Η υφαλοκρηπίδα αποτελεί ίσως το καθαρότερο παράδειγμα της κάθετης διαστρωμάτωσης του Δικαίου της Θάλασσας. Στην ίδια γεωγραφική θέση μπορεί να ισχύει ένα νομικό καθεστώς για τον βυθό και το υπέδαφος και διαφορετικό καθεστώς για τη θαλάσσια στήλη που βρίσκεται από πάνω. Η διάκριση αυτή δεν είναι θεωρητική λεπτομέρεια. Καθορίζει ποιος μπορεί να εξορύξει, ποιος μπορεί να αλιεύσει, ποιος μπορεί να πλεύσει, ποιος μπορεί να πραγματοποιήσει έρευνα και ποιος μπορεί να επιβάλει περιβαλλοντικούς περιορισμούς. Η υπόθεση των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων καθιστά αυτή την αρχιτεκτονική απολύτως κεντρική.

Τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους επί της υφαλοκρηπίδας είναι ιδιόμορφα επειδή δεν δημιουργούνται από την ανακήρυξη κάποιας ζώνης. Υφίστανται αυτοδικαίως από τη φύση της παράκτιας κρατικής κυριαρχίας και της προέκτασης του χερσαίου εδάφους κάτω από τη θάλασσα. Το Διεθνές Δικαστήριο έχει διατυπώσει επανειλημμένα ότι τα δικαιώματα αυτά υπάρχουν αυτοδικαίως και εξ υπαρχής, χωρίς να χρειάζεται προηγούμενη κατοχή ή ειδική διακήρυξη. Η ίδια αρχή αποτυπώνεται στο άρθρο 77 της UNCLOS, σύμφωνα με το οποίο τα δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας είναι αποκλειστικά και δεν εξαρτώνται από πραγματική ή συμβολική κατοχή ή από ρητή ανακήρυξη.

Η αποκλειστικότητα αυτή αφορά όμως ένα συγκεκριμένο αντικείμενο: την εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους. Δεν πρόκειται για θαλάσσια κυριαρχία εδαφικού τύπου. Η υφαλοκρηπίδα δεν είναι «θαλάσσιο έδαφος» στο οποίο το παράκτιο κράτος αποκτά γενική νομοθετική και αστυνομική εξουσία πάνω σε κάθε δραστηριότητα. Η νομική της λειτουργία είναι συγκεκριμένη και περιορισμένη.

Το άρθρο 78 διατυπώνει ακριβώς το όριο: τα δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας δεν επηρεάζουν το νομικό καθεστώς των υπερκείμενων υδάτων ούτε του εναέριου χώρου πάνω από αυτά. Αυτή η πρόβλεψη εμποδίζει την επέκταση της δικαιοδοσίας του βυθού προς τα πάνω. Ένα κράτος που διαθέτει δικαιώματα υφαλοκρηπίδας μπορεί να απαγορεύσει σε τρίτους να πραγματοποιούν χωρίς τη συναίνεσή του γεωτρήσεις ή εκμετάλλευση των ορυκτών πόρων του βυθού. Δεν μπορεί μόνο εξ αυτού του λόγου να απαγορεύσει σε ξένο εμπορικό πλοίο να διαπλεύσει τα υπερκείμενα διεθνή ύδατα.

Η ίδια λογική λειτουργεί και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα υπερκείμενα ύδατα δεν επιτρέπει σε ένα τρίτο κράτος να εκμεταλλευτεί τον βυθό που ανήκει στην υφαλοκρηπίδα άλλου κράτους. Η θάλασσα επομένως οργανώνεται όχι μόνο οριζόντια, σε ζώνες γύρω από τις ακτές, αλλά και κάθετα, σε διαφορετικά επίπεδα δικαιοδοσίας μέσα στην ίδια γεωγραφική στήλη.

Στο Αιγαίο η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή πέραν των χωρικών υδάτων μπορεί να υφίσταται διεθνής θαλάσσια στήλη ενώ ο υποκείμενος βυθός αποτελεί υφαλοκρηπίδα παράκτιου κράτους. Στις μη οριοθετημένες περιοχές, Ελλάδα και Τουρκία διαφωνούν για την ακριβή γραμμή που χωρίζει τις αντίστοιχες υφαλοκρηπίδες τους. Η ύπαρξη της διαφοράς οριοθέτησης δεν καταργεί την ίδια την έννοια της υφαλοκρηπίδας ούτε επιτρέπει στο ένα κράτος να θεωρεί ότι το μη οριοθετημένο τμήμα αποτελεί κενό δικαιοδοσίας. Η τελική κατανομή απαιτεί συμφωνία ή άλλη αναγνωρισμένη διαδικασία επίλυσης.

Ακριβώς σε αυτή την κάθετη διαστρωμάτωση στηρίζεται σημαντικό μέρος της ελληνικής αντίδρασης στα τουρκικά πάρκα. Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζει ότι οι τουρκικές χαράξεις δεν είναι μόνο προβληματικές επειδή περιλαμβάνουν ανοικτή θάλασσα, αλλά και επειδή επεκτείνονται σε ελληνική υφαλοκρηπίδα. Η θέση της Αθήνας είναι ότι ένα μονομερές τουρκικό εθνικό πάρκο δεν μπορεί να επηρεάσει τα αποκλειστικά ελληνικά δικαιώματα επί του βυθού και του υπεδάφους.

Η νομική συνέπεια όμως πρέπει να αποδίδεται με ακρίβεια. Η Ελλάδα μπορεί να υποστηρίζει ότι η Τουρκία δεν δικαιούται, μέσω του πάρκου, να επιβάλλει κανόνες που θα παρεμπόδιζαν την άσκηση ελληνικών δικαιωμάτων επί της υφαλοκρηπίδας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα αποκτά εξ αυτού γενική εξουσία επί όλων των δραστηριοτήτων της υπερκείμενης θαλάσσιας στήλης. Η ελληνική θέση γίνεται ισχυρότερη όταν αποφεύγει αυτή τη σύγχυση, διότι ευθυγραμμίζεται ακριβώς με την κατανομή λειτουργιών του Δικαίου της Θάλασσας.

Ας υποτεθεί ότι ένα πλοίο πραγματοποιεί απλή διεθνή ναυσιπλοΐα πάνω από ελληνική υφαλοκρηπίδα. Η Ελλάδα δεν μπορεί να απαιτήσει άδεια ναυσιπλοΐας επειδή ο βυθός της ανήκει. Αν όμως το πλοίο πραγματοποιεί γεώτρηση στον βυθό για εκμετάλλευση φυσικών πόρων, τότε ενεργοποιούνται τα αποκλειστικά δικαιώματα της Ελλάδας. Αν τοποθετεί υποθαλάσσιο καλώδιο, η νομική εικόνα αλλάζει ξανά: η UNCLOS διατηρεί δικαίωμα τοποθέτησης καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα, ενώ ταυτόχρονα απαιτεί να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους και του επιτρέπει ορισμένες αρμοδιότητες ως προς τη διαδρομή αγωγών και την προστασία των πόρων του.

Η αλιεία προσφέρει άλλο παράδειγμα. Η ύπαρξη υφαλοκρηπίδας δεν δίνει γενική εξουσία επί των αλιευμάτων της υπερκείμενης θαλάσσιας στήλης, εκτός από συγκεκριμένους καθιστικούς οργανισμούς που συνδέονται νομικά με το καθεστώς των φυσικών πόρων της υφαλοκρηπίδας. Η γενική αλιεία των κινούμενων πληθυσμών της θαλάσσιας στήλης ακολουθεί διαφορετικό νομικό καθεστώς. Η διάκριση αποδεικνύει γιατί μια γενική απαγόρευση «αλιείας στο πάρκο» δεν μπορεί να θεμελιωθεί απλώς σε δικαιώματα επί του βυθού.

Ανάλογη διαφοροποίηση ισχύει για την επιστημονική έρευνα. Η έρευνα του βυθού και των πόρων της υφαλοκρηπίδας μπορεί να αγγίζει άμεσα τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους, ενώ άλλες επιστημονικές δραστηριότητες στη θαλάσσια στήλη μπορούν να υπάγονται σε διαφορετικούς κανόνες. Η χρήση της γενικής φράσης «έρευνα μέσα σε θαλάσσιο πάρκο» δεν αρκεί για να προσδιορίσει τη δικαιοδοσία.

Αυτή η πολυεπίπεδη δομή έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία στην περίπτωση ενός περιβαλλοντικού καθεστώτος. Ένα «θαλάσσιο πάρκο» τείνει πολιτικά να παρουσιάζεται ως μία ενιαία γεωγραφική περιοχή με μία ενιαία διοικητική εξουσία. Το Δίκαιο της Θάλασσας όμως αρνείται αυτή την απλοποίηση. Στην ίδια περιοχή μπορεί ένα κράτος να έχει δικαιώματα επί του βυθού, όλα τα κράτη να διαθέτουν ελευθερία ναυσιπλοΐας στην επιφάνεια, το κράτος σημαίας να διατηρεί πρωτεύουσα δικαιοδοσία επί του πλοίου και μια διεθνής ή περιφερειακή οργάνωση να έχει ειδική αρμοδιότητα για συγκεκριμένο περιβαλλοντικό ζήτημα.

Γι’ αυτό η απόπειρα δημιουργίας ενός «εθνικού πάρκου» πάνω από διαφορετικά νομικά στρώματα μπορεί να αποκτήσει πολιτική λειτουργία πολύ ευρύτερη από τη νομική αρμοδιότητα που πραγματικά υφίσταται. Η ονομασία ενθαρρύνει την εντύπωση ότι η ίδια διοικητική αρχή είναι αρμόδια για ολόκληρο τον κάθετο θαλάσσιο χώρο. Το διεθνές δίκαιο απαιτεί το ακριβώς αντίθετο: αποσύνθεση της κάθε δραστηριότητας και αντιστοίχισή της με το κατάλληλο δικαιοδοτικό καθεστώς.

Η ελληνική επιχειρηματολογία μπορεί εδώ να γίνει εξαιρετικά αποτελεσματική. Αντί να απαντά στον γενικό τουρκικό όρο «εθνικό θαλάσσιο πάρκο» με μια εξίσου γενική ελληνική δήλωση, μπορεί να απαιτεί συγκεκριμένη νομική αιτιολόγηση για κάθε επιμέρους τουρκικό μέτρο. Εάν επιχειρηθεί περιορισμός ναυσιπλοΐας, ποια είναι η νομική του βάση; Εάν επιχειρηθεί απαγόρευση αλιείας, ποιο καθεστώς ζώντων πόρων ενεργοποιείται; Εάν παρεμποδιστεί δραστηριότητα στον βυθό, ποιος διαθέτει τα αντίστοιχα δικαιώματα υφαλοκρηπίδας; Εάν ζητηθεί άδεια για επιστημονική έρευνα, ποια ακριβώς κατηγορία έρευνας αφορά;

Με αυτή τη μέθοδο αποκαλύπτεται η νομική αδυναμία κάθε προσπάθειας δημιουργίας μιας γενικής εικόνας τουρκικού ελέγχου. Δεν υπάρχει μία ενιαία «κυριαρχία επί της θάλασσας» πέραν των χωρικών υδάτων. Υπάρχει μωσαϊκό λειτουργικά προσδιορισμένων εξουσιών.

Η ίδια διάκριση προστατεύει και την αξιοπιστία της ελληνικής θέσης σε τρίτα κράτη. Η Ελλάδα μπορεί να επιμένει ταυτόχρονα στα αποκλειστικά δικαιώματα που διαθέτει επί της υφαλοκρηπίδας και στις ελευθερίες της ανοικτής θάλασσας, ακόμη και όταν οι δύο κατηγορίες συνυπάρχουν κάθετα στην ίδια γεωγραφική περιοχή. Αυτή η θέση δεν είναι αντιφατική. Είναι ακριβώς η λογική του σύγχρονου Δικαίου της Θάλασσας.

Αυτό είναι ίσως το πιο ισχυρό νομικό επιχείρημα απέναντι στην προσπάθεια διοικητικής ενοποίησης της περιοχής μέσω ενός «πάρκου». Ο βυθός δεν συμπαρασύρει τη θαλάσσια στήλη σε ένα ενιαίο καθεστώς. Η θαλάσσια στήλη δεν εξαφανίζει τα δικαιώματα στον βυθό. Το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει ακριβώς αυτή τη συνύπαρξη. Κάθε μονομερής πράξη που επιχειρεί να την αντικαταστήσει με μια γενικευμένη εθνική περιφέρεια εξουσίας υπερβαίνει τη λογική των θαλάσσιων ζωνών.