Η ανακήρυξη ενός «εθνικού θαλάσσιου πάρκου» πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας δεν μπορεί, από μόνη της, να δημιουργήσει διεθνώς αντιτάξιμη κανονιστική εξουσία. Ένα κράτος μπορεί ασφαλώς να θεσπίζει στο εσωτερικό του δίκαιο περιβαλλοντικές πολιτικές, να δεσμεύει τις δικές του διοικητικές αρχές, να ρυθμίζει υπό προϋποθέσεις τους υπηκόους του ή τα πλοία που φέρουν τη σημαία του και να διατυπώνει προτάσεις για διεθνή προστασία μιας θαλάσσιας περιοχής. Δεν μπορεί όμως να μετατρέψει μια περιοχή πέραν της εθνικής του αρμοδιότητας σε χώρο στον οποίο αποκτά μονομερώς γενική εξουσία έναντι τρίτων κρατών. Η διαφορά ανάμεσα στην εσωτερική ανακήρυξη και στη διεθνώς ισχυρή δικαιοδοσία είναι θεμελιώδης: η πρώτη αποτελεί πράξη του εθνικού δικαίου, η δεύτερη προϋποθέτει τίτλο που απορρέει από το διεθνές δίκαιο.
Η ελληνική αντίδραση στις τουρκικές Προεδρικές Αποφάσεις της 15ης Αυγούστου 2026 στηρίζεται ακριβώς σε αυτή την αρχή. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, τα δύο τουρκικά «εθνικά θαλάσσια πάρκα» στο βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο επεκτείνονται πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων. Η Αθήνα θεωρεί ότι, κατά το μέρος που καλύπτουν περιοχές ανοικτής θάλασσας, η μονομερής εγκαθίδρυση εθνικού θαλάσσιου προστατευτικού καθεστώτος είναι παράνομη και ότι, κατά το μέρος που εκτείνονται στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, δεν μπορούν να επηρεάσουν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Η ίδια ανακοίνωση υπογραμμίζει ότι οι πράξεις αυτές δεν δημιουργούν κανένα έννομο αποτέλεσμα ούτε μπορούν να παράγουν τετελεσμένα έναντι της Ελλάδας.
Η θέση αυτή δεν στηρίζεται σε μια γενική αρχή ότι η θάλασσα πέραν των χωρικών υδάτων είναι «ελεύθερη από κάθε ρύθμιση». Το διεθνές δίκαιο επιτρέπει και απαιτεί εκτεταμένη περιβαλλοντική ρύθμιση. Η προστασία της θάλασσας όμως ακολουθεί τη δομή των θαλάσσιων ζωνών. Στα χωρικά ύδατα υπάρχει κυριαρχία. Στην αποκλειστική οικονομική ζώνη υπάρχουν συγκεκριμένα κυριαρχικά δικαιώματα και συγκεκριμένες δικαιοδοτικές αρμοδιότητες. Στην υφαλοκρηπίδα υπάρχουν αποκλειστικά δικαιώματα επί του βυθού και του υπεδάφους. Στην ανοικτή θάλασσα κανένα κράτος δεν μπορεί να υποβάλει έγκυρα τμήμα της σε κυριαρχία, ενώ η γενική αρχή είναι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας και άλλων αναγνωρισμένων χρήσεων, με την επιφύλαξη των διεθνών υποχρεώσεων προστασίας και συνεργασίας.
Η λέξη «εθνικό» είναι συνεπώς νομικά αδιάφορη εάν η περιοχή στην οποία επιχειρείται να εφαρμοστεί το καθεστώς δεν βρίσκεται υπό την αντίστοιχη εθνική δικαιοδοσία. Η εσωτερική νομοθεσία δεν έχει τη δύναμη να δημιουργεί εξωτερικά χωρικά αποτελέσματα που το διεθνές δίκαιο δεν αναγνωρίζει. Ένα κράτος θα μπορούσε, για παράδειγμα, να απαγορεύσει στα πλοία της δικής του σημαίας να αλιεύουν σε μια συγκεκριμένη περιοχή ανοικτής θάλασσας. Αυτό αποτελεί άσκηση δικαιοδοσίας επί των δικών του πλοίων και όχι κατοχύρωση δικαιοδοσίας επί της ίδιας της περιοχής. Η διαφορά είναι πολύ ουσιαστική. Στην ανοικτή θάλασσα τα πλοία υπάγονται κατά κανόνα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του κράτους της σημαίας τους, εκτός από ειδικές εξαιρέσεις που προβλέπονται από το διεθνές δίκαιο. Ένα κράτος μπορεί επομένως να αυτοδεσμεύεται· δεν μπορεί να μετατρέπει αυτή την αυτοδέσμευση σε γενικό χωρικό καθεστώς που δεσμεύει όλους τους άλλους.
Η σύγχρονη εξέλιξη του διεθνούς περιβαλλοντικού δικαίου ενισχύει και δεν αποδυναμώνει αυτή τη διάκριση. Η Συμφωνία για τη διατήρηση και βιώσιμη χρήση της θαλάσσιας βιοποικιλότητας σε περιοχές πέραν εθνικής δικαιοδοσίας, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 17 Ιανουαρίου 2026, δημιούργησε ειδικό πολυμερές πλαίσιο για εργαλεία χωρικής διαχείρισης και θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές. Η ίδια η κατασκευή του καθεστώτος είναι αποκαλυπτική: η διεθνής κοινότητα δεν αντιμετώπισε το κενό προστασίας της ανοικτής θάλασσας απονέμοντας στα παράκτια κράτη ελεύθερη εξουσία να δημιουργούν μονομερώς «εθνικά πάρκα». Δημιούργησε διαδικασίες πρότασης, επιστημονικής αξιολόγησης, διαβούλευσης, συντονισμού και συλλογικής λήψης αποφάσεων.
Η νέα αυτή αρχιτεκτονική έχει ιδιαίτερη σημασία για την τουρκική περίπτωση επειδή η Τουρκία έχει καταστεί μέρος της Συμφωνίας, διατηρώντας ταυτόχρονα ρητώς τη θέση της ότι δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην UNCLOS. Κατά την κύρωση, η Άγκυρα δήλωσε ότι οι αναφορές της Συμφωνίας σε δικαιώματα και δικαιοδοσίες παράκτιων κρατών πρέπει, για την ίδια, να νοούνται ως τα αντίστοιχα δικαιώματα που απορρέουν από το εθιμικό διεθνές δίκαιο. Το ίδιο επίσημο μητρώο του ΟΗΕ καταγράφει ότι οι μονομερείς δηλώσεις των κρατών δεν μπορούν να αποκλείσουν ή να τροποποιήσουν τα έννομα αποτελέσματα της ίδιας της Συμφωνίας.
Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό για δύο λόγους. Πρώτον, η μη συμμετοχή της Τουρκίας στην UNCLOS δεν δημιουργεί νομικό κενό στο οποίο η Άγκυρα μπορεί να κατασκευάζει κατά βούληση νέα είδη θαλάσσιας δικαιοδοσίας. Η ίδια αναγνωρίζει ρητά, στο πλαίσιο της BBNJ, την ύπαρξη αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων υπό το εθιμικό διεθνές δίκαιο. Δεύτερον, η περιβαλλοντική προστασία πέραν εθνικής δικαιοδοσίας έχει πλέον ακόμη σαφέστερα πολυμερή χαρακτήρα. Το κράτος που επιθυμεί πραγματική προστασία μιας τέτοιας περιοχής διαθέτει διεθνή οδό για να την προτείνει· δεν χρειάζεται να παρουσιάσει την περιοχή ως μέρος μιας εθνικής διοικητικής περιμέτρου.
Η έννοια της «θαλάσσιας προστατευόμενης περιοχής» δεν είναι από μόνη της τίτλος δικαιοδοσίας. Είναι εργαλείο διαχείρισης που προϋποθέτει ότι εκείνος που το θεσπίζει διαθέτει την αναγκαία αρμοδιότητα ή ενεργεί μέσω του αρμόδιου διεθνούς μηχανισμού. Η λογική αυτή φαίνεται και από την προσέγγιση του Διεθνούς Δικαστηρίου και των διεθνών θαλάσσιων δικαιοδοτικών οργάνων γενικότερα: οι περιβαλλοντικές υποχρεώσεις λειτουργούν μέσα στην κατανομή δικαιωμάτων που προβλέπει το Δίκαιο της Θάλασσας· δεν αποτελούν αυτοτελές μέσο επανακαθορισμού της κατανομής αυτής. Το Διεθνές Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αντιμετωπίσει την υφαλοκρηπίδα ως αυτοτελές νομικό καθεστώς, με δικαιώματα που υφίστανται εκ του δικαίου και δεν γεννώνται από διοικητική πράξη.
Υπάρχει ασφαλώς ένα πρόσθετο επίπεδο δυσκολίας στις μη οριοθετημένες θαλάσσιες περιοχές. Εκεί δύο κράτη μπορεί να διαθέτουν επικαλυπτόμενες δυνητικές αξιώσεις επί υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ μέχρι να υπάρξει συμφωνία οριοθέτησης. Αυτό όμως δεν μετατρέπει τη μονομερή εσωτερική πράξη του ενός σε οριοθέτηση. Το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει ότι, εν αναμονή της τελικής συμφωνίας για την υφαλοκρηπίδα, τα κράτη πρέπει να επιδιώκουν πρακτικές προσωρινές διευθετήσεις και να μην θέτουν σε κίνδυνο ή παρεμποδίζουν την επίτευξη οριστικής συμφωνίας. Η αρχή ενισχύει τη θέση ότι μια μονομερής διοικητική πράξη δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως οριστική κατανομή δικαιοδοσίας.
Η ελληνική επιχειρηματολογία είναι ιδιαίτερα ισχυρή επειδή δεν χρειάζεται να υποστηρίξει ότι κάθε περιβαλλοντική ενέργεια πέραν χωρικών υδάτων είναι παράνομη. Μπορεί να υιοθετήσει πολύ ακριβέστερη θέση: η περιβαλλοντική προστασία είναι υποχρέωση και κοινό συμφέρον, αλλά το μέσο προστασίας πρέπει να αντιστοιχεί στη νόμιμη εξουσία του φορέα που το εφαρμόζει. Σε περιοχή εθνικής κυριαρχίας, το κράτος μπορεί να θεσπίζει εθνικό πάρκο υπό τους περιορισμούς του διεθνούς δικαίου. Σε περιοχή ειδικής δικαιοδοσίας, μπορεί να ασκεί μόνο τις εξουσίες που του αναγνωρίζονται. Σε περιοχή πέραν εθνικής δικαιοδοσίας, η γενικά δεσμευτική προστασία πρέπει να οικοδομείται μέσω διεθνών ή περιφερειακών μηχανισμών.
Τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα προσφέρουν χρήσιμο αντιπαράδειγμα. Η ελληνική κυβέρνηση τα έχει τοποθετήσει ρητά εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων και έχει συνδέσει τη δημιουργία τους με την προστασία του 30% των χωρικών υδάτων της χώρας. Η νομική βάση της ελληνικής ρύθμισης είναι συνεπώς η προϋπάρχουσα κυριαρχία επί της αιγιαλίτιδας ζώνης, όχι η προσπάθεια δημιουργίας κυριαρχίας μέσω της περιβαλλοντικής πράξης.
Η διαφορά αυτή δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Καθορίζει ολόκληρη τη νομική αξιολόγηση. Στα χωρικά ύδατα το παράκτιο κράτος διαθέτει κυριαρχία επί της θαλάσσιας ζώνης, του βυθού, του υπεδάφους και του υπερκείμενου εναέριου χώρου, με τους περιορισμούς που επιβάλλει το διεθνές δίκαιο, ιδίως ως προς την αβλαβή διέλευση. Η Ελλάδα επομένως μπορεί να επικαλείται μια ολοκληρωμένη εδαφικής φύσεως νομική βάση για τα δικά της πάρκα. Η Τουρκία, όταν επιχειρεί να επεκτείνει αντίστοιχη «εθνική» ονομασία πέραν των χωρικών της υδάτων, πρέπει να αποδείξει για κάθε περιορισμό χωριστά ποια διεθνής αρμοδιότητα τον θεμελιώνει.
Η μονομερής ανακήρυξη δεν είναι έτσι ανύπαρκτη ως πολιτικό γεγονός. Μπορεί να έχει εσωτερικές διοικητικές συνέπειες, να παράγει χάρτες, να δημιουργεί υπηρεσιακές αρμοδιότητες και να επηρεάζει τη συμπεριφορά του ίδιου του κράτους. Το διεθνές της όριο είναι όμως σαφές: δεν μπορεί να μετατρέψει μια περιοχή πέραν εθνικής δικαιοδοσίας σε «εθνικό» κανονιστικό χώρο που δεσμεύει τρίτους. Η εθνική ονομασία δεν δημιουργεί τη διεθνή αρμοδιότητα που προϋποθέτει.
Η ελληνική θέση συμπυκνώνεται επομένως σε μια αρχή ιδιαίτερα ισχυρή και δύσκολα αμφισβητήσιμη: η προστασία του περιβάλλοντος δεν απαιτεί παραίτηση από τη νομιμότητα της θαλάσσιας τάξης. Αντιθέτως, η νομιμότητα αποτελεί προϋπόθεση αποτελεσματικής προστασίας. Ένα κράτος δεν προστατεύει περισσότερο τη θάλασσα επειδή οικειοποιείται μονομερώς εξουσίες που δεν του ανήκουν. Η περιβαλλοντική προστασία πέραν εθνικής δικαιοδοσίας είναι ισχυρότερη όταν είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη, πολυμερής και διεθνώς αντιτάξιμη, όχι όταν αποτελεί προέκταση μιας εθνικής χαρτογραφικής διεκδίκησης.
Πρόσφατα σχόλια