Τα ιστορικά κόμματα αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα που τα νεότερα πολιτικά σχήματα μπορούν για ένα διάστημα να αποφεύγουν: δεν κρίνονται μόνο για όσα υπόσχονται, αλλά και για όσα έχουν ήδη πράξει. Όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια παραμονής ενός κόμματος στην εξουσία και όσο βαθύτερη η επίδρασή του στη συγκρότηση των θεσμών, της οικονομίας και της κοινωνίας, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διαχωρίσει τη σημερινή του ταυτότητα από το κυβερνητικό του παρελθόν. Στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ αυτό το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο. Το κόμμα δεν υπήρξε απλώς ένας από τους διαχειριστές της Μεταπολίτευσης. Υπήρξε ένας από τους βασικούς παραγωγούς της.
Η συστηματική επανεκτίμηση αυτής της διαδρομής θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να αποτελέσει στρατηγικό πλεονέκτημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μια γενικευμένη απολογία για το παρελθόν θα ενίσχυε το ΠΑΣΟΚ. Στην πολιτική, η αυτοκριτική είναι χρήσιμη μόνο όταν αποτελεί μηχανισμό πολιτικής μάθησης. Αν μετατραπεί σε τελετουργική αυτοενοχοποίηση, αποδυναμώνει την ίδια την ιστορική νομιμοποίηση του κόμματος χωρίς να δημιουργεί νέα αξιοπιστία. Αν, αντίθετα, περιοριστεί σε έναν κατάλογο επιτυχιών συνοδευόμενο από αόριστες αναφορές σε «λάθη», δεν είναι αυτοκριτική αλλά αναδρομική αυτοδικαίωση.
Το πρώτο ζητούμενο είναι επομένως η διάκριση ανάμεσα στην ιστορική αυτοκριτική και στην πολιτική μετάνοια. Η πρώτη προϋποθέτει αξιολόγηση αποφάσεων με βάση τα προβλήματα της εποχής, τις διαθέσιμες εναλλακτικές επιλογές, τα αποτελέσματα και τις μακροχρόνιες συνέπειές τους. Η δεύτερη τείνει να μεταφέρει στο παρελθόν τις σημερινές κανονιστικές προτιμήσεις και να κρίνει ολόκληρες περιόδους με ένα ενιαίο ηθικό πρόσημο. Ένα σοβαρό πολιτικό κόμμα χρειάζεται την πρώτη και πρέπει να αποφεύγει τη δεύτερη.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την αποτίμηση της μεταπολιτευτικής εμπειρίας. Η επέκταση του κοινωνικού κράτους, η θεσμική και συμβολική ενσωμάτωση κοινωνικών ομάδων που είχαν βρεθεί για δεκαετίες στο περιθώριο της εξουσίας, η ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι μεταβολές στο οικογενειακό δίκαιο, η ευρωπαϊκή εδραίωση της χώρας, η δημιουργία νέων υποδομών και η διεύρυνση της εκπαιδευτικής συμμετοχής δεν παύουν να αποτελούν σημαντικά ιστορικά επιτεύγματα επειδή η ίδια περίοδος παρήγαγε δημοσιονομικές ανισορροπίες, πελατειακές πρακτικές, υπερβολική κομματική διείσδυση στο κράτος και μεταρρυθμιστικές καθυστερήσεις. Αντίστοιχα, τα τελευταία δεν παύουν να είναι πραγματικά επειδή συνυπήρχαν με διαδικασίες κοινωνικού εκδημοκρατισμού.
Η αδυναμία διάκρισης αυτών των δύο επιπέδων έχει οδηγήσει μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης σε δύο αντίθετες απλουστεύσεις. Η πρώτη αντιμετωπίζει τη μεταπολιτευτική κυβερνητική περίοδο του ΠΑΣΟΚ ως περίπου αδιάλειπτη ιστορία κοινωνικής προόδου, υποβαθμίζοντας τις θεσμικές και οικονομικές δυσλειτουργίες που συσσωρεύθηκαν. Η δεύτερη ερμηνεύει σχεδόν ολόκληρη την ελληνική κρίση ως αποτέλεσμα ενός ενιαίου μοντέλου «μεταπολιτευτικού λαϊκισμού», στο οποίο το ΠΑΣΟΚ αποδίδεται συχνά κεντρική ή ακόμη και αποκλειστική ευθύνη. Και οι δύο προσεγγίσεις είναι ιστορικά ανεπαρκείς. Η πρώτη αδυνατεί να εξηγήσει την κρίση του ίδιου του μεταπολιτευτικού υποδείγματος. Η δεύτερη αδυνατεί να εξηγήσει τόσο τις πραγματικές κοινωνικές κατακτήσεις όσο και τις διεθνείς, ευρωπαϊκές και διαρθρωτικές παραμέτρους της ελληνικής κρίσης.
Μια ώριμη αυτοκριτική πρέπει ακριβώς να αποσυνδέσει την ανάληψη ευθύνης από την αποδοχή μιας μονοαιτιακής ερμηνείας. Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αναγνωρίσει ότι συμμετείχε στη δημιουργία ενός κράτους με ισχυρά πελατειακά χαρακτηριστικά χωρίς να δεχθεί ότι το κοινωνικό κράτος υπήρξε το αίτιο της χρεοκοπίας. Μπορεί να αναγνωρίσει ότι κυβερνήσεις του ανέβαλαν δύσκολες μεταρρυθμίσεις χωρίς να υιοθετήσει την αντίληψη ότι κάθε μορφή κρατικής παρέμβασης ήταν προβληματική. Μπορεί να αποδεχθεί ότι η δημοσιονομική διαχείριση ορισμένων περιόδων δεν υπήρξε βιώσιμη χωρίς να αναιρέσει τη σημασία της κοινωνικής ενσωμάτωσης. Αυτή η ικανότητα διαφοροποίησης αποτελεί προϋπόθεση σοβαρής ιστορικής γνώσης.
Το δεύτερο κρίσιμο πεδίο είναι η περίοδος της δημοσιονομικής κρίσης. Η εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο ως τιμωρία για συγκεκριμένα οικονομικά μέτρα. Υπήρξε βαθύτερη διάρρηξη μιας ιστορικής σχέσης αντιπροσώπευσης. Το κόμμα που είχε συνδεθεί επί δεκαετίες με την κοινωνική άνοδο, την εισοδηματική βελτίωση και την επέκταση του κοινωνικού κράτους βρέθηκε να διαχειρίζεται μια περίοδο απότομης δημοσιονομικής προσαρμογής, συρρίκνωσης εισοδημάτων και περιορισμού της κρατικής δυνατότητας. Η αντιστροφή ήταν πολιτικά καταστροφική ακριβώς επειδή έπληξε τον πυρήνα της προηγούμενης κοινωνικής ταυτότητάς του.
Η αυτοκριτική εδώ χρειάζεται μεγαλύτερη ακρίβεια από το δίλημμα «δικαιώθηκε ή όχι το μνημόνιο». Ένα κόμμα εξουσίας οφείλει να μπορεί να διακρίνει ανάμεσα στην ανάγκη αντιμετώπισης μιας πραγματικής δημοσιονομικής και χρηματοδοτικής κρίσης, στην επιλογή του συγκεκριμένου μείγματος προσαρμογής, στην κατανομή του κοινωνικού κόστους, στην ποιότητα της διαπραγμάτευσης, στην προετοιμασία της δημόσιας διοίκησης και στον τρόπο με τον οποίο εξηγήθηκαν οι αποφάσεις στην κοινωνία. Αυτά αποτελούν διαφορετικά επίπεδα ευθύνης και δεν είναι επιστημονικά σοβαρό να συγχωνεύονται σε μία συνολική ετυμηγορία.
Η στρατηγική αξία μιας τέτοιας διαδικασίας είναι ότι θα μπορούσε να μετατρέψει το κυβερνητικό παρελθόν από μόνιμη αμυντική υποχρέωση σε τεκμήριο θεσμικής μάθησης. Τα κόμματα που έχουν κυβερνήσει δεν μπορούν να προσφέρουν την αθωότητα του πολιτικά άπειρου. Μπορούν όμως να προσφέρουν κάτι ενδεχομένως σημαντικότερο: τη δυνατότητα να αποδείξουν ότι γνωρίζουν, από εμπειρία, ποιοι μηχανισμοί αποτυγχάνουν και γιατί. Η εμπειρία αποκτά πολιτική αξία όταν μετατρέπεται σε βελτιωμένη ικανότητα διακυβέρνησης.
Για να συμβεί αυτό, η αυτοκριτική δεν πρέπει να είναι αόριστη αλλά θεματική. Στη δημόσια διοίκηση, για παράδειγμα, το ερώτημα δεν είναι αν «έγιναν λάθη», αλλά γιατί επανειλημμένες μεταρρυθμίσεις δεν κατόρθωσαν να περιορίσουν αρκετά την κομματικοποίηση και την πολυνομία. Στην οικονομική πολιτική, το ερώτημα είναι γιατί περίοδοι ισχυρής ανάπτυξης δεν χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο για παραγωγικό μετασχηματισμό και δημοσιονομική θωράκιση. Στην κοινωνική πολιτική, το ερώτημα είναι γιατί η μεγάλη αύξηση της κοινωνικής δαπάνης δεν συνοδεύτηκε πάντοτε από αντίστοιχη αποτελεσματικότητα, καθολικότητα και στόχευση. Στην εκπαίδευση, γιατί η μαζικοποίηση δεν κατόρθωσε να εξαλείψει τη βαθιά εξάρτηση της εκπαιδευτικής επίδοσης από το οικογενειακό περιβάλλον. Στους θεσμούς, γιατί η αποκατάσταση της δημοκρατίας δεν ολοκληρώθηκε σε ένα εξίσου ισχυρό καθεστώς διοικητικής λογοδοσίας.
Η αυτοκριτική γίνεται έτσι πρόγραμμα. Δεν λειτουργεί ως απολογισμός που κλείνει το παρελθόν, αλλά ως μηχανισμός που παράγει αρχές για το μέλλον. Η παραδοχή της πελατειακής διείσδυσης οδηγεί στην ισχυρότερη αξιοκρατία. Η αναγνώριση δημοσιονομικών αποκλίσεων οδηγεί σε ανεξάρτητη και διαφανή κοστολόγηση. Η εμπειρία κοινωνικών πολιτικών χαμηλής αποτελεσματικότητας οδηγεί στην αξιολόγηση αποτελεσμάτων αντί στη μέτρηση μόνο της δαπάνης. Η διαπίστωση της υπερβολικής εξάρτησης από την κατανάλωση οδηγεί σε παραγωγική στρατηγική. Χωρίς αυτή τη σύνδεση, η αυτοκριτική παραμένει ιστοριογραφική άσκηση. Με αυτή τη σύνδεση, αποκτά στρατηγικό περιεχόμενο.
Υπάρχουν ασφαλώς κίνδυνοι. Μια εσωκομματική συζήτηση για το παρελθόν μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε αναδρομική σύγκρουση παρατάξεων, προσωπικοτήτων και περιόδων. Η μία γενιά μπορεί να χρησιμοποιήσει την αυτοκριτική για να απονομιμοποιήσει την προηγούμενη, οι διαφορετικές παραδόσεις να μετατρέψουν την ιστορία σε εργαλείο σημερινών συσχετισμών και το κόμμα να εγκλωβιστεί ξανά σε ζητήματα που ενδιαφέρουν περισσότερο το εσωτερικό του ακροατήριο από την κοινωνία. Εξίσου λανθασμένο θα ήταν να αντιμετωπιστεί η αυτοκριτική ως προσπάθεια να ικανοποιηθεί κάθε αντίπαλη αφήγηση για την ιστορία του ΠΑΣΟΚ. Ένα κόμμα που αποδέχεται άκριτα το ερμηνευτικό πλαίσιο των πολιτικών του αντιπάλων δεν δείχνει ωριμότητα αλλά απώλεια αυτονομίας.
Για τον λόγο αυτό, η συστηματική ιστορική επανεκτίμηση χρειάζεται δικό της κανονιστικό μέτρο. Το ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να αξιολογήσει τις περιόδους διακυβέρνησής του με σταθερά κριτήρια: κοινωνική ένταξη, δημοκρατική ποιότητα, παραγωγική αποτελεσματικότητα, δημοσιονομική βιωσιμότητα, θεσμική επάρκεια, ισότητα ευκαιριών, ευρωπαϊκή θέση της χώρας. Καμία περίοδος δεν θα εμφανιζόταν τότε ως απολύτως επιτυχημένη ή απολύτως αποτυχημένη. Θα φαινόταν, αντιθέτως, ποια προβλήματα έλυσε, ποια δημιούργησε, ποια κληρονόμησε και ποια άφησε άλυτα.
Αυτό θα επέτρεπε και έναν διαφορετικό τύπο σχέσης με την κοινωνία. Η πολιτική εμπιστοσύνη δεν προϋποθέτει την πεποίθηση ότι ένα κόμμα δεν έκανε ποτέ λάθη. Τέτοια αξίωση είναι ούτως ή άλλως μη πειστική για οποιοδήποτε κόμμα έχει κυβερνήσει επί δεκαετίες. Προϋποθέτει όμως τη βεβαιότητα ότι το κόμμα έχει την ικανότητα να αναγνωρίζει τις αποτυχίες του, να εντοπίζει τις αιτίες τους και να αλλάζει τις πρακτικές που τις παρήγαγαν. Σε αυτή την έννοια της θεσμικής μάθησης βρίσκεται η πραγματική πολιτική αξία της αυτοκριτικής.
.
Πρόσφατα σχόλια