.Το Brexit μπορεί να αναλυθεί ως εθνική απόφαση, ως συνταγματική τομή, ως εμπορική αναδιάταξη ή ως έκφραση λαϊκής κυριαρχίας. Όμως δέκα χρόνια μετά, γίνεται όλο και πιο αναγκαίο να αναλυθεί και ως διαγενεακή αδικία. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μεγαλύτεροι ψηφοφόροι δεν είχαν δικαίωμα να ψηφίσουν όπως ψήφισαν, ούτε ότι η δημοκρατία πρέπει να σταθμίζει αριθμητικά διαφορετικά την ψήφο ανάλογα με την ηλικία. Σημαίνει κάτι πιο λεπτό: ότι μια απόφαση με μακροχρόνιες συνέπειες ελήφθη σε μεγάλο βαθμό από ηλικιακές ομάδες που δεν θα ζήσουν το πλήρες βάθος των συνεπειών της, ενώ περιόρισε τις δυνατότητες ζωής ανθρώπων που είτε ήταν πολύ νέοι για να ψηφίσουν είτε δεν είχαν ακόμη γεννηθεί πολιτικά ως ενεργοί πολίτες. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εκλογικό. Είναι ηθικό και χρονικό.

Η ηλικιακή διάσταση του δημοψηφίσματος είναι καλά τεκμηριωμένη. Οι νεότερες ηλικίες ψήφισαν κατά μεγάλη πλειοψηφία υπέρ της παραμονής στην ΕΕ, ενώ οι μεγαλύτερες ηλικίες στήριξαν πολύ περισσότερο την έξοδο. Αυτή η διάκριση αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή το Brexit δεν ήταν βραχυχρόνια πολιτική επιλογή που μπορούσε εύκολα να αναστραφεί στον επόμενο εκλογικό κύκλο. Ήταν απόφαση αναδιάρθρωσης δικαιωμάτων, αγορών, θεσμικών σχέσεων, κινητικότητας και εξωτερικής θέσης της χώρας. Όσο μεγαλύτερη είναι η χρονική διάρκεια των συνεπειών μιας απόφασης, τόσο πιο έντονο γίνεται το ερώτημα αν η δημοκρατική της νομιμοποίηση αρκεί για να απαντήσει στο πρόβλημα της άνισης γενεακής επιβάρυνσης.

Η διαγενεακή αδικία του Brexit δεν πρέπει να γίνει χονδροειδής κατηγορία εναντίον των μεγαλύτερων. Πολλοί μεγαλύτεροι ψηφοφόροι δεν ψήφισαν με κακή πίστη. Ψήφισαν μέσα από εμπειρίες που οι νεότεροι συχνά δεν συμμερίζονται: βιομηχανική παρακμή, απώλεια κοινωνικού κύρους, αίσθηση ότι το Λονδίνο και οι ελίτ αγνόησαν την περιφέρεια, φόβος δημογραφικής και πολιτισμικής αλλαγής, νοσταλγία κοινοβουλευτικής κυριαρχίας, δυσπιστία απέναντι σε υπερεθνικά κέντρα. Η αδικία δεν βρίσκεται στο ότι οι μεγαλύτεροι είχαν ανυπόστατα συναισθήματα. Βρίσκεται στο ότι η λύση που επικράτησε μετέφερε δυσανάλογο κόστος σε νεότερους ανθρώπους, των οποίων οι βιογραφικές δυνατότητες εξαρτώνται περισσότερο από ανοιχτά δίκτυα, κινητικότητα, σπουδές, επαγγελματική ευελιξία και ευρωπαϊκή αλληλεπίδραση.

Το Brexit περιόρισε κυρίως αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ορίζοντα επιλογών». Οι νέοι Βρετανοί δεν έχασαν μόνο ένα αφηρημένο δικαίωμα ευρωπαϊκής συμμετοχής. Έχασαν ευκολότερη πρόσβαση σε εργασία στην ΕΕ, αυτονόητη κινητικότητα, ευρωπαϊκές εκπαιδευτικές διαδρομές, πιο απλές πολιτιστικές και επαγγελματικές ανταλλαγές, τη δυνατότητα να σκέφτονται τη ζωή τους μέσα σε ευρύτερη ευρωπαϊκή γεωγραφία χωρίς ειδικές διαδικασίες. Ακόμη και όταν κάποια δικαιώματα μπορούν να επανέλθουν μέσω νέων συμφωνιών, επιστρέφουν πλέον ως περιορισμένες, διαπραγματευμένες, αριθμητικά ελεγχόμενες δυνατότητες, όχι ως αυτονόητη πολιτική ιδιότητα. Η διαφορά είναι θεμελιώδης: άλλο δικαίωμα, άλλο παραχώρηση κατόπιν συμφωνίας.

Η διαγενεακή αδικία γίνεται ακόμη εντονότερη όταν συνδεθεί με το οικονομικό κόστος. Αν το Brexit συνδέεται με χαμηλότερη εμπορική ένταση και μακροχρόνια απώλεια δυνητικής παραγωγικότητας, όπως εκτιμά ο OBR, τότε οι νεότερες γενιές κληρονομούν όχι μόνο λιγότερη κινητικότητα, αλλά και οικονομία δυνητικά φτωχότερη απ’ ό,τι θα ήταν διαφορετικά. Αυτό έχει επιπτώσεις σε μισθούς, δημόσια έσοδα, χρηματοδότηση υγείας και παιδείας, επενδύσεις, κατοικία και κοινωνική ασφάλεια. Οι νέοι ήδη αντιμετωπίζουν δυσμενέστερες συνθήκες σε σχέση με προηγούμενες γενιές: ακριβότερη στέγη, επισφαλέστερη εργασία, φοιτητικά χρέη, δυσκολότερη αποταμίευση, κλιματική ανασφάλεια. Το Brexit προστέθηκε σε αυτή τη συσσώρευση περιορισμών.

Εδώ το Brexit συναντά ένα ευρύτερο πρόβλημα των σύγχρονων δημοκρατιών: τη σύγκρουση ανάμεσα στη δημοκρατική ισότητα της ψήφου και στην άνιση χρονική έκθεση στις συνέπειες. Η δημοκρατία βασίζεται στην αρχή «ένας πολίτης, μία ψήφος». Όμως αποφάσεις όπως το Brexit, η κλιματική πολιτική, το δημόσιο χρέος ή το συνταξιοδοτικό έχουν μακροχρόνιες συνέπειες που κατανέμονται άνισα στον χρόνο. Οι μεγαλύτεροι έχουν ίσο δικαίωμα συμμετοχής, αλλά οι νεότεροι ζουν περισσότερο μέσα στο αποτέλεσμα. Αυτό δεν αναιρεί τη δημοκρατική διαδικασία, αλλά αναδεικνύει την ανάγκη για θεσμική και πολιτική προνοητικότητα. Η δημοκρατία δεν πρέπει να είναι μόνο αριθμητική καταγραφή της παρούσας βούλησης· πρέπει να διαθέτει και ευθύνη απέναντι στους μελλοντικούς πολίτες.

Το Brexit ως διαγενεακή αδικία δεν σημαίνει, επομένως, ότι πρέπει να ακυρωθεί η ψήφος των μεγαλύτερων. Σημαίνει ότι η πολιτική τάξη οφείλει να αποκαταστήσει μέρος των χαμένων δυνατοτήτων των νεότερων. Η νεανική κινητικότητα, η επανασύνδεση με Erasmus+, οι συμφωνίες εργασιακής και εκπαιδευτικής εμπειρίας, η διευκόλυνση σπουδών, η αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, η πολιτιστική ανταλλαγή, η ευκολότερη μετακίνηση καλλιτεχνών και ερευνητών δεν είναι απλώς τεχνικά θέματα. Είναι μερική αποκατάσταση διαγενεακού ελλείμματος. Όταν η Common Understanding ΕΕ–Ηνωμένου Βασιλείου μιλά για youth experience scheme, δεν αφορά μόνο τη διπλωματία. Αφορά το αν οι νέοι θα ξαναποκτήσουν μέρος του ορίζοντα που αφαιρέθηκε από αυτούς.

Υπάρχει, όμως, και κίνδυνος να μετατραπεί το επιχείρημα της διαγενεακής αδικίας σε πολιτικό όπλο που βαθαίνει τον διχασμό. Αν οι νέοι παρουσιαστούν ως φωτισμένοι και οι μεγαλύτεροι ως ανεύθυνοι, τότε η συζήτηση θα γίνει ηθικός πόλεμος και όχι δημοκρατική ανασύνθεση. Η σωστή προσέγγιση είναι να αναγνωριστεί ότι και οι δύο γενιές υπήρξαν προϊόντα διαφορετικών ιστορικών εμπειριών. Οι μεγαλύτεροι ψήφισαν συχνά από αίσθημα απώλειας ελέγχου. Οι νεότεροι αντιδρούν επειδή ζουν απώλεια ευκαιριών. Η πολιτική λύση δεν μπορεί να βασιστεί στην περιφρόνηση της μίας εμπειρίας από την άλλη. Πρέπει να πει: η ανάγκη ελέγχου ήταν πραγματική, αλλά η μορφή που πήρε περιόρισε υπερβολικά τις δυνατότητες της επόμενης γενιάς.

Η σημερινή κοινή γνώμη δείχνει ότι αυτός ο αναστοχασμός έχει αρχίσει. Στοιχεία του King’s College London δείχνουν ότι σχεδόν οι μισοί Βρετανοί θεωρούν πλέον πως το Brexit εξελίσσεται χειρότερα από ό,τι περίμεναν, ενώ η απογοήτευση αυξήθηκε σημαντικά σε σχέση με το 2021. Η αποτυχία των προσδοκιών δεν είναι μόνο ζήτημα οικονομικών δεικτών· είναι και γενεακή αναμέτρηση με το μέλλον που υποσχέθηκε το Brexit και το μέλλον που πραγματικά παρέδωσε. Όταν μια γενιά νέων βλέπει ότι η αποχώρηση δεν έφερε ούτε ισχυρότερη οικονομία ούτε καθαρότερο έλεγχο ούτε περισσότερες ευκαιρίες, τότε το αίσθημα αδικίας γίνεται πολιτική ενέργεια.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η ενέργεια θα οδηγήσει σε ώριμη θεσμική διόρθωση ή σε νέο διχασμό. Μια ώριμη διόρθωση θα αναγνώριζε ότι η Βρετανία δεν μπορεί να επιστρέψει απλώς στο 2015. Πρέπει να σχεδιάσει νέα σχέση με την ΕΕ που να αποκαθιστά κινητικότητα και ευκαιρίες χωρίς να ακυρώνει δημοκρατικά τους ψηφοφόρους του 2016. Θα έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα στους νέους όχι επειδή είναι ηθικά ανώτεροι, αλλά επειδή έχουν υποστεί δυσανάλογο περιορισμό μελλοντικών επιλογών. Η πολιτική δικαιοσύνη εδώ δεν είναι εκδίκηση των νέων προς τους μεγαλύτερους. Είναι επανισορρόπηση των συνεπειών μιας απόφασης που έπεσε άνισα στον χρόνο.