Όσο η Βρετανία αναζητά στενότερη οικονομική σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο επανέρχεται το ερώτημα που βρισκόταν στον πυρήνα της εξόδου: μπορεί μια χώρα να αποκτήσει μεγαλύτερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή οικονομία χωρίς να αποδεχθεί ουσιαστικό βαθμό μετακίνησης ανθρώπων; Το ερώτημα αυτό δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικά εκρηκτικό, διότι αποκαλύπτει το βασικό μετα-Brexit δίλημμα: η Βρετανία θέλει τα οφέλη της εγγύτητας, αλλά εξακολουθεί να φοβάται το σύμβολο της ανοιχτής κινητικότητας.

Η ελεύθερη μετακίνηση υπήρξε ένα από τα πιο ισχυρά αρνητικά σύμβολα της καμπάνιας υπέρ του Brexit. Για πολλούς ψηφοφόρους του Leave, δεν ήταν απλώς ρύθμιση εργασιακής πρόσβασης. Ήταν ένδειξη απώλειας ελέγχου. Συνδέθηκε με πίεση σε δημόσιες υπηρεσίες, μισθολογικό ανταγωνισμό, πολιτισμική αλλαγή, τοπικές ανασφάλειες και αίσθηση ότι το βρετανικό κράτος δεν μπορούσε να καθορίσει ποιος εισέρχεται στη χώρα. Ακόμη και όταν οι οικονομολόγοι υπογράμμιζαν τα οφέλη της μετανάστευσης, η πολιτική εμπειρία πολλών πολιτών ήταν διαφορετική: δεν έβλεπαν απλώς εργατικό δυναμικό, αλλά αλλαγή γειτονιάς, πίεση στέγης, πίεση σχολείων, πίεση υγείας και αδυναμία κρατικού σχεδιασμού. Η ελευθερία μετακίνησης έγινε έτσι σύμβολο υπερεθνικού εξαναγκασμού.

Για την Ευρώπη η ελεύθερη μετακίνηση είναι συστατικό στοιχείο της εσωτερικής αγοράς. Η λογική της ενιαίας αγοράς δεν είναι απλώς ανταλλαγή αγαθών. Είναι κίνηση αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων και ανθρώπων μέσα σε κοινό κανονιστικό χώρο. Γι’ αυτό η ΕΕ αντιμετωπίζει με καχυποψία κάθε βρετανική προσπάθεια να αποκτήσει εκτεταμένη πρόσβαση χωρίς ανάλογες υποχρεώσεις. Αν επιτρεπόταν στη Βρετανία να απολαμβάνει ευρεία οικονομική πρόσβαση χωρίς ουσιαστική κινητικότητα προσώπων, τότε θα δημιουργούνταν προηγούμενο επιλεκτικής συμμετοχής. Η ΕΕ δεν διαπραγματεύεται μόνο με το Ηνωμένο Βασίλειο· προστατεύει και την αρχιτεκτονική των κινήτρων της απέναντι σε όλα τα κράτη-μέλη και τους γείτονές της.

Η σημερινή διαπραγμάτευση γύρω από τη νεανική κινητικότητα δείχνει ακριβώς αυτή τη σύγκρουση. Η Common Understanding προβλέπει ότι οι δύο πλευρές θα εργαστούν προς ένα ισορροπημένο youth experience scheme, με ειδική visa route και αποδεκτό συνολικό αριθμό συμμετεχόντων, ώστε νέοι από την ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο να μπορούν να εργαστούν, σπουδάσουν, ταξιδέψουν, κάνουν εθελοντισμό ή άλλες δραστηριότητες για περιορισμένο διάστημα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει περιγράψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις ως πεδίο αμοιβαίου οφέλους, ιδίως για νέους 18–30 ετών, με πιθανή διάρκεια παραμονής δύο έως τεσσάρων ετών και με αριθμητικά όρια ώστε να γίνει αποδεκτό και από τις δύο πλευρές.

Η σημασία αυτής της διαπραγμάτευσης είναι ότι επιχειρεί να αντικαταστήσει την πλήρη ελευθερία μετακίνησης με ελεγχόμενη κινητικότητα. Αυτή είναι η νέα μετα-Brexit φόρμουλα: όχι επιστροφή στο παλαιό καθεστώς, αλλά θεσμική δημιουργία περιορισμένων διαύλων. Η Βρετανία μπορεί να παρουσιάσει ένα youth experience scheme ως εθνικά ελεγχόμενο, αριθμητικά περιορισμένο, αμοιβαίο και χρονικά συγκεκριμένο. Η ΕΕ μπορεί να το παρουσιάσει ως αποκατάσταση ανθρώπινων δεσμών και ως βήμα λειτουργικής επανασύνδεσης. Και οι δύο πλευρές μπορούν να ισχυριστούν ότι δεν υποχώρησαν πλήρως. Ακριβώς γι’ αυτό τέτοια σχήματα είναι πολιτικά πολύτιμα: επιτρέπουν κίνηση χωρίς ρητορική ήττας.

Το πρόβλημα είναι ότι η ελεγχόμενη κινητικότητα μπορεί να λύσει μόνο μέρος του ζητήματος. Οι επιχειρήσεις, τα πανεπιστήμια, οι καλλιτέχνες, οι ερευνητές, οι εποχικοί κλάδοι, η κοινωνική φροντίδα, η φιλοξενία, οι τεχνικές ειδικότητες και οι νέοι εργαζόμενοι χρειάζονται ευελιξία που συχνά ξεπερνά τα περιορισμένα σχήματα. Αν η Βρετανία επιδιώκει ουσιαστική μείωση εμπορικών τριβών και βαθύτερη οικονομική σχέση, θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με την ανάγκη κινητικότητας. Η πρόσβαση στην αγορά δεν αφορά μόνο προϊόντα. Αφορά ανθρώπους που εγκαθιστούν, συντηρούν, διδάσκουν, ερευνούν, περιοδεύουν, παρέχουν υπηρεσίες, δημιουργούν δίκτυα και μεταφέρουν δεξιότητες. Μια οικονομία υπηρεσιών δεν μπορεί να σκέφτεται την αγορά χωρίς ανθρώπινη μετακίνηση.

Το ταμπού της ελευθερίας μετακίνησης είναι, επομένως, και ταμπού της βρετανικής οικονομικής πραγματικότητας. Η Βρετανία θέλει να είναι οικονομία υψηλής αξίας, με πανεπιστήμια, υπηρεσίες, τεχνολογία, δημιουργικές βιομηχανίες, χρηματοπιστωτικές λειτουργίες, έρευνα και διεθνείς δεσμούς. Αυτοί οι τομείς χρειάζονται ανθρώπινα δίκτυα. Δεν λειτουργούν μόνο με φορτηγά, τελωνεία και δασμούς. Λειτουργούν με φοιτητές, ερευνητές, τεχνικούς, δικηγόρους, μηχανικούς, νοσηλευτές, καλλιτέχνες, μικρές επιχειρήσεις, συνεχή επαγγελματική μετακίνηση. Όσο η Βρετανία αρνείται να συζητήσει σοβαρά την κινητικότητα, περιορίζει την ίδια τη δυνατότητα της οικονομίας της να επανασυνδεθεί ουσιαστικά.

Η κοινή γνώμη φαίνεται να μετατοπίζεται περισσότερο απ’ όσο επιτρέπει η πολιτική ρητορική. Πρόσφατη δημοσκόπηση ECFR, όπως αναφέρθηκε από το Reuters, δείχνει ότι μεγάλα ποσοστά Βρετανών θεωρούν το Brexit επιζήμιο και επιθυμούν στενότερους δεσμούς με την ΕΕ, ενώ υπάρχει πλέον αξιοσημείωτη στήριξη σε μορφές αποκατάστασης ελευθερίας μετακίνησης εφόσον αυτές συνδεθούν με καλύτερες εμπορικές σχέσεις. Παρόμοια ρεπορτάζ καταγράφουν ότι ακόμη και μέρος ψηφοφόρων του Leave εμφανίζεται ανοικτό σε επαναφορά κινητικότητας όταν αυτή συνδέεται με πρακτικά οφέλη, αν και η στήριξη στην πλήρη επανένταξη παραμένει πολύ πιο περιορισμένη. Αυτό δείχνει ότι οι πολίτες μπορεί να είναι πιο πραγματιστές από τις κομματικές κόκκινες γραμμές.

Η Βρετανία, όμως, φοβάται ότι κάθε άνοιγμα στην κινητικότητα θα παρουσιαστεί από τη δεξιά ως «Brexit in name only». Αυτός ο φόβος εξηγεί γιατί η κυβέρνηση προτιμά όρους όπως “youth experience” αντί “free movement”, “visa route” αντί “right”, “limited period” αντί “settlement”, “cap” αντί “open access”. Η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη. Είναι εργαλείο πολιτικής προστασίας. Η Βρετανία προσπαθεί να αποσυνδέσει την κινητικότητα από το τραύμα της ελευθερίας μετακίνησης. Θέλει ανθρώπινη επανασύνδεση χωρίς να αναβιώσει το σύμβολο απώλειας ελέγχου. Αυτό μπορεί να είναι απαραίτητο μεταβατικό βήμα, αλλά δεν λύνει το βαθύτερο ζήτημα: όσο στενότερη σχέση επιδιώκει με την ΕΕ, τόσο περισσότερο θα πρέπει να αποδεχθεί ότι η οικονομική πρόσβαση και η ανθρώπινη κινητικότητα δεν μπορούν να διαχωριστούν πλήρως.

Υπάρχει εδώ και μια κανονιστική διάσταση που συχνά αγνοείται. Η ελευθερία μετακίνησης δεν είναι μόνο οικονομικό εργαλείο. Είναι και μορφή ισότητας μεταξύ πολιτών διαφορετικών κρατών μέσα σε κοινό χώρο. Όταν η Βρετανία ζητά πρόσβαση χωρίς μετακίνηση, ουσιαστικά ζητά εμπορική εγγύτητα χωρίς αντίστοιχη κοινωνική αμοιβαιότητα. Η ΕΕ, αντιθέτως, βλέπει την κινητικότητα ως μέρος μιας ευρύτερης φιλοσοφίας αμοιβαιότητας. Δεν μπορείς να ζητάς να κινούνται ομαλά τα αγαθά, οι υπηρεσίες και τα κεφάλαια, αλλά να αντιμετωπίζεις την κίνηση ανθρώπων ως απειλή. Αυτή η ένταση βρίσκεται στον πυρήνα κάθε μελλοντικής διαπραγμάτευσης.

Συμπερασματικά, η ελευθερία μετακίνησης είναι νέο διαπραγματευτικό ταμπού επειδή αγγίζει την πιο ευαίσθητη αντίφαση του Brexit. Η Βρετανία θέλει πρόσβαση, συνεργασία, λιγότερη τριβή, ευρωπαϊκή οικονομική εγγύτητα και νεανικές ευκαιρίες, αλλά εξακολουθεί να φοβάται το πολιτικό σύμβολο της ανοιχτής μετακίνησης. Η ΕΕ, αντίθετα, δεν μπορεί να προσφέρει ουσιαστική πρόσβαση χωρίς να υπερασπιστεί την αμοιβαιότητα και τη λογική της ενιαίας αγοράς. Η πιθανή λύση δεν θα είναι άμεση επιστροφή στην πλήρη ελευθερία μετακίνησης, αλλά σταδιακή οικοδόμηση ελεγχόμενων, αμοιβαίων και επεκτάσιμων μορφών κινητικότητας. Το ερώτημα, όμως, θα παραμείνει: μπορεί η Βρετανία να ζητά Ευρώπη χωρίς Ευρωπαίους; Μπορεί να ζητά αγορά χωρίς ανθρώπους; Μπορεί να ζητά πρόσβαση χωρίς αμοιβαιότητα; Όσο η απάντηση παραμένει ασαφής, η επαναπροσέγγιση θα προχωρά, αλλά πάντα με το πιο κρίσιμο ζήτημα μισοειπωμένο.