Η επιτυχία του ΠΑΣΟΚ κατά τις πρώτες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης συνδέθηκε βαθύτερα με την προσδοκία ότι η κοινωνική θέση ενός ανθρώπου δεν ήταν αμετάβλητη, ότι η μόρφωση μπορούσε να βελτιώσει ουσιαστικά τη ζωή του, ότι η περιφέρεια μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες και οικονομικούς πόρους, ότι η οικογενειακή προέλευση δεν θα καθόριζε απολύτως την επαγγελματική διαδρομή και ότι η επόμενη γενιά μπορούσε να ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη. Η κοινωνική άνοδος λειτουργούσε έτσι ως υλικό αποτέλεσμα, ως προσδοκία και ως μηχανισμός πολιτικής νομιμοποίησης.
Αυτή ακριβώς η διάσταση επιτρέπει να μιλήσει κανείς για ιστορική «ιδιοκτησία» της κοινωνικής κινητικότητας, με μία όμως κρίσιμη επιφύλαξη. Στην πολιτική επιστήμη, η ιδιοκτησία ενός ζητήματος δεν αποτελεί κληρονομικό δικαίωμα ενός κόμματος. Προκύπτει όταν ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος θεωρεί ότι συγκεκριμένος πολιτικός φορέας κατανοεί καλύτερα ένα πρόβλημα και διαθέτει μεγαλύτερη αξιοπιστία στην αντιμετώπισή του. Το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί επομένως να θεωρεί την κοινωνική άνοδο διαρκές περιουσιακό στοιχείο επειδή κάποτε ταυτίστηκε μαζί της. Μπορεί να την επαναδιεκδικήσει μόνο εφόσον αποδείξει ότι αντιλαμβάνεται τον σημερινό μηχανισμό κοινωνικής στασιμότητας και μπορεί να κατασκευάσει θεσμούς που τον ανατρέπουν.
Η κοινωνική κινητικότητα της δεκαετίας του 1980 δεν μπορεί άλλωστε να εξιδανικευθεί. Η διεύρυνση της πρόσβασης στην εκπαίδευση, στις δημόσιες υπηρεσίες, στην κοινωνική προστασία και σε επαγγελματικές ευκαιρίες είχε πραγματικό δημοκρατικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Ταυτόχρονα όμως, μέρος της ανοδικής κινητικότητας συνδέθηκε με τη διόγκωση του δημόσιου τομέα, την πολιτική διαμεσολάβηση της πρόσβασης σε κρατικούς πόρους, την υπερτίμηση των τυπικών τίτλων σπουδών έναντι των πραγματικών δεξιοτήτων και μια οικονομική δομή που δεν παρήγαγε πάντοτε θέσεις εργασίας αντίστοιχες προς τις νέες κοινωνικές προσδοκίες. Η δημοκρατικοποίηση της ευκαιρίας υπήρξε ιστορική πρόοδος, αλλά δεν ολοκληρώθηκε σε ένα σταθερό σύστημα στο οποίο η κοινωνική άνοδος θα εξαρτιόταν κυρίως από την εκπαίδευση, την παραγωγικότητα, την αξιοκρατία και την ισότιμη πρόσβαση στους θεσμούς.
Αυτό είναι κρίσιμο για τη σημερινή συζήτηση, επειδή το πρόβλημα της κοινωνικής κινητικότητας έχει αλλάξει μορφή. Στη μεταπολεμική και πρώιμη μεταπολιτευτική Ελλάδα, η ανοδική πορεία συνδεόταν με τη μαζική αστικοποίηση, την επέκταση της ανώτερης εκπαίδευσης, τη μετάβαση από τη γεωργία στις υπηρεσίες, την οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους και τη διεύρυνση του δημόσιου τομέα. Η κοινωνία διέθετε μεγάλους διαρθρωτικούς διαδρόμους ανόδου. Σήμερα οι περισσότεροι από αυτούς έχουν εξαντλήσει την αρχική τους δυναμική. Η απόκτηση πτυχίου δεν εγγυάται επαγγελματική ανέλιξη, η εργασία δεν εξασφαλίζει πάντοτε οικονομική αυτονομία, η ιδιοκατοίκηση γίνεται δυσκολότερη για όσους δεν διαθέτουν οικογενειακή περιουσία, ενώ το κόστος στέγασης μπορεί να ακυρώνει σημαντικό μέρος του εισοδηματικού οφέλους μιας επαγγελματικής εξέλιξης.
Το νέο χάσμα δεν βρίσκεται επομένως μόνο ανάμεσα στους πλούσιους και στους φτωχούς. Βρίσκεται ανάμεσα σε όσους διαθέτουν οικογενειακά περιουσιακά αποθέματα και όσους ξεκινούν χωρίς αυτά, ανάμεσα σε όσους μπορούν να χρηματοδοτήσουν μακρά περίοδο σπουδών και αναζήτησης εργασίας και όσους πρέπει να αποκτήσουν άμεσα εισόδημα, ανάμεσα σε όσους έχουν πρόσβαση σε κοινωνικά και επαγγελματικά δίκτυα και όσους βασίζονται αποκλειστικά στις τυπικές διαδικασίες, ανάμεσα σε δυναμικές μητροπολιτικές περιοχές και περιοχές περιορισμένων ευκαιριών. Η κοινωνική τάξη αναπαράγεται πλέον όχι μόνο μέσω του εισοδήματος αλλά μέσω της κατοικίας, της ποιότητας της εκπαίδευσης, της πρόσβασης σε δίκτυα, της γεωγραφίας, της δυνατότητας ανάληψης κινδύνου και του χρόνου που μπορεί μια οικογένεια να χρηματοδοτεί χωρίς άμεση οικονομική απόδοση.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η επαναδιεκδίκηση της κοινωνικής κινητικότητας από το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να γίνει με την επιστροφή στην παλαιά πολιτική της εκ των υστέρων αναδιανομής. Η αναδιανομή παραμένει απαραίτητη για τη μείωση της φτώχειας και την προστασία από κοινωνικούς κινδύνους, αλλά η κινητικότητα απαιτεί κάτι περισσότερο: θεσμούς που επηρεάζουν την κατανομή των δυνατοτήτων πριν ακόμη διαμορφωθεί η τελική εισοδηματική ανισότητα. Χρειάζεται μετάβαση από ένα κράτος που κυρίως αποζημιώνει για τις ανισότητες σε ένα κράτος που μειώνει την πιθανότητα να παγιωθούν.
Η πρώτη προϋπόθεση είναι η εκπαίδευση, όχι όμως με τη συμβατική έννοια της αύξησης του αριθμού των πτυχιούχων. Το αποφασιστικό ερώτημα είναι εάν ένα παιδί διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης έχει συγκρίσιμη δυνατότητα να αποκτήσει γνώσεις, δεξιότητες, γλωσσικό και ψηφιακό κεφάλαιο και πραγματικές επαγγελματικές προοπτικές. Η κοινωνική κινητικότητα κρίνεται πριν από την είσοδο στο πανεπιστήμιο: στην προσχολική αγωγή, στην ποιότητα του σχολείου, στην πρόσβαση σε ενισχυτική διδασκαλία, στην έγκαιρη αντιμετώπιση μαθησιακών ελλειμμάτων και στην ικανότητα του εκπαιδευτικού συστήματος να μην μετατρέπει την οικονομική ανισότητα της οικογένειας σε εκπαιδευτική ανισότητα του παιδιού. Η ισότητα στην τυπική πρόσβαση δεν αρκεί όταν οι πραγματικές δυνατότητες εκκίνησης παραμένουν άνισες.
Η δεύτερη προϋπόθεση βρίσκεται στην παραγωγική δομή. Μια οικονομία χαμηλής προστιθέμενης αξίας μπορεί να παράγει χιλιάδες πτυχιούχους χωρίς να παράγει αντίστοιχες διαδρομές κοινωνικής ανόδου. Το αποτέλεσμα είναι η υποαπασχόληση, η ετεροαπασχόληση, η φυγή ειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και η σταδιακή αποσύνδεση της εκπαιδευτικής προσπάθειας από την κοινωνική ανταμοιβή. Εάν το ΠΑΣΟΚ θέλει να επανασυνδεθεί με την κοινωνική κινητικότητα, χρειάζεται να την εντάξει στον πυρήνα της παραγωγικής πολιτικής: μεγαλύτερες και παραγωγικότερες επιχειρήσεις, επενδύσεις σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο, αναβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης, πραγματικά συστήματα συνεχιζόμενης κατάρτισης, ισχυρότερη σύνδεση έρευνας και παραγωγής και κλαδικές πολιτικές που δημιουργούν θέσεις με δυνατότητα μισθολογικής και επαγγελματικής εξέλιξης.
Η τρίτη προϋπόθεση είναι η κατοικία. Για τις νεότερες γενιές η στεγαστική ανισότητα λειτουργεί πλέον ως μηχανισμός κοινωνικής αναπαραγωγής. Όποιος κληρονομεί κατοικία ή διαθέτει οικογενειακή βοήθεια μπορεί να αποταμιεύσει, να αναλάβει επαγγελματικούς κινδύνους, να δημιουργήσει οικογένεια ή να επενδύσει στην εκπαίδευσή του. Όποιος καταβάλλει μεγάλο μέρος του εισοδήματός του σε ενοίκιο ξεκινά από εντελώς διαφορετική θέση. Η κοινωνική κινητικότητα επομένως δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από πολιτικές αύξησης της προσφοράς προσιτής κατοικίας, κοινωνικής κατοικίας, αξιοποίησης δημόσιας περιουσίας, μακροχρόνιας μίσθωσης και αποτελεσματικής ρύθμισης των στρεβλώσεων της αγοράς.
Η τέταρτη αφορά την ίδια τη λειτουργία του κράτους. Η αξιοκρατία δεν αποτελεί ανταγωνιστική αξία προς την κοινωνική δικαιοσύνη. Αντίθετα, σε κοινωνίες με άνισες οικογενειακές αφετηρίες η διαφανής και αντικειμενική λειτουργία των δημόσιων θεσμών είναι ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς κοινωνικής εξισορρόπησης. Όσο περισσότερο η πρόσβαση σε θέσεις, προμήθειες, χρηματοδότηση, άδειες ή επαγγελματικές ευκαιρίες εξαρτάται από άτυπα δίκτυα, τόσο περισσότερο ευνοούνται όσοι ήδη διαθέτουν κοινωνικό κεφάλαιο. Ένα κόμμα που θέλει να εκπροσωπήσει ξανά την κοινωνική άνοδο οφείλει συνεπώς να συνδέσει τον κοινωνικό του χαρακτήρα με την αξιοκρατική διοίκηση, τον πραγματικό ανταγωνισμό και την καταπολέμηση των κλειστών συστημάτων προνομίου.
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η βασική διαφορά μεταξύ της παλαιάς και μιας πιθανής νέας κοινωνικής συμμαχίας του ΠΑΣΟΚ. Η πρώτη οικοδομήθηκε σε μεγάλο βαθμό γύρω από τη διεύρυνση της συμμετοχής στη διανομή ενός αναπτυσσόμενου κράτους και μιας οικονομίας που άλλαζε δομή. Η νέα θα έπρεπε να συγκροτηθεί γύρω από τη δυνατότητα συμμετοχής στην παραγωγή, στην ιδιοκτησία, στη γνώση και στις ευκαιρίες. Δεν θα αρκεί να προστατεύει τον πολίτη από την πτώση. Θα πρέπει να του επιτρέπει να ανεβαίνει.
Αυτό μεταβάλλει και την ίδια την έννοια του κοινωνικού κράτους. Ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από το ύψος των μεταβιβάσεων. Πρέπει να αξιολογείται από το κατά πόσο μειώνει την εξάρτηση της μελλοντικής διαδρομής ενός ανθρώπου από την οικονομική κατάσταση των γονέων του. Η δημόσια υγεία, η παιδεία, η παιδική φροντίδα, η κατοικία, η κατάρτιση και οι υπηρεσίες απασχόλησης είναι μηχανισμοί κοινωνικής κινητικότητας ακριβώς επειδή μετατρέπουν συλλογικούς πόρους σε ατομικές δυνατότητες.
Για το ΠΑΣΟΚ, αυτή η μετατόπιση θα είχε και ευρύτερη στρατηγική σημασία. Η κοινωνική κινητικότητα μπορεί να λειτουργήσει ως συνεκτική έννοια μεταξύ κοινωνικής δικαιοσύνης και παραγωγικής αποτελεσματικότητας. Επιτρέπει να ξεπεραστεί η παλιά αντιπαράθεση μεταξύ αναδιανομής και ανάπτυξης. Μια κοινωνία υψηλής κινητικότητας χρειάζεται και τα δύο: παραγωγική οικονομία που δημιουργεί διαδρομές ανόδου και θεσμούς που εμποδίζουν την οικογενειακή αφετηρία να μετατρέπεται σε κοινωνικό πεπρωμένο.
Η ιστορική σχέση του ΠΑΣΟΚ με την κοινωνική άνοδο αποτελεί συνεπώς δυνητικό πολιτικό κεφάλαιο, όχι όμως έτοιμο εκλογικό περιουσιακό στοιχείο. Η πραγματική επανασύνδεση δεν θα επέλθει με την ανάκληση της μνήμης των δεκαετιών κατά τις οποίες μεγάλες κοινωνικές ομάδες βελτίωσαν τη θέση τους. Θα επέλθει μόνο αν το κόμμα μπορέσει να εξηγήσει γιατί σήμερα η ανοδική διαδρομή έχει δυσκολέψει και να οργανώσει γύρω από αυτή τη διάγνωση ένα συνεκτικό σύστημα πολιτικών. Η ιστορική ιδιοκτησία ενός ζητήματος διατηρείται μόνο όταν ανανεώνεται η ικανότητα επίλυσής του.
Πρόσφατα σχόλια