Το ερώτημα αν το σημερινό ΠΑΣΟΚ πρέπει να αναζητήσει την ιστορική του αναφορά περισσότερο στο 1981 ή στο 1996 εμφανίζεται συχνά ως αντιπαράθεση δύο πολιτικών ταυτοτήτων. Από τη μία βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ της Αλλαγής, της κοινωνικής ενσωμάτωσης και της αναδιανομής  Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ του εκσυγχρονισμού, της ευρωπαϊκής σύγκλισης, και μιας περισσότερο θεσμικής αντίληψης περί διακυβέρνησης. Η αντιπαράθεση έχει πραγματική ιστορική βάση. Γίνεται όμως πολιτικά παραπλανητική όταν αντιμετωπίζει τις δύο περιόδους ως έτοιμα πρότυπα ανάμεσα στα οποία αρκεί να επιλεγεί το καταλληλότερο.

Το 1981 δεν ήταν απλώς διαφορετικό πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής. Αντιπροσώπευε διαφορετική ιστορική λειτουργία. Το ΠΑΣΟΚ εξέφρασε κοινωνικά στρώματα που ζητούσαν όχι μόνο καλύτερα εισοδήματα αλλά πληρέστερη ένταξη στο πολιτικό σύστημα. Η ισχύς του προέκυψε από τη συνάντηση πολιτικής δημοκρατικοποίησης, κοινωνικής αναγνώρισης και υλικής βελτίωσης. Η έννοια της Αλλαγής ήταν ισχυρή επειδή συμπύκνωνε πολλαπλές απαιτήσεις σε μία κατεύθυνση: διεύρυνση της συμμετοχής, κοινωνικό κράτος, αναγνώριση ιστορικά αποκλεισμένων πολιτικών ταυτοτήτων, μεγαλύτερη πρόσβαση στην εκπαίδευση και στο κράτος, ενίσχυση της περιφέρειας και ανακατανομή πόρων.

Αυτό εξηγεί γιατί ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός του 1981 δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο με δημοσιονομικούς δείκτες. Η βασική του λειτουργία ήταν η αλλαγή των όρων κοινωνικής και πολιτικής συμμετοχής. Ένα κράτος που μέχρι τότε βιωνόταν από σημαντικά τμήματα της κοινωνίας ως ξένο, ιεραρχικό ή αποκλειστικό μετατράπηκε σταδιακά σε βασικό πεδίο άσκησης κοινωνικών δικαιωμάτων και πολιτικών προσδοκιών. Η επέκταση αυτή είχε ισχυρό δημοκρατικό περιεχόμενο.

Η ίδια διαδικασία, ωστόσο, περιείχε τις αντιφάσεις της. Η κοινωνική ενσωμάτωση δεν διαχωρίστηκε πάντοτε από την κομματική ενσωμάτωση. Η διεύρυνση του κράτους δεν συνοδεύθηκε στον ίδιο βαθμό από ενίσχυση της διοικητικής του ικανότητας. Η αναδιανομή δεν στηρίχθηκε πάντοτε σε ανάλογη βελτίωση της παραγωγικότητας. Η πολιτική αναγνώριση κοινωνικών ομάδων μπορούσε να μετατρέπεται σε κατακερματισμένη ικανοποίηση επιμέρους αιτημάτων. Η μαζική συμμετοχή στο κόμμα δεν απέτρεψε την ανάπτυξη πελατειακών μηχανισμών. Η μεγάλη ιστορική συμβολή του 1981 δεν ακυρώνεται από αυτές τις παθογένειες, αλλά ούτε μπορεί να αποσυνδεθεί από αυτές όταν αναζητείται η σημερινή του χρησιμότητα.

Το 1996 αντιπροσώπευε διαφορετική απάντηση σε διαφορετικό πρόβλημα. Το ερώτημα δεν ήταν πλέον πρωτίστως πώς θα ενταχθούν κοινωνικά και πολιτικά όσοι βρίσκονταν στην περιφέρεια του συστήματος, αλλά πώς η Ελλάδα θα μειώσει το θεσμικό, οικονομικό και τεχνολογικό χάσμα που τη χώριζε από τις περισσότερο ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Η έννοια του εκσυγχρονισμού συγκρότησε μια νέα κυβερνητική ορθολογικότητα: ευρωπαϊκή σύγκλιση, σταθερότητα, μεγάλα έργα υποδομής, διοικητική αποτελεσματικότητα, τεχνολογική προσαρμογή, ισχυρότερη θεσμική ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η αλλαγή δεν ήταν απλώς προγραμματική. Αφορούσε την κοινωνική φυσιογνωμία και τον τρόπο λειτουργίας του ίδιου του κόμματος. Το ΠΑΣΟΚ άρχισε να απομακρύνεται από τη μορφή του κλασικού μαζικού κινήματος και να προσεγγίζει περισσότερο το επαγγελματοποιημένο κόμμα διακυβέρνησης. Η πολιτική επικοινωνία προσωποποιήθηκε και διαμεσολαβήθηκε περισσότερο από τα μέσα ενημέρωσης, ενώ η τεχνοκρατική επάρκεια απέκτησε μεγαλύτερη σημασία έναντι της οργανωτικής κινητοποίησης. Η αλλαγή αυτή ήταν μέρος ευρύτερης ευρωπαϊκής τάσης της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά είχε ιδιαίτερες συνέπειες για ένα κόμμα του οποίου η προηγούμενη ισχύς στηριζόταν στη βαθιά κοινωνική εγκατάσταση.

Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της εκσυγχρονιστικής περιόδου ήταν ότι επανέφερε στο κέντρο της πολιτικής τη θεσμική και οικονομική ικανότητα. Μια κοινωνική πολιτική χωρίς παραγωγικούς πόρους δεν είναι βιώσιμη. Ένα κράτος με διευρυμένες αρμοδιότητες αλλά περιορισμένη διοικητική αποτελεσματικότητα δεν μπορεί να εγγυηθεί ούτε κοινωνική δικαιοσύνη ούτε ίση μεταχείριση. Μια χώρα που συμμετέχει στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τη θεσμική προσαρμογή ως εξωτερικό καταναγκασμό. Υπό αυτή την έννοια, ο εκσυγχρονισμός διόρθωσε πραγματικές αδυναμίες της προηγούμενης περιόδου.

Η δική του αντίφαση βρισκόταν αλλού. Όταν ο εκσυγχρονισμός μετατρέπεται από μέσο κοινωνικής προόδου σε αυτοτελές πολιτικό πρόταγμα, κινδυνεύει να χάσει το κοινωνικό υποκείμενο στο όνομα του οποίου πραγματοποιείται. Η σύγκλιση με την Ευρώπη, η μακροοικονομική σταθερότητα, η τεχνολογική αναβάθμιση και η θεσμική αποτελεσματικότητα είναι μέσα για τη βελτίωση της συλλογικής ζωής, όχι αυτάρκεις τελικοί σκοποί. Όταν η κοινωνική διανομή των ωφελειών γίνεται δευτερεύον ζήτημα, η σοσιαλδημοκρατία μπορεί να διατηρεί κυβερνητική επάρκεια αλλά να αποδυναμώνει τη διακριτή κοινωνική της ταυτότητα.

Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας της σύγκρουσης των δύο παραδόσεων. Το 1981 έθετε πρωτίστως το ερώτημα «ποιοι συμμετέχουν;». Το 1996 έθετε περισσότερο το ερώτημα «πώς λειτουργεί αποτελεσματικότερα το σύστημα;». Το πρώτο ενδιαφερόταν για τη διεύρυνση της κοινωνικής βάσης της δημοκρατίας. Το δεύτερο για την αναβάθμιση της ικανότητας του κράτους και της οικονομίας. Το πρώτο κινδύνευε να υποτιμήσει τους περιορισμούς. Το δεύτερο κινδύνευε να υποτιμήσει τις κοινωνικές σχέσεις ισχύος που κρύβονται πίσω από αυτούς.

Για το ΠΑΣΟΚ του 2026, η επιλογή μιας μόνο παράδοσης θα ήταν αδιέξοδη. Μια προσπάθεια επιστροφής στο 1981 θα μπορούσε να ανακτήσει το λεξιλόγιο κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά όχι τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που του έδιναν τότε συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε περίοδο μαζικής αστικοποίησης, δεν διαθέτει ανεξάντλητη δυνατότητα διεύρυνσης του δημόσιου τομέα και δεν μπορεί να οργανώσει τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου μέσω μιας μόνιμης αύξησης δημόσιων μεταβιβάσεων χωρίς αντίστοιχη παραγωγική βάση.

Μια απλή επιστροφή στο 1996 θα ήταν εξίσου ανεπαρκής. Η σημερινή κοινωνία έχει ήδη βιώσει τις συνέπειες μιας μακράς κρίσης, της μισθολογικής πίεσης, της στεγαστικής επιβάρυνσης, της δημογραφικής συρρίκνωσης και της αβεβαιότητας της εργασίας. Η επίκληση της μεταρρύθμισης, της ευρωπαϊκής κανονικότητας και της τεχνοκρατικής επάρκειας δεν αρκεί για να συγκροτήσει προοδευτική πολιτική ταυτότητα. Επιπλέον, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση και την επιστροφή της βιομηχανικής πολιτικής, ακόμη και η ευρωπαϊκή συζήτηση έχει απομακρυνθεί από την απλουστευτική εκδοχή της δεκαετίας του 1990 που θεωρούσε την απελευθέρωση των αγορών και τη μακροοικονομική πειθαρχία σχεδόν επαρκείς μηχανισμούς σύγκλισης.

Η αναγκαία σύνθεση δεν είναι επομένως ένας μέσος όρος ανάμεσα στις δύο περιόδους. Δεν αρκεί να προστεθεί λίγη περισσότερη κοινωνική πολιτική στον εκσυγχρονισμό ή λίγη περισσότερη διοικητική αποτελεσματικότητα στην παραδοσιακή αναδιανομή. Χρειάζεται διαφορετική σχέση μεταξύ τους: ο εκσυγχρονισμός να αποκτήσει ρητό κοινωνικό σκοπό και η κοινωνική πολιτική να αποκτήσει παραγωγική και θεσμική βάση.

Αυτό θα μπορούσε να ονομαστεί κοινωνικός εκσυγχρονισμός μόνο εφόσον η έννοια χρησιμοποιηθεί με αυστηρό περιεχόμενο. Δεν θα σημαίνει τεχνοκρατική μεταρρύθμιση με κοινωνικά αντισταθμίσματα. Θα σημαίνει μεταρρύθμιση των ίδιων των θεσμών που παράγουν ανισότητα, χαμηλή παραγωγικότητα και αποκλεισμό. Ένα σχολείο υψηλότερης ποιότητας είναι ταυτόχρονα κοινωνική και εκσυγχρονιστική πολιτική. Η αξιοκρατική δημόσια διοίκηση είναι κοινωνική πολιτική όταν περιορίζει το πλεονέκτημα των άτυπων δικτύων. Η αύξηση της παραγωγικότητας είναι κοινωνική πολιτική όταν μετατρέπεται σε καλύτερες αμοιβές και μεγαλύτερη χρηματοδοτική βάση για δημόσιες υπηρεσίες. Η στεγαστική πολιτική είναι αναπτυξιακή πολιτική όταν αυξάνει την εργασιακή και γεωγραφική κινητικότητα. Η ενίσχυση του ανταγωνισμού είναι πολιτική ισότητας όταν περιορίζει τις προσόδους των κλειστών αγορών.

Υπό αυτή την οπτική, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι «Ανδρέας ή Σημίτης». Είναι ποια ιστορική λειτουργία των δύο περιόδων παραμένει αναγκαία σήμερα. Από το 1981, το ΠΑΣΟΚ χρειάζεται να διατηρήσει την αντίληψη ότι η πολιτική έχει νόημα όταν μεταβάλλει τις πραγματικές δυνατότητες ζωής κοινωνικών ομάδων και όταν διευρύνει τη συμμετοχή στην ευημερία και στην εξουσία. Από το 1996 χρειάζεται να διατηρήσει την αντίληψη ότι η κοινωνική πρόοδος απαιτεί θεσμούς, παραγωγική ικανότητα, αξιολόγηση, ευρωπαϊκή παρουσία και διοικητική επάρκεια.

Αντίστοιχα, οφείλει να εγκαταλείψει τις παθογένειες και των δύο παραδόσεων: από την πρώτη, την ταύτιση της κοινωνικής προστασίας με την κρατική επέκταση και της πολιτικής συμμετοχής με την κομματική διαμεσολάβηση· από τη δεύτερη, την τάση να αντιμετωπίζεται η κοινωνία ως αποδέκτης μιας ορθολογικά σχεδιασμένης μεταρρύθμισης περισσότερο παρά ως ενεργό υποκείμενο που πρέπει να συμμετέχει στη διαμόρφωση και στα οφέλη της.

Το ΠΑΣΟΚ δεν χρειάζεται τελικά να αποφασίσει ποια από τις δύο ιστορικές του στιγμές ήταν αυθεντικότερη. Η συζήτηση περί αυθεντικότητας είναι περισσότερο χρήσιμη στην πολιτική μνήμη παρά στη στρατηγική. Χρειάζεται να αναγνωρίσει ότι οι δύο περίοδοι απάντησαν σε διαφορετικές ιστορικές ανεπάρκειες της ελληνικής κοινωνίας: η πρώτη στο έλλειμμα κοινωνικής και πολιτικής ένταξης, η δεύτερη στο έλλειμμα θεσμικής και ευρωπαϊκής προσαρμογής.

Η Ελλάδα του 2026 παρουσιάζει ταυτόχρονα στοιχεία και των δύο προβλημάτων. Διαθέτει ισχυρότερη θεσμική και ευρωπαϊκή ενσωμάτωση από τη χώρα του 1981, αλλά εξακολουθεί να εμφανίζει αδύναμη παραγωγικότητα, άνιση πρόσβαση σε ευκαιρίες, στεγαστική πίεση, θεσμικές δυσλειτουργίες και ισχυρή κοινωνική αβεβαιότητα. Χρειάζεται επομένως πολιτική που να επανενώνει την κοινωνική ένταξη με τη θεσμική ικανότητα.

Το πολιτικά γόνιμο παρελθόν δεν είναι εκείνο που αντιγράφεται. Είναι εκείνο από το οποίο εξάγεται μια αρχή δράσης κατάλληλη για διαφορετικές συνθήκες. Αν το 1981 έδειξε ότι η κοινωνία μπορεί να αλλάξει όταν νέες ομάδες αποκτούν θέση στο πολιτικό σύστημα και το 1996 ότι η κοινωνική πρόοδος χρειάζεται αποτελεσματικούς θεσμούς και ευρωπαϊκή προσαρμογή, η σημερινή πρόκληση είναι να συνδεθούν οι δύο αυτές απαιτήσεις σε ένα σχέδιο που δεν υπήρξε ολοκληρωμένα ούτε στη μία ούτε στην άλλη περίοδο.