Η μαζική δημοκρατία του εικοστού αιώνα οργανώθηκε γύρω από μια σχετικά σταθερή αντιστοίχιση κοινωνικών ομάδων, πολιτικών ταυτοτήτων και κομματικών οργανώσεων.  Το κόμμα λειτουργούσε ως μηχανισμός πολιτικής μετάφρασης: συγκέντρωνε κοινωνικά αιτήματα, τα συνέδεε σε ιδεολογικό πρόγραμμα, επέλεγε πολιτικό προσωπικό και μετέφερε συγκροτημένες κοινωνικές διεκδικήσεις στο κοινοβούλιο και στην κυβέρνηση.

Η σταδιακή αποδυνάμωση αυτών των δεσμών έχει δημιουργήσει έναν τύπο πολίτη που δεν είναι αναγκαστικά απολιτικός, αδιάφορος ή ιδεολογικά κενός. Μπορεί να ενδιαφέρεται έντονα για την πολιτική, να διαθέτει σαφείς απόψεις για την οικονομία, το κοινωνικό κράτος, τη μετανάστευση, τα δικαιώματα, την εξωτερική πολιτική ή τους θεσμούς και παρ’ όλα αυτά να μη θεωρεί κανένα κόμμα επαρκή φορέα της πολιτικής του ταυτότητας. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει περιγράψει εδώ και δεκαετίες την αποδυνάμωση των σταθερών κομματικών δεσμών ως partisan dealignment, ενώ νεότερη έρευνα συνδέει την υποχώρηση της κομματικής ταύτισης και με την αυξανόμενη προσωποποίηση της εκλογικής συμπεριφοράς.

Η κατηγορία αυτή δεν συγκροτεί ένα νέο ενιαίο «κόμμα των ακομμάτιστων». Περιλαμβάνει εντελώς διαφορετικές πολιτικές συμπεριφορές. Υπάρχει ο ενημερωμένος ανεξάρτητος ψηφοφόρος που μετακινείται αξιολογώντας προγράμματα και κυβερνητικές επιδόσεις· ο πολίτης με διασταυρούμενες ιδεολογικές προτιμήσεις, ο οποίος μπορεί να είναι οικονομικά φιλελεύθερος αλλά κοινωνικά προοδευτικός ή το αντίστροφο· ο απογοητευμένος πρώην κομματικός ψηφοφόρος· ο ψηφοφόρος ενός μόνο κρίσιμου ζητήματος· ο πολίτης που ψηφίζει στρατηγικά για να εμποδίσει κάποιο κόμμα· εκείνος που επιλέγει διαφορετικό κόμμα σε εθνικές, ευρωπαϊκές και αυτοδιοικητικές εκλογές· και, τέλος, ο πολίτης που έχει απομακρυνθεί όχι από την πολιτική ως τέτοια αλλά από την πεποίθηση ότι η κομματική επιλογή μπορεί να μεταβάλει ουσιαστικά τη θέση του. Η πολιτική αποταύτιση επομένως δεν πρέπει να συγχέεται με την πολιτική αδιαφορία.

Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Ο OECD καταγράφει μακροχρόνια πτώση της εκλογικής συμμετοχής στις ανεπτυγμένες δημοκρατίες —από περίπου 75% κατά μέσο όρο στις αρχές της δεκαετίας του 1990 σε περίπου 65% στις αρχές της δεκαετίας του 2020— και τοποθετεί την Ελλάδα μεταξύ των χωρών όπου καταγράφεται υψηλή δηλωμένη αδιαφορία για την πολιτική. Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν ότι όλοι όσοι απομακρύνονται από τα κόμματα απομακρύνονται και από την πολιτική· δείχνουν όμως ότι η σχέση κοινωνίας και συμβατικών μηχανισμών συμμετοχής βρίσκεται υπό πραγματική πίεση.

Από συνταγματική άποψη, ο πολίτης χωρίς κομματική ταύτιση δεν μένει ακάλυπτος. Το ελληνικό Σύνταγμα ορίζει ότι οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος και όχι αποκλειστικά τους ψηφοφόρους που τους εξέλεξαν, το κόμμα τους ή την εκλογική τους περιφέρεια. Η ίδια η Βουλή επισημαίνει ότι οι βουλευτές ψηφίζουν κατά συνείδηση και δεν δεσμεύονται από υποδείξεις των εκλογέων τους. Νομικά, επομένως, ο ψηφοφόρος που επέλεξε διαφορετικό κόμμα, ψήφισε λευκό ή ακόμη και απείχε δεν εξέρχεται από το αντιπροσωπευτικό σώμα της πολιτείας. Οι τριακόσιοι βουλευτές δεν εκπροσωπούν μόνο όσους επέλεξαν τα κόμματα που εισήλθαν στη Βουλή.

Η συνταγματική αυτή απάντηση είναι αναγκαία, αλλά δεν εξαντλεί το πρόβλημα. Η νομική αντιπροσώπευση διαφέρει από την πολιτική αντιπροσωπευτικότητα. Ένας θεσμός μπορεί να έχει πλήρη συνταγματική αρμοδιότητα να εκπροσωπεί όλους και ταυτόχρονα σημαντικά τμήματα της κοινωνίας να μη βρίσκουν στις διαθέσιμες πολιτικές επιλογές κάποιον φορέα που να εκφράζει τον συνδυασμό των συμφερόντων, προτεραιοτήτων και αξιών τους. Η κρίση τότε δεν βρίσκεται στο εάν υπάρχει νόμιμος αντιπρόσωπος αλλά στο εάν λειτουργεί ικανοποιητικά η αλυσίδα που μετατρέπει τις κοινωνικές προτιμήσεις σε πολιτική προσφορά.

Τα κόμματα επιτελούν εδώ μια δύσκολη λειτουργία που συχνά υποτιμάται. Δεν μπορούν να εκπροσωπούν κάθε πολίτη σε κάθε ζήτημα. Είναι μηχανισμοί συσσωμάτωσης προτιμήσεων. Για να υπάρξει κυβερνητικό πρόγραμμα, εκατομμύρια διαφορετικές επιθυμίες πρέπει να συμπιεστούν σε ένα σχετικά συνεκτικό σύνολο θέσεων. Ο ψηφοφόρος αγοράζει αναγκαστικά «δέσμη» πολιτικών: μπορεί να συμφωνεί με το κόμμα για τη φορολογία αλλά να διαφωνεί για την εξωτερική πολιτική, να συμμερίζεται την κοινωνική του ατζέντα αλλά να απορρίπτει το διοικητικό του πρόγραμμα. Η απόσταση αυτή δεν είναι από μόνη της δημοκρατική παθολογία. Είναι εγγενής συνέπεια της αντιπροσωπευτικής πολιτικής σε πολύπλοκες κοινωνίες.

Το πρόβλημα οξύνεται όταν οι διαθέσιμες κομματικές δέσμες παύουν να αντιστοιχούν στις νέες συνθέσεις πολιτικών προτιμήσεων. Η κλασική διάκριση Αριστεράς–Δεξιάς εξακολουθεί να οργανώνει μεγάλο μέρος του ανταγωνισμού, αλλά πάνω της έχουν προστεθεί νέοι άξονες: ανοικτότητα ή περιορισμός στη μετανάστευση, εθνική ή υπερεθνική κυριαρχία, πολιτισμικός φιλελευθερισμός ή συντηρητισμός, οικολογική μετάβαση ή προστασία του κόστους ζωής, τεχνοκρατική αποτελεσματικότητα ή συμμετοχική δημοκρατία, παγκοσμιοποίηση ή οικονομική προστασία. Ένας πολίτης μπορεί να βρίσκεται σε διαφορετική θέση σε καθέναν από αυτούς τους άξονες. Η έρευνα για τις σύγχρονες ευρωπαϊκές εκλογικές συμπεριφορές υπογραμμίζει ακριβώς ότι σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων δεν διαθέτει απολύτως συνεπείς θέσεις πάνω σε έναν μόνο ιδεολογικό άξονα.

Η κομματική αποταύτιση μπορεί επομένως να σημαίνει ότι ο πολίτης έχει γίνει πολιτικά πολυδιάστατος ενώ το κομματικό σύστημα εξακολουθεί να απαιτεί μονοδιάστατη ταξινόμηση. Η αδυναμία του να δηλώσει «είμαι αυτό το κόμμα» δεν συνεπάγεται απαραιτήτως ιδεολογική σύγχυση. Μπορεί να αντανακλά την αδυναμία των υφιστάμενων κομματικών κατηγοριών να χωρέσουν τον πραγματικό συνδυασμό των προτιμήσεών του.

Ο αδέσμευτος ψηφοφόρος αποκτά όμως ένα ενδιαφέρον εκλογικό πλεονέκτημα. Εφόσον δεν θεωρείται εξασφαλισμένος από κανένα κόμμα, μπορεί να είναι περισσότερο περιζήτητος. Τα κόμματα έχουν ισχυρό κίνητρο να προσαρμόσουν το πρόγραμμα, το ύφος και την ηγεσία τους ώστε να προσελκύσουν μετακινούμενους ψηφοφόρους. Υπό αυτή την οπτική, η αποδυνάμωση της κομματικής πίστης μπορεί να ενισχύσει τη λογοδοσία: ο πολίτης δεν συγχωρεί την κακή διακυβέρνηση επειδή «πάντα ψήφιζε το ίδιο κόμμα». Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι ένα μεγαλύτερο τμήμα του εκλογικού σώματος είναι διαθέσιμο να την εγκαταλείψει.

Ακριβώς εδώ εμφανίζεται όμως ένα παράδοξο. Ο πολίτης χωρίς σταθερή κομματική ταυτότητα μπορεί να έχει αυξημένη εκλογική ισχύ αλλά μειωμένη οργανωτική ισχύ. Ένα οργανωμένο κομματικό μέλος συμμετέχει σε εσωτερικές διαδικασίες, επηρεάζει την επιλογή στελεχών, γνωρίζει τοπικούς μηχανισμούς, συμμετέχει στη διαμόρφωση θέσεων και διατηρεί συνεχή επαφή με το πολιτικό σύστημα. Ο ανεξάρτητος πολίτης εμφανίζεται συχνά μόνο την ημέρα των εκλογών. Τα κόμματα μπορεί να επιδιώκουν την ψήφο του χωρίς να διαθέτουν θεσμικό μηχανισμό μέσω του οποίου εκείνος να επηρεάζει σταθερά το περιεχόμενό τους.

Έτσι δημιουργείται μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στην εκπροσώπηση ως επιλογή αντιπροσώπου και στην εκπροσώπηση ως συνεχή μετάδοση κοινωνικών αιτημάτων. Η πρώτη μπορεί να λειτουργεί ακόμη και με εξαιρετικά χαμηλή κομματική ταύτιση. Η δεύτερη γίνεται δυσκολότερη όταν ατροφούν οι ενδιάμεσες οργανώσεις που συνδέουν κοινωνία και κράτος.

Ορισμένο μέρος αυτής της λειτουργίας μετακινείται εκτός των κομμάτων. Κοινωνικά κινήματα, επαγγελματικοί φορείς, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, συλλογικότητες, συνδικάτα, τοπικές πρωτοβουλίες και ψηφιακά δίκτυα μπορούν να μετατρέψουν συγκεκριμένες απαιτήσεις σε δημόσια πίεση. Η μεταβολή έχει ένα πλεονέκτημα: ένας πολίτης δεν χρειάζεται να αποδεχθεί ολόκληρη κομματική ταυτότητα για να κινητοποιηθεί για τη στέγη, το περιβάλλον, τα δικαιώματα, τη φορολογία ή την ασφάλεια. Έχει όμως και σοβαρό μειονέκτημα. Οι μονοθεματικοί φορείς μπορούν να πιέζουν για ένα αίτημα· δεν είναι υποχρεωμένοι να λύσουν το πρόβλημα της συνολικής κατανομής σπάνιων πόρων που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση.

Η δημοκρατία χρειάζεται επομένως τα κόμματα ακριβώς επειδή η πολιτική απαιτεί επιλογή μεταξύ ανταγωνιστικών αγαθών. Περισσότερη δαπάνη για υγεία σημαίνει λιγότερους πόρους αλλού ή υψηλότερη φορολογία. Περισσότερη στρατιωτική ασφάλεια έχει δημοσιονομικό κόστος. Η μείωση τιμών μέσω ρυθμίσεων μπορεί να επηρεάσει επενδύσεις. Η πολιτική δεν είναι μόνο έκφραση αιτημάτων αλλά σύνθεση ασύμβατων προτεραιοτήτων σε κυβερνητικό πρόγραμμα. Τα κόμματα παραμένουν οι σημαντικότεροι δημοκρατικοί μηχανισμοί που αναλαμβάνουν αυτό το βάρος.

Η αντιπροσώπευση των πολιτικά αδέσμευτων πολιτών δεν μπορεί λοιπόν να λυθεί δημιουργώντας απλώς περισσότερα κόμματα. Περισσότερες επιλογές μπορούν να μειώσουν ορισμένα κενά, αλλά ταυτόχρονα να κατακερματίσουν το σύστημα χωρίς να παράγουν καλύτερη σύνθεση συμφερόντων. Το βαθύτερο ζητούμενο είναι η διαπερατότητα των κομμάτων: πόσο εύκολα μπορούν να ακούσουν, να επεξεργαστούν και να ενσωματώσουν αιτήματα ανθρώπων που δεν είναι μέλη τους και δεν αυτοπροσδιορίζονται ως οπαδοί τους.

Αυτό απαιτεί διαφορετικό τύπο κομματικής οργάνωσης. Ανοιχτές εσωτερικές διαδικασίες, ισχυρότερη πραγματική συμμετοχή στη διαμόρφωση προγραμμάτων, οργανωμένη διαβούλευση με κοινωνικούς φορείς, ενίσχυση της αυτονομίας των βουλευτών, εσωκομματικός πλουραλισμός και θεσμοί διαβούλευσης μπορούν να δημιουργήσουν περισσότερα σημεία εισόδου της κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα. Τα ψηφιακά εργαλεία μπορούν να βοηθήσουν, εφόσον δεν υποκαθιστούν την πολιτική συμμετοχή με ηλεκτρονικά δημοψηφίσματα χαμηλής δέσμευσης.

Εξίσου σημαντική είναι η ανάπτυξη συμπληρωματικών θεσμών συμμετοχής. Συνελεύσεις πολιτών με αντιπροσωπευτική κλήρωση, δημόσιες διαβουλεύσεις με πραγματική υποχρέωση αιτιολογημένης κυβερνητικής απάντησης, συμμετοχικός προϋπολογισμός σε τοπικό επίπεδο και ισχυρότερες διαδικασίες κοινοβουλευτικής ακρόασης μπορούν να προσφέρουν πολιτική φωνή χωρίς να προϋποθέτουν κομματική ένταξη. Δεν πρέπει να αντικαταστήσουν τις εκλογές και τα κόμματα· μπορούν όμως να συμπληρώσουν την ελλιπή οργανωτική αντιπροσώπευση του πολίτη που αρνείται τη μόνιμη κομματική ταυτότητα.

Υπάρχει τέλος μια βαθύτερη κανονιστική συνέπεια. Η δημοκρατία δεν χρειάζεται οι πολίτες να «ανήκουν» σε κόμματα. Η αφοσίωση σε ένα κόμμα δεν αποτελεί δημοκρατική αρετή από μόνη της. Μπορεί αντιθέτως να ενισχύσει μεροληπτικές αντιλήψεις, να περιορίσει την αξιολόγηση της πραγματικής κυβερνητικής επίδοσης και να μετατρέψει την πολιτική σε σταθερή ομαδική ταυτότητα. Η ίδια η βιβλιογραφία για την κομματική ταύτιση επισημαίνει ότι ο ισχυρός κομματισμός λειτουργεί ως εξαιρετικά ισχυρό γνωστικό φίλτρο. Το ζητούμενο δεν είναι επομένως να επιστρέψουμε αναγκαστικά στην κοινωνία των μαζικών κομματικών ταυτίσεων του εικοστού αιώνα.

Η πραγματική πρόκληση είναι απαιτητικότερη. Ένα δημοκρατικό σύστημα πρέπει να μπορεί να εκπροσωπεί έναν πολίτη χωρίς να απαιτεί από αυτόν μόνιμη πολιτική πίστη. Να του επιτρέπει να αλλάζει θέση, να συνδυάζει προτιμήσεις, να διαφωνεί με όλους σε ορισμένα ζητήματα, να συμφωνεί προσωρινά με διαφορετικές παρατάξεις και παρ’ όλα αυτά να διαθέτει ουσιαστικούς διαύλους επιρροής.

Ο πολίτης που δεν αισθάνεται ότι ανήκει σε κανένα κόμμα Χρειάζεται ένα αντιπροσωπευτικό σύστημα αρκετά ανοικτό ώστε η πολιτική του αυτονομία να μη μετατρέπεται σε πολιτική αορατότητα. Η ποιότητα της σύγχρονης δημοκρατίας θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το εάν τα κόμματα μπορούν να πάψουν να αντιλαμβάνονται την εκπροσώπηση ως κατοχή σταθερών εκλογικών ακροατηρίων και να την ξαναδούν ως συνεχή, αβέβαιη και αναστρέψιμη σχέση λογοδοσίας με μια κοινωνία που αρνείται ολοένα περισσότερο να χωρέσει σε μόνιμες κομματικές ταυτότητες.