Παρά το έλλειμμα συμμετοχής οι θεσμοί εξακολουθούν να συγκροτούνται σύμφωνα με τους προβλεπόμενους κανόνες, το εκλογικό δικαίωμα παραμένει καθολικό και το κοινοβούλιο διαθέτει πλήρη νομιμοποίηση να νομοθετεί. Στην ελληνική συνταγματική τάξη, οι βουλευτές εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία και, μετά την εκλογή τους, αντιπροσωπεύουν το Έθνος συνολικά. Η αποχή συνεπώς δεν μετατρέπει νομικά τους εκλεγμένους αντιπροσώπους σε αντιπροσώπους μόνο εκείνων που προσήλθαν στις κάλπες.
Η δημοκρατική αντιπροσωπευτικότητα, όμως, δεν εξαντλείται στη νομιμότητα της εκλογικής πράξης. Περιλαμβάνει τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές σχέσεις: την τυπική αντιπροσώπευση, δηλαδή το ποιος δικαιούται θεσμικά να αποφασίζει· την κοινωνική αντιπροσωπευτικότητα, δηλαδή πόσο το ενεργό εκλογικό σώμα αντανακλά το σύνολο της κοινωνίας· την πολιτική ανταπόκριση, δηλαδή ποιες προτιμήσεις λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από κυβερνήσεις και κόμματα· και την αντιληπτή νομιμοποίηση, δηλαδή αν οι πολίτες αναγνωρίζουν τις αποφάσεις ως προϊόν ενός συστήματος στο οποίο θεωρούν ότι έχουν ουσιαστική δυνατότητα συμμετοχής. Η χρόνια πτώση της συμμετοχής δεν καταστρέφει αυτομάτως την πρώτη. Μπορεί όμως να διαβρώνει προοδευτικά τις άλλες τρεις..
Το πρόβλημα εντείνεται καθώς η αποχή δεν κατανέμεται τυχαία στον πληθυσμό. Αν κάθε κοινωνική ομάδα απείχε ακριβώς στο ίδιο ποσοστό, το ενεργό εκλογικό σώμα θα ήταν μικρότερο αλλά θα μπορούσε θεωρητικά να παραμένει μικρογραφία του συνολικού. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η ηλικία, το εισόδημα, η εκπαίδευση, η κοινωνική ενσωμάτωση, η σταθερότητα κατοικίας και το ενδιαφέρον για την πολιτική επηρεάζουν την πιθανότητα συμμετοχής. Η συγκριτική έρευνα στην Ευρώπη συνδέει τη χαμηλή συμμετοχή με κινδύνους ενίσχυσης της πολιτικής ανισότητας, ακριβώς επειδή οι κοινωνικά περιθωριοποιημένες ομάδες έχουν συχνά μικρότερη πιθανότητα να ψηφίσουν.
Από εκείνη τη στιγμή, η αποχή παύει να είναι μόνο ζήτημα αριθμού και γίνεται ζήτημα σύνθεσης του εκλογικού σώματος. Μια κοινωνία μπορεί να αποτελείται κατά 20% από μια συγκεκριμένη δημογραφική ή οικονομική ομάδα, αλλά εάν ψηφίζει μόνο το μισό ποσοστό αυτής της ομάδας σε σύγκριση με άλλες, το πραγματικό βάρος της στις εκλογικές αποφάσεις μειώνεται σημαντικά. Το τυπικό δικαίωμα παραμένει ίσο· η πραγματική πολιτική επιρροή παύει να είναι ίση.
Η κατάσταση δημιουργεί έναν μηχανισμό αυτοενίσχυσης. Τα κόμματα είναι ορθολογικό να επενδύουν περισσότερο σε πολίτες που είναι πιθανότερο να προσέλθουν στις κάλπες. Αν οι ηλικιωμένοι ψηφίζουν συστηματικά περισσότερο από τους νέους, οι πολιτικές για συντάξεις, υγεία και περιουσιακή ασφάλεια αποκτούν ισχυρότερο άμεσο εκλογικό κίνητρο από πολιτικές των οποίων το όφελος συγκεντρώνεται σε ηλικιακές ομάδες χαμηλότερης συμμετοχής. Δεν χρειάζεται καμία συνειδητή συνωμοσία εναντίον των νέων. Αρκεί η δημοκρατική αγορά να ανταποκρίνεται περισσότερο σε εκείνους που εμφανίζονται σταθερά ως πραγματικοί ψηφοφόροι.
Η ανισότητα συμμετοχής μετατρέπεται έτσι σε ανισότητα πολιτικής ανταπόκρισης. Οι ομάδες που ψηφίζουν περισσότερο γίνονται περισσότερο υπολογίσιμες. Οι ομάδες που ψηφίζουν λιγότερο βλέπουν λιγότερη πολιτική ανταπόκριση, απογοητεύονται περισσότερο και έχουν ακόμη μικρότερο κίνητρο να συμμετάσχουν στην επόμενη εκλογή. Ο κύκλος μπορεί να εξελιχθεί από εκλογική αποχή σε σταθερή πολιτική περιθωριοποίηση.
Η κατάσταση αυτή αλλάζει και το νόημα της εκλογικής νίκης. Ένα κόμμα μπορεί να λάβει, για παράδειγμα, το 40% των έγκυρων ψήφων σε εκλογή με συμμετοχή 60%. Η εκλογική του στήριξη αντιστοιχεί τότε περίπου στο 24% των εγγεγραμμένων, πριν καν ληφθούν υπόψη άκυρα και λευκά. Αυτό δεν αφαιρεί ούτε μία μονάδα από τη συνταγματική εγκυρότητα της νίκης του. Αλλά αποκαλύπτει ότι η έννοια της «λαϊκής εντολής» πρέπει να χρησιμοποιείται προσεκτικά. Κοινοβουλευτική πλειοψηφία, εκλογική πλειοψηφία και κοινωνική πλειοψηφία είναι διαφορετικές κατηγορίες.
Η διάκριση είναι σημαντική επειδή η δημοκρατική ρητορική συχνά μετατρέπει μια απολύτως νόμιμη εξουσιοδότηση διακυβέρνησης σε ισχυρισμό ότι «η κοινωνία επέλεξε» κάθε επιμέρους πολιτική της κυβέρνησης. Οι ψηφοφόροι όμως επιλέγουν πακέτα πολιτικών, συχνά με στρατηγικά κριτήρια, μεταξύ περιορισμένων εναλλακτικών και υπό συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα. Η αποχή μεγαλώνει ακόμη περισσότερο την απόσταση μεταξύ αποτελέσματος και καθολικής κοινωνικής συγκατάθεσης.
Δεν ακολουθεί από αυτό ότι ο μη ψηφίσας διαθέτει κάποιο είδος αρνητικής ψήφου. Η αποχή είναι πολιτικά αμφίσημη. Ένας πολίτης μπορεί να απέχει επειδή απορρίπτει όλα τα κόμματα, επειδή πιστεύει ότι το αποτέλεσμα έχει ήδη κριθεί, επειδή αντιμετώπισε πρακτικό εμπόδιο, επειδή δεν ενδιαφέρεται, επειδή θεωρεί τις εκλογές χαμηλής σημασίας ή επειδή είναι κατά βάση ικανοποιημένος και δεν αισθάνεται ανάγκη παρέμβασης. Η δημοκρατία δεν μπορεί να προσθέσει όλες αυτές τις μη ψήφους σε ένα φανταστικό «κόμμα της αποχής». Θα ήταν εξίσου αυθαίρετο με το να θεωρήσει ότι οι απέχοντες αποδέχονται σιωπηρά το αποτέλεσμα.
Ακριβώς επειδή η αποχή δεν έχει ενιαίο πολιτικό περιεχόμενο, δεν μπορεί να μετατραπεί σε κοινοβουλευτικές έδρες. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως διάγνωση της σχέσης πολίτη–θεσμού. Η συνεχής αύξησή της επί διαφορετικών εκλογικών αναμετρήσεων, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από χαμηλή εμπιστοσύνη, περιορισμένη κομματική ταύτιση και μειωμένο ενδιαφέρον, υποδηλώνει ότι η τυπική δυνατότητα πολιτικής συμμετοχής δεν μετατρέπεται για όλους σε αντιληπτή πολιτική αποτελεσματικότητα.
Εδώ βρίσκεται η διαφορά μεταξύ πολιτικής απάθειας και πολιτικής αποξένωσης. Ο απαθής πολίτης δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το ποιος αποφασίζει. Ο αποξενωμένος πολίτης μπορεί να ενδιαφέρεται πολύ, αλλά να θεωρεί ότι καμία διαθέσιμη επιλογή δεν ανταποκρίνεται στα συμφέροντά του ή ότι η ψήφος του δεν αλλάζει τη δομή των αποφάσεων. Τα δύο φαινόμενα απαιτούν διαφορετικές απαντήσεις. Η πρώτη περίπτωση σχετίζεται περισσότερο με πολιτική παιδεία και κινητοποίηση. Η δεύτερη αφορά την ίδια την ποιότητα της πολιτικής προσφοράς και την εμπιστοσύνη στη δυνατότητα του αντιπροσωπευτικού συστήματος να ανταποκριθεί.
Η μείωση της συμμετοχής δεν είναι επίσης υποχρεωτικά γραμμική ένδειξη δημοκρατικής παρακμής. Υπάρχουν κοινωνίες στις οποίες υψηλές συγκρούσεις ή ακραία πόλωση παράγουν τεράστια συμμετοχή χωρίς αυτό να σημαίνει υψηλότερη θεσμική ποιότητα. Αντίστροφα, κάποια μείωση συμμετοχής μπορεί να συνυπάρχει με σταθερούς θεσμούς, προστασία δικαιωμάτων και υψηλή διοικητική αποτελεσματικότητα. Το ποσοστό προσέλευσης δεν αποτελεί αυτόνομο δείκτη δημοκρατίας. Η ποιότητά του εξαρτάται από το ποιος απέχει, γιατί απέχει και ποιες πολιτικές συνέπειες παράγει η απουσία του.
Η ίδια αρχή εξηγεί γιατί η υποχρεωτική ψήφος δεν αποτελεί μαγική λύση. Μπορεί να αυξήσει αριθμητικά τη συμμετοχή και να μειώσει ορισμένες κοινωνικές ανισότητες προσέλευσης. Δεν δημιουργεί από μόνη της πολιτική εμπιστοσύνη, αξιόπιστη κομματική προσφορά ή αίσθηση αποτελεσματικής επιρροής. Ένας πολίτης που εξαναγκάζεται να παρουσιαστεί στην κάλπη χωρίς να θεωρεί κανέναν υποψήφιο αντιπροσωπευτικό δεν έχει αναγκαστικά επανενταχθεί πολιτικά.
Περισσότερο ουσιαστική είναι η μείωση του κόστους συμμετοχής. Εύκολη και αξιόπιστη ψηφοφορία, προσβασιμότητα για πολίτες με αναπηρία, επαρκής ενημέρωση, δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος για πολίτες που βρίσκονται μακριά από τον τόπο εγγραφής τους και διοικητικές διαδικασίες που δεν δημιουργούν περιττά εμπόδια μπορούν να περιορίσουν την ακούσια αποχή. Αυτές οι παρεμβάσεις διορθώνουν όμως μόνο ένα μέρος του προβλήματος: εκείνο όπου ο πολίτης θέλει να ψηφίσει αλλά το κόστος συμμετοχής τον αποθαρρύνει.
Η δυσκολότερη μεταρρύθμιση αφορά την πολιτική αποτελεσματικότητα της ίδιας της ψήφου. Οι πολίτες είναι πιθανότερο να συμμετέχουν όταν αντιλαμβάνονται πραγματική διαφορά μεταξύ εναλλακτικών, όταν πιστεύουν ότι υπάρχει δυνατότητα κυβερνητικής εναλλαγής και όταν βλέπουν σύνδεση ανάμεσα στην εκλογική επιλογή και στην ασκούμενη πολιτική. Εάν οι προεκλογικές υποσχέσεις θεωρούνται ελάχιστα δεσμευτικές, οι κομματικές διαφορές ανεπαρκείς ή οι σημαντικότερες αποφάσεις αποσυνδεδεμένες από την εκλογική διαδικασία, η ψήφος μπορεί να χάσει αντιληπτή αξία ακόμη και όταν το δικαίωμα παραμένει απολύτως προστατευμένο.
Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία χρειάζεται επίσης περισσότερα σημεία συμμετοχής από μία κάλπη κάθε τέσσερα χρόνια. Η επέκταση συμμετοχικών και διαβουλευτικών θεσμών δεν πρέπει να γίνει επειδή οι εκλογές είναι ξεπερασμένες αλλά επειδή η πολιτική αντιπροσώπευση είναι διαδικασία και όχι στιγμιαίο γεγονός. Οι πολίτες πρέπει να έχουν δυνατότητα να επηρεάζουν τη διαμόρφωση πολιτικών μεταξύ εκλογών, να ακούν αιτιολογημένες κυβερνητικές απαντήσεις και να παρακολουθούν εάν η πολιτική εξουσία ανταποκρίνεται στα προβλήματα που αναδεικνύουν.
Η αποχή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε περιόδους κοινωνικής ανισότητας. Η ψήφος είναι ένα από τα ελάχιστα πολιτικά αγαθά που κατανέμονται τυπικά απολύτως ισότιμα: ένας δισεκατομμυριούχος και ένας άνεργος διαθέτουν από μία. Η πραγματική πολιτική επιρροή, όμως, δεν περιορίζεται στην ψήφο. Οικονομικά ισχυρότεροι πολίτες και οργανωμένα συμφέροντα μπορούν να διαθέτουν περισσότερη πρόσβαση σε επαγγελματικούς φορείς, ΜΜΕ, lobbying, πολιτικές δωρεές, ειδικούς και άμεση επικοινωνία με κέντρα αποφάσεων. Όταν εκείνοι που διαθέτουν λιγότερους εναλλακτικούς πόρους επιρροής απέχουν περισσότερο και από τις εκλογές, εγκαταλείπουν ακριβώς το δημοκρατικό μέσο στο οποίο η τυπική τους ισχύς είναι περισσότερο ίση.
Γι’ αυτό η χρόνια πτώση συμμετοχής δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως πρόβλημα «πολιτικής κουλτούρας». Είναι πιθανό να μετασχηματίσει τη διανεμητική λειτουργία της δημοκρατίας. Αν ο πραγματικός demos που αποφασίζει αποτελεί ολοένα πιο κοινωνικά επιλεκτικό υποσύνολο του νομικού demos, η δημόσια πολιτική μπορεί σταδιακά να προσαρμόζεται στις ομάδες που συμμετέχουν περισσότερο. Η εκλογική ισότητα παραμένει στο Σύνταγμα ενώ η πολιτική ισότητα υποχωρεί στην πράξη.
Η δημοκρατική νομιμοποίηση έχει, συνεπώς, δύο χωριστές απαιτήσεις. Η πρώτη είναι η εγκυρότητα της διαδικασίας: ελεύθερες, δίκαιες και ανταγωνιστικές εκλογές, καθολικό δικαίωμα ψήφου, δυνατότητα εναλλαγής εξουσίας. Η δεύτερη είναι η κοινωνική ενεργοποίηση της διαδικασίας: αρκετά ευρύ και κοινωνικά αντιπροσωπευτικό τμήμα του πληθυσμού πρέπει να χρησιμοποιεί πράγματι το δικαίωμα ώστε η συλλογική απόφαση να μην παράγεται συστηματικά από ένα περιορισμένο κοινωνικό στρώμα.
Μια δημοκρατία με χαμηλή συμμετοχή είναι φυσικά απολύτως νόμιμη και κυβερνητικά λειτουργική. Δυσκολεύεται όμως να παραμένει πλήρως αντιπροσωπευτική όταν η αποχή γίνεται μόνιμη, αυξάνεται επί μακρόν και κατανέμεται άνισα μεταξύ κοινωνικών ομάδων. Το πρόβλημα δεν είναι ότι «οι λίγοι κυβερνούν τους πολλούς» με την απλουστευτική έννοια, διότι οι κανόνες είναι ανοικτοί σε όλους και οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι έχουν εντολή έναντι του συνολικού πολιτικού σώματος. Το πρόβλημα είναι λεπτότερο: οι προτιμήσεις που φθάνουν συστηματικά στο εκλογικό σύστημα παύουν να αποτελούν εξίσου αντιπροσωπευτικό δείγμα των προτιμήσεων που υπάρχουν στην κοινωνία.
Πρόσφατα σχόλια