Για τους ανθρώπους που πολιτικοποιήθηκαν στη δεκαετία του 1970, το ΠΑΣΟΚ συνδέεται με τη δημοκρατική αποκατάσταση, την υπέρβαση των διαιρέσεων του μετεμφυλιακού κράτους και την είσοδο νέων κοινωνικών δυνάμεων στο πολιτικό σύστημα. Για τη γενιά του 1981, σημαίνει πρωτίστως Αλλαγή, κοινωνική αναγνώριση, επέκταση του κοινωνικού κράτους και μεταβολή των συσχετισμών εξουσίας. Για όσους διαμορφώθηκαν πολιτικά τη δεκαετία του 1990, το ΠΑΣΟΚ συνδέεται περισσότερο με την ευρωπαϊκή σύγκλιση, τον εκσυγχρονισμό, τις υποδομές και τη συμμετοχή στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Για μια νεότερη γενιά, όμως, το ισχυρότερο βίωμα είναι η κρίση μετά το 2009, η δημοσιονομική προσαρμογή και η κατάρρευση του παλαιού κομματικού συστήματος. Και για τους σημερινούς εικοσάρηδες, όλες αυτές οι περίοδοι αποτελούν σε μεγάλο βαθμό ιστορία που δεν έζησαν.

Αυτό δημιουργεί ένα ασυνήθιστο πρόβλημα κομματικής ταυτότητας. Τα ιστορικά σύμβολα που κινητοποιούν μία γενιά μπορεί να είναι πολιτικά ουδέτερα για την επόμενη και αρνητικά φορτισμένα για μία τρίτη. Η επίκληση της Αλλαγής μπορεί να λειτουργεί ως μνήμη κοινωνικού εκδημοκρατισμού για όσους τη βίωσαν, αλλά να σημαίνει ελάχιστα για έναν νέο εργαζόμενο που γεννήθηκε μετά την ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ. Ο εκσυγχρονισμός μπορεί να παραπέμπει σε ευρωπαϊκή αυτοπεποίθηση για μία γενιά και σε μια εποχή της οποίας οι κοινωνικές αντιφάσεις έγιναν ορατές αργότερα για μια άλλη. Η μνημονιακή περίοδος, αντίστοιχα, μπορεί να βιώνεται ως διαχείριση μιας έκτακτης εθνικής κρίσης ή ως τραυματική διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου.

Το πρόβλημα επομένως δεν είναι να βρεθεί η «σωστή» εκδοχή της ιστορίας και να επιβληθεί στις υπόλοιπες. Ένα κόμμα με τόσο μεγάλη διάρκεια δεν μπορεί να αποκτήσει ενότητα μέσω μιας ενιαίας μνήμης, επειδή οι μνήμες των γενεών είναι πραγματικά διαφορετικές. Μπορεί όμως να αποκτήσει ενότητα μέσω μιας κοινής ερμηνευτικής αρχής: ενός αφηγήματος που εξηγεί τι προσπάθησε να επιτύχει σε κάθε ιστορική περίοδο, τι κατόρθωσε, πού απέτυχε και ποια αρχή μπορεί να μεταφερθεί στο μέλλον.

Εδώ χρειάζεται διάκριση μεταξύ ιστορίας και πολιτικού αφηγήματος. Η ιστορία επιδιώκει να εξηγήσει το παρελθόν στην πολυπλοκότητά του. Το πολιτικό αφήγημα επιλέγει από αυτή την πολυπλοκότητα μια αλληλουχία νοήματος που επιτρέπει σε μια συλλογικότητα να καταλάβει γιατί εξακολουθεί να υπάρχει. Αν το αφήγημα γίνει υπερβολικά εξωραϊστικό, χάνει αξιοπιστία. Αν γίνει απλή καταγραφή αποτυχιών, χάνει τη δυνατότητα παραγωγής συλλογικής ταυτότητας. Η λειτουργία του δεν είναι ούτε να αγιοποιήσει ούτε να αποδομήσει το παρελθόν, αλλά να καταστήσει κατανοητή τη σχέση του με το μέλλον.

Μια τέτοια σχέση δεν μπορεί πλέον να οργανωθεί γύρω από το επιχείρημα ότι το ΠΑΣΟΚ δικαιούται πρωταγωνιστικό ρόλο επειδή υπήρξε πρωταγωνιστής της Μεταπολίτευσης. Η ιστορική προσφορά δεν δημιουργεί πολιτικό δικαίωμα διαρκείας. Αντιθέτως, όσο μεγαλύτερη είναι η ιστορική παρουσία ενός κόμματος, τόσο μεγαλύτερη είναι η απαίτηση να εξηγήσει τι νέο λόγο ύπαρξης διαθέτει όταν οι συνθήκες που το δημιούργησαν έχουν μεταβληθεί.

Το πρώτο στρώμα ενός ενοποιητικού αφηγήματος θα μπορούσε να είναι η δημοκρατική ένταξη. Η ίδρυση και η άνοδος του ΠΑΣΟΚ συνδέθηκαν με την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας πολιτικής ενσωμάτωσης που υπερέβη μακροχρόνιους αποκλεισμούς. Η σημασία αυτής της περιόδου δεν χρειάζεται να αναπαράγεται σήμερα με το λεξιλόγιο των διαχωριστικών γραμμών της δεκαετίας του 1970. Μπορεί να μεταφραστεί σε μια γενικότερη αρχή: δημοκρατία σημαίνει ότι οι θεσμοί δεν πρέπει να ανήκουν κοινωνικά, ιδεολογικά ή οικονομικά σε μια περιορισμένη κατηγορία πολιτών.

Το δεύτερο στρώμα είναι η κοινωνική ιδιότητα του πολίτη. Η δεκαετία του 1980 σηματοδότησε τη σημαντική επέκταση της προσδοκίας ότι η δημοκρατία πρέπει να έχει υλικό περιεχόμενο. Υγεία, εκπαίδευση, κοινωνική ασφάλιση, εργασιακή προστασία και πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες δεν αποτελούν παροχές φιλανθρωπίας αλλά συστατικά της ισότιμης συμμετοχής. Η σύγχρονη εκδοχή αυτής της αρχής δεν μπορεί να είναι η μηχανική επέκταση των παλαιών κρατικών δομών. Είναι η κατοχύρωση καθολικών και ποιοτικών δημόσιων υπηρεσιών που αυξάνουν την πραγματική ελευθερία του πολίτη.

Το τρίτο στρώμα είναι η ευρωπαϊκή και θεσμική ενηλικίωση. Η περίοδος του εκσυγχρονισμού υπενθυμίζει ότι η κοινωνική πρόοδος δεν μπορεί να είναι διατηρήσιμη χωρίς αποτελεσματική διοίκηση, παραγωγική βάση, υποδομές και ισχυρή διεθνή θέση. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται σήμερα να παρουσιάζεται ως εξωτερικός προορισμός προς τον οποίο η Ελλάδα οφείλει απλώς να συγκλίνει. Η χώρα βρίσκεται ήδη στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών θεσμών. Το σύγχρονο αίτημα είναι να μπορεί να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών επιλογών, με οικονομική και διοικητική ικανότητα που καθιστά αυτή τη συμμετοχή ουσιαστική.

Το τέταρτο στρώμα είναι η μνημονιακή τομή. Εδώ οποιοδήποτε ενοποιητικό αφήγημα θα αποτύχει αν επιχειρήσει είτε να διαγράψει είτε να εξαγνίσει την περίοδο. Η κρίση δεν υπήρξε απλώς ένα δυσάρεστο επεισόδιο μετά το οποίο η πολιτική ζωή μπορούσε να επιστρέψει στην προηγούμενη κανονικότητα. Αποκάλυψε τα όρια της οικονομικής και θεσμικής δομής της Μεταπολίτευσης, κατέστρεψε παλαιές κομματικές ταυτίσεις και μετέβαλε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο οι νεότερες γενιές αντιλαμβάνονται το κράτος, την Ευρώπη, τα κόμματα και την έννοια της κοινωνικής ασφάλειας.

Για το ΠΑΣΟΚ, αυτή η τομή είναι διπλά σημαντική επειδή δεν υπήρξε εξωτερικός παρατηρητής της. Βρέθηκε στον πυρήνα της διαχείρισής της και κατέβαλε εξαιρετικά υψηλό πολιτικό κόστος. Ένα ώριμο ιστορικό αφήγημα δεν χρειάζεται ούτε να ισχυριστεί ότι όλες οι επιλογές ήταν αναπόφευκτες ούτε ότι οποιαδήποτε άλλη πορεία θα ήταν χωρίς κόστος. Χρειάζεται να ενσωματώσει την εμπειρία ως μάθημα για τη σχέση μεταξύ κοινωνικής πολιτικής, δημοσιονομικής αντοχής, παραγωγικής ικανότητας και θεσμικής αξιοπιστίας. Το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι ότι η κοινωνική προστασία υπήρξε υπερβολική. Πρέπει να είναι ότι κοινωνική προστασία που δεν στηρίζεται σε παραγωγικά και δημοσιονομικά θεμέλια παραμένει ευάλωτη ακριβώς όταν οι πολίτες τη χρειάζονται περισσότερο.

Αυτό προσφέρει τη δυνατότητα μιας κοινής αφήγησης που δεν εξαρτάται από την εξιδανίκευση καμίας περιόδου. Ο συνεκτικός άξονας θα μπορούσε να είναι η ιδέα της δημοκρατικής κοινωνικής προόδου με θεσμική ευθύνη. Η δημοκρατική διάσταση αντλεί από την ιδρυτική εμπειρία. Η κοινωνική πρόοδος από την περίοδο της κοινωνικής ενσωμάτωσης. Η θεσμική ευθύνη από την εμπειρία του εκσυγχρονισμού και, κυρίως, από το μάθημα της κρίσης. Καμία από αυτές τις τρεις διαστάσεις δεν επαρκεί μόνη της.

Ένα τέτοιο αφήγημα έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να απευθυνθεί στις διαφορετικές γενιές χωρίς να απαιτεί από καμία να εγκαταλείψει πλήρως τη δική της εμπειρία. Η γενιά της Αλλαγής μπορεί να αναγνωρίσει την κοινωνική ενσωμάτωση ως θεμελιώδες επίτευγμα. Η γενιά του εκσυγχρονισμού μπορεί να αναγνωρίσει τη σημασία της θεσμικής και ευρωπαϊκής ικανότητας. Η γενιά της κρίσης μπορεί να δει ότι η δημοσιονομική ευθύνη δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως εξωτερικός περιορισμός αλλά ως όρος προστασίας της κοινωνίας από μελλοντικές καταρρεύσεις. Η νεότερη γενιά, τέλος, δεν καλείται να κληρονομήσει συναισθηματικά καμία από αυτές τις περιόδους. Καλείται να αξιολογήσει αν οι αρχές που εξάγονται από αυτές απαντούν στα δικά της προβλήματα.

Εδώ βρίσκεται το δυσκολότερο σημείο. Ένα ιστορικό αφήγημα δεν ανανεώνεται πραγματικά αν περιοριστεί στη νέα διατύπωση παλαιών επιτευγμάτων. Πρέπει να αποκτήσει μελλοντικό αντικείμενο. Για τους σημερινούς νέους, η κοινωνική πρόοδος δεν κρίνεται κυρίως από την πρόσβαση στο πανεπιστήμιο, η οποία έχει ήδη μαζικοποιηθεί, αλλά από το αν το πτυχίο οδηγεί σε εργασία αντίστοιχη των προσόντων. Δεν κρίνεται μόνο από το ύψος των κοινωνικών δαπανών, αλλά από το αν μπορούν να αποκτήσουν κατοικία, οικονομική αυτονομία και οικογένεια χωρίς αποκλειστική εξάρτηση από τους γονείς τους. Δεν κρίνεται μόνο από τη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά από το αν μπορούν να έχουν ευρωπαϊκού επιπέδου αμοιβές και δημόσιες υπηρεσίες χωρίς να χρειάζεται να μεταναστεύσουν.

Το διαγενεακό ζήτημα επομένως αφορά στην κατανομή πόρων και δυνατοτήτων μεταξύ ηλικιακών ομάδων. Ένα κόμμα που θέλει να ενώσει τις γενιές του δεν μπορεί απλώς να συμβιβάσει τις μνήμες τους. Πρέπει να συμβιβάσει και τα πραγματικά συμφέροντά τους. Αυτό απαιτεί κοινωνική πολιτική που προστατεύει τους ηλικιωμένους χωρίς να μεταφέρει δυσανάλογα βάρη στους εργαζομένους, στεγαστική πολιτική που επιτρέπει στους νέους να αυτονομηθούν, οικογενειακή πολιτική συμβατή με τη γυναικεία εργασία, εκπαίδευση που μετατρέπεται σε παραγωγική δυνατότητα και δημοσιονομική πολιτική που δεν χρηματοδοτεί το παρόν μεταφέροντας το κόστος στο μέλλον.

Η ιστορική ενοποίηση του ΠΑΣΟΚ επομένως δεν μπορεί να είναι κυρίως συμβολική. Η πραγματική γέφυρα ανάμεσα στις γενιές βρίσκεται σε ένα νέο διαγενεακό κοινωνικό συμβόλαιο. Η ιστορία προσφέρει το λεξιλόγιο, αλλά η πολιτική οικονομία θα καθορίσει αν αυτό το λεξιλόγιο έχει περιεχόμενο.

Αυτό συνεπάγεται και διαφορετική χρήση της κομματικής μνήμης. Η ιστορία πρέπει να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως αρχείο πολιτικής γνώσης και λιγότερο ως τελετουργία πιστοποίησης ταυτότητας. Η επέτειος, ο ιδρυτής, τα σύμβολα και οι ιστορικές κυβερνήσεις έχουν σημασία στον βαθμό που επιτρέπουν να εξηγηθεί η εξέλιξη συγκεκριμένων προβλημάτων και πολιτικών επιλογών. Για έναν νέο άνθρωπο που δεν έχει βιωματική σχέση με το ΠΑΣΟΚ, το επιχείρημα ότι «τότε δημιουργήθηκε» ένας σημαντικός θεσμός αποκτά πολιτική σημασία μόνο εάν συνοδεύεται από πειστική απάντηση στο πώς πρέπει αυτός ο θεσμός να λειτουργήσει σήμερα.

Το ενοποιητικό αφήγημα θα πρέπει επομένως να είναι ανοιχτό και όχι τελεολογικό. Δεν χρειάζεται να παρουσιάζει ολόκληρη την ιστορία του ΠΑΣΟΚ ως προδιαγεγραμμένη πορεία προόδου. Μια τέτοια αφήγηση θα ήταν και ανακριβής και πολιτικά εύθραυστη. Πιο ισχυρή είναι μια ιστορία στην οποία κάθε περίοδος αντιμετώπισε ένα διαφορετικό πρόβλημα, πέτυχε σε ορισμένα πεδία, δημιούργησε ή άφησε άλλες εκκρεμότητες και παρέδωσε στην επόμενη γενιά νέες υποχρεώσεις.

Έτσι η ιδρυτική περίοδος παραδίδει το αίτημα της δημοκρατικής ένταξης. Η περίοδος της Αλλαγής το αίτημα της κοινωνικής ιδιότητας του πολίτη. Ο εκσυγχρονισμός το αίτημα της θεσμικής και ευρωπαϊκής ικανότητας. Η κρίση την επίγνωση των ορίων και της ανάγκης βιωσιμότητας. Η σημερινή γενιά πρέπει να προσθέσει κάτι που οι προηγούμενες δεν μπορούσαν να ολοκληρώσουν: ένα παραγωγικό και κοινωνικό υπόδειγμα στο οποίο η νέα γενιά δεν ζει χειρότερα από την προηγούμενη, το κοινωνικό κράτος δεν βασίζεται σε εύθραυστα δημοσιονομικά θεμέλια και η οικονομική πρόοδος δεν περιορίζεται σε ονομαστικούς δείκτες αλλά μετατρέπεται σε πραγματικές δυνατότητες ζωής.