding και σε ανανεωμένη ατζέντα συνεργασίας, με πεδία όπως η ασφάλεια, η άμυνα, η νεανική κινητικότητα, η ενέργεια, τα σύνορα, η αστυνομική και δικαστική συνεργασία, η μετανάστευση, η πιθανή συμμετοχή σε ευρωπαϊκές ενεργειακές ρυθμίσεις και η επανασύνδεση ανθρώπων και θεσμών. Η σημασία αυτής της εξέλιξης είναι μεγάλη: δεν πρόκειται για επιστροφή στην ΕΕ, αλλά για επίσημη παραδοχή ότι η πλήρης ψυχρότητα της μετα-Brexit σχέσης ήταν δυσλειτουργική.
Ωστόσο, η επαναπροσέγγιση παραμένει ταμπού επειδή συγκρούεται με τις συμβολικές δεσμεύσεις του Brexit. Η βρετανική πολιτική τάξη δυσκολεύεται να πει ευθέως ότι η χώρα χρειάζεται μεγαλύτερη ευρωπαϊκή εγγύτητα, διότι φοβάται ότι θα κατηγορηθεί για προδοσία της λαϊκής εντολής του 2016. Ιδίως το Εργατικό Κόμμα, αν και έχει κάθε κίνητρο να αποκαταστήσει πρακτικές σχέσεις με την ΕΕ, αποφεύγει τη γλώσσα της επιστροφής, της επανένταξης ή ακόμη και της βαθιάς ευθυγράμμισης. Προτιμά όρους όπως “reset”, “pragmatic cooperation”, “renewed agenda”, “closer partnership”. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Η βρετανική πολιτική δεν φοβάται μόνο την ΕΕ· φοβάται τη μνήμη του Brexit ως πολιτικής ταυτότητας.
Το ταμπού έχει τρεις διαστάσεις. Η πρώτη είναι εκλογική: κανένα μεγάλο κόμμα δεν θέλει να ξανανοίξει το ρήγμα Leave–Remain με όρους ηθικής σύγκρουσης. Η δεύτερη είναι εθνική: η παραδοχή ανάγκης ευρωπαϊκής επαναπροσέγγισης μπορεί να εμφανιστεί από τους ευρωσκεπτικιστές ως παραδοχή ότι η βρετανική κυριαρχία είναι ανεπαρκής. Η τρίτη είναι διαπραγματευτική: η ΕΕ γνωρίζει ότι η Βρετανία χρειάζεται πρόσβαση, αλλά δεν θέλει να επιτρέψει cherry-picking, δηλαδή απόλαυση οφελών χωρίς αντίστοιχες υποχρεώσεις. Έτσι, η Βρετανία θέλει εγγύτητα χωρίς να την ονομάζει εξάρτηση, ενώ η ΕΕ θέλει συνεργασία χωρίς να υπονομεύσει τη λογική της συμμετοχής.
Εδώ βρίσκεται το βαθύτερο πολιτικό αδιέξοδο. Η Βρετανία χρειάζεται περισσότερη ευρωπαϊκή σχέση για να ενισχύσει την οικονομική της αποτελεσματικότητα, αλλά όσο περισσότερο την επιδιώκει, τόσο περισσότερο αναγκάζεται να πλησιάσει τους όρους που κάποτε απέρριψε: κανονιστική σύγκλιση, κοινά πρότυπα, αμοιβαίες δεσμεύσεις, πιθανή κινητικότητα προσώπων, συμμετοχή σε προγράμματα, οικονομικές συνεισφορές, θεσμική προβλεψιμότητα. Η οικονομία ζητά επανευθυγράμμιση. Η πολιτική φοβάται τη λέξη. Αυτό δημιουργεί ένα είδος «σιωπηρής ευρωπαϊκοποίησης»: η χώρα πλησιάζει πρακτικά την ΕΕ, αλλά προσπαθεί να μη φαίνεται ότι επιστρέφει πολιτικά σε αυτήν.
Η κοινή γνώμη δείχνει ότι το ταμπού ίσως είναι ισχυρότερο στο πολιτικό προσωπικό παρά στην κοινωνία. Νέα δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν αυξανόμενη απογοήτευση από το Brexit και σαφή διάθεση για στενότερη σχέση με την ΕΕ. Σύμφωνα με έρευνα του King’s College London, 47% των Βρετανών θέλουν στενότερη εμπορική σχέση με την ΕΕ, έναντι 16% που θέλουν πιο απομακρυσμένη σχέση, ενώ 60% υποστηρίζουν στενότερη συνεργασία σε άμυνα και ασφάλεια. Παράλληλα, έρευνα του ECFR δείχνει ότι περίπου τρία τέταρτα των Βρετανών επιθυμούν στενότερους δεσμούς με την ΕΕ, ενώ μεγάλα ποσοστά αποδίδουν στο Brexit αρνητικές συνέπειες για την οικονομία, το κόστος ζωής, τη μετανάστευση και τις ευκαιρίες των νέων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η επανένταξη είναι πολιτικά εύκολη ή άμεσα πιθανή. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη δυσαρέσκεια για το Brexit και στην αποδοχή όλων των όρων μιας βαθιάς επανασύνδεσης. Πολλοί Βρετανοί θέλουν λιγότερη τριβή με την ΕΕ, καλύτερες εμπορικές σχέσεις, ευκολότερη κινητικότητα νέων, συνεργασία στην ασφάλεια και πιο ομαλά σύνορα, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι αποδέχονται πλήρη ελευθερία μετακίνησης, δικαιοδοτικό ρόλο ευρωπαϊκών θεσμών ή οικονομικές συνεισφορές με τον ίδιο τρόπο όπως πριν.
Το θετικό στοιχείο αυτής της διαδικασίας είναι ότι μπορεί να αποδραματοποιήσει τη σχέση ΕΕ–Ηνωμένου Βασιλείου. Αν η συνεργασία αποδείξει πρακτικά οφέλη, μπορεί σταδιακά να μετατρέψει το ευρωπαϊκό ζήτημα από πόλεμο ταυτότητας σε πεδίο ρεαλιστικής πολιτικής. Το αρνητικό στοιχείο είναι ότι η υπερβολική αποφυγή ονομασίας μπορεί να οδηγήσει σε μισή πολιτική. Αν η Βρετανία χρειάζεται στενότερη ευρωπαϊκή σχέση, πρέπει κάποια στιγμή να το πει με ειλικρίνεια: όχι ως ακύρωση των ψηφοφόρων του Brexit, αλλά ως αναγνώριση ότι η εθνική ισχύς στον 21ο αιώνα δεν παράγεται από μοναχική κυριαρχία, αλλά από ικανότητα συνεργασίας υπό ευνοϊκούς όρους.
Συμπερασματικά, η ευρωπαϊκή επαναπροσέγγιση είναι οικονομική ανάγκη επειδή η Βρετανία δεν μπορεί να παρακάμψει το βάρος της ευρωπαϊκής αγοράς, την ανάγκη κανονιστικής προβλεψιμότητας, τη συνεργασία στην ασφάλεια, την ενεργειακή διασύνδεση, τη νεανική κινητικότητα και τη λειτουργία σύνθετων αλυσίδων αξίας. Είναι πολιτικό ταμπού επειδή αναγκάζει τη χώρα να παραδεχθεί ότι η αποχώρηση δεν έλυσε όσα υποσχέθηκε. Το ζητούμενο δεν είναι να ταπεινωθεί το Brexit ούτε να υμνηθεί άκριτα η ΕΕ. Το ζητούμενο είναι να διατυπωθεί μια ώριμη μετα-Brexit αλήθεια: η Βρετανία μπορεί να βρίσκεται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά δεν μπορεί να οργανώσει το μέλλον της σαν να βρίσκεται εκτός Ευρώπης.
Πρόσφατα σχόλια