Η πολιτική αντιπροσώπευση δεν μεταφέρει απλώς έτοιμα κοινωνικά συμφέροντα από την κοινωνία προς το κράτος. Τα ίδια τα συμφέροντα συγκροτούνται, ορίζονται και συχνά αποκτούν πολιτική συνείδηση μέσα από θεσμούς, νόμους και δημόσιες πολιτικές. 

Η παραδοσιακή πολιτική κοινωνιολογία αντιμετώπιζε την κοινωνική τάξη ως έναν από τους βασικούς μηχανισμούς συγκρότησης πολιτικού συμφέροντος. Ο μισθωτός, ο αγρότης, ο αυτοαπασχολούμενος, ο επιχειρηματίας, ο δημόσιος υπάλληλος ή ο ιδιοκτήτης δεν ήταν ποτέ εσωτερικά ομοιογενείς κατηγορίες. Είχαν όμως κοινές σχέσεις με την παραγωγή, την αγορά και το κράτος αρκετά ισχυρές ώστε να υποστηρίζουν συνδικάτα, επαγγελματικές οργανώσεις, κομματικές ταυτίσεις και σχετικά σταθερές κοινωνικές συμμαχίες.

Η σύγχρονη πραγματικότητα είναι πολύ λιγότερο ευθύγραμμη. Ένας άνθρωπος δεν είναι μόνο μισθωτός ή αυτοαπασχολούμενος. Μπορεί ταυτόχρονα να είναι γονέας τριών παιδιών, ιδιοκτήτης ενός μικρού ακινήτου, δανειολήπτης, κάτοικος περιφέρειας και μέλος νοικοκυριού με ηλικιωμένο εξαρτώμενο πρόσωπο. Οι κοινωνικές θέσεις αλληλοεπικαλύπτονται. Η ίδια επαγγελματική τάξη μπορεί να περιλαμβάνει ενοικιαστές και ιδιοκτήτες, νέους και ηλικιωμένους, οικογένειες με παιδιά και χωρίς παιδιά, κατοίκους μεγάλων πόλεων και μικρών οικισμών.

Η πρόσφατη οικονομική πολιτική αποτυπώνει ακριβώς αυτή την πολυδιάσπαση, καθώς οι παρεμβάσεις απευθύνονται σε διακριτές κατηγορίες όπως οικογένειες με τρία παιδιά, αγρότες, συνταξιούχοι και δημόσιοι υπάλληλοι. Αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει οποιαδήποτε πολιτική σκοπιμότητα. Αντίθετα, μπορεί να θεωρηθεί αποτέλεσμα ακριβέστερης διοικητικής ικανότητας: διαφορετικά προβλήματα αντιμετωπίζονται με διαφορετικά εργαλεία.

Η βαθύτερη συνέπεια βρίσκεται αλλού. Μόλις το κράτος δημιουργήσει μια κατηγορία δικαιούχων, της δίνει θεσμική υπόσταση. Ορίζει ποιος ανήκει και ποιος όχι, ποια δικαιώματα απορρέουν από την ιδιότητα και ποια δημόσια χρηματοδότηση συνδέεται μαζί της. Η κατηγορία παύει να είναι απλή κοινωνική περιγραφή και αποκτά κανονιστικό περιεχόμενο.

Ο «τρίτεκνος» δεν είναι πλέον μόνο γονέας τριών παιδιών· είναι πιθανός φορέας συγκεκριμένης φορολογικής θέσης. Ο «συνταξιούχος άνω συγκεκριμένης ηλικίας» αποκτά συγκεκριμένη σχέση με μια παροχή. Ο «κάτοικος συγκεκριμένης γεωγραφικής ζώνης» μπορεί να αποκτά διαφορετική φορολογική θέση από τον κάτοικο γειτονικής περιοχής. Με τον τρόπο αυτό, η διοίκηση κατασκευάζει κοινωνικές οριοθετήσεις που αποκτούν υλική αξία.

Η πολιτική επιστήμη έχει αναδείξει αυτό το φαινόμενο μέσα από τη θεωρία της πολιτικής ανατροφοδότησης. Οι δημόσιες πολιτικές δεν απαντούν μόνο στις απαιτήσεις κοινωνικών ομάδων· διαμορφώνουν τις ίδιες τις ομάδες που αργότερα τις υπερασπίζονται. Δημιουργούν δικαιώματα, προσδοκίες, κοινές εμπειρίες και κίνητρα οργάνωσης.

Το ασφαλιστικό κράτος είναι κλασικό παράδειγμα. Οι συνταξιούχοι δεν αποτελούν απλώς ηλικιακή ομάδα. Αποτελούν κατηγορία με κοινή σχέση προς συγκεκριμένο θεσμό, επαναλαμβανόμενη παροχή και σαφές ενδιαφέρον για κανόνες αναπροσαρμογής. Η κοινή αυτή σχέση διευκολύνει τη συλλογική πολιτική ταυτότητα περισσότερο από ό,τι θα έκανε μόνο η ηλικία.

Το νέο στοιχείο σήμερα είναι η πολλαπλασιαζόμενη λεπτομέρεια των κατηγοριών. Η ψηφιακή διοίκηση επιτρέπει διασταύρωση φορολογικού εισοδήματος, επαγγέλματος, οικογενειακής κατάστασης, ηλικίας, περιουσίας και γεωγραφίας. Το κράτος μπορεί να σχεδιάζει παρεμβάσεις για όλο και μικρότερα σύνολα πολιτών.

Αυτή η δυνατότητα είναι διαχειριστικά ελκυστική. Περιορίζει το δημοσιονομικό κόστος της καθολικής παροχής και αυξάνει το ποσό ανά δικαιούχο. Ταυτόχρονα όμως κατακερματίζει το πεδίο της κοινωνικής πολιτικής σε πλήθος διακριτών σχέσεων μεταξύ κράτους και πολίτη.

Η μετατόπιση μπορεί να περιγραφεί ως μετάβαση από την «πολιτική της τάξης» στην «πολιτική της ιδιότητας». Η πρώτη οργανώνει συμφέροντα βάσει σχετικά μόνιμης θέσης μέσα στην οικονομική δομή. Η δεύτερη οργανώνει δικαιώματα γύρω από συγκεκριμένες πλευρές της ζωής του πολίτη. Η πρώτη είναι ευρεία αλλά συχνά αδρή. Η δεύτερη ακριβέστερη αλλά περισσότερο κατακερματισμένη.

Δεν σημαίνει ότι οι τάξεις εξαφανίζονται. Η ανισότητα πλούτου, εισοδήματος, ιδιοκτησίας και διαπραγματευτικής δύναμης εξακολουθεί να υφίσταται. Απλώς δεν συμπίπτει πλέον πλήρως με τις κατηγορίες μέσω των οποίων ασκείται η κοινωνική πολιτική.

Αυτό παράγει ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα: μια δημοσιονομική κατηγορία μπορεί να τέμνει περισσότερες από μία κοινωνικές τάξεις. Οι τρίτεκνες οικογένειες περιλαμβάνουν χαμηλά, μεσαία και υψηλότερα εισοδήματα. Οι συνταξιούχοι περιλαμβάνουν ανθρώπους με πολύ διαφορετικές συντάξεις, περιουσίες και κοινωνικές διαδρομές. Η κοινή παροχή δημιουργεί συγκεκριμένο κοινό συμφέρον χωρίς να εξαφανίζει τις υπόλοιπες διαφορές.

Έτσι το πολιτικό σύστημα αντιμετωπίζει ολοένα περισσότερες «διασταυρούμενες τομές». Ο ίδιος άνθρωπος έχει περισσότερες από μία δυνητικές πολιτικές ταυτότητες. Μπορεί να ωφελείται από μια πολιτική ως γονέας και να επιβαρύνεται από άλλη ως φορολογούμενος. Μπορεί να υποστηρίζει μια στεγαστική παρέμβαση ως ενοικιαστής αλλά να αντιτίθεται σε συγκεκριμένη φορολογία ως ιδιοκτήτης άλλου ακινήτου.

Η πολλαπλότητα αυτή έχει μία θετική δημοκρατική συνέπεια: εμποδίζει την κοινωνία να χωριστεί πλήρως σε δύο απόλυτα αντίπαλα μπλοκ. Όταν οι κοινωνικές τομές διασταυρώνονται, οι πολίτες δεν έχουν μία και μοναδική πηγή συμφέροντος. Αυτό μπορεί να ευνοεί συμβιβασμούς.

Ταυτόχρονα όμως δυσκολεύει τη σταθερή αντιπροσώπευση. Ένα κόμμα ή ένας κοινωνικός φορέας δεν μπορεί πλέον να υποθέσει ότι η επαγγελματική ή εισοδηματική θέση αρκεί για να προβλέψει πολιτική συμπεριφορά. Χρειάζεται να συνθέσει περισσότερες διαστάσεις ταυτόχρονα.

Η δυσκολία αυτή φαίνεται έντονα στη λεγόμενη «μεσαία τάξη». Πρόκειται για έννοια που χρησιμοποιείται πολιτικά πολύ ευρύτερα από όσο επιτρέπει η κοινωνιολογική της ακρίβεια. Ένας μισθωτός, ένας μικρός επιχειρηματίας, ένας ελεύθερος επαγγελματίας και ένας δημόσιος υπάλληλος μπορεί να αυτοπροσδιορίζονται όλοι ως μεσαία τάξη, ενώ έχουν εντελώς διαφορετική σχέση με τη φορολογία, την αγορά εργασίας και το κοινωνικό κράτος.

Η κατηγοριακή πολιτική επιτρέπει να αντιμετωπιστούν οι διαφορές αυτές. Δεν λύνει όμως το πρόβλημα της πολιτικής σύνθεσης. Αντιθέτως, μπορεί να το εντείνει.

Όταν κάθε ομάδα αποκτά δικό της ειδικό μέτρο, η πολιτική σχέση με το κράτος γίνεται περισσότερο εξατομικευμένη. Ο πολίτης μαθαίνει να αξιολογεί το πακέτο με βάση το αν βρίσκεται μέσα ή έξω από τις συγκεκριμένες κατηγορίες. Το ερώτημα «ποια είναι η γενική οικονομική πολιτική;» μπορεί να υποχωρεί μπροστά στο «ποιο είναι το δικό μου μέτρο;».

Εδώ εμφανίζεται ο κίνδυνος της «δημοσιονομικής εξατομίκευσης της πολιτικής». Ο προϋπολογισμός παύει να γίνεται αντιληπτός πρωτίστως ως συλλογική ιεράρχηση και εμφανίζεται σαν κατάλογος ατομικών λογαριασμών με διαφορετικό καθαρό όφελος ανά πολίτη.

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να αποδυναμώνει τη δυνατότητα μεγάλων κοινωνικών συμβιβασμών. Ένα λειτουργικό κοινωνικό κράτος απαιτεί οι πολίτες να αποδέχονται ότι δεν θα ωφελούνται άμεσα από κάθε δημόσια δαπάνη. Ο νέος εργαζόμενος χρηματοδοτεί συντάξεις που δεν λαμβάνει σήμερα. Ο υγιής χρηματοδοτεί υγειονομική περίθαλψη που μπορεί να μη χρησιμοποιήσει. Ο κάτοικος μιας περιοχής χρηματοδοτεί υποδομές άλλης περιοχής. Η κοινωνική αλληλεγγύη προϋποθέτει αποδοχή μη άμεσης ανταποδοτικότητας.

Η υπερβολικά κατηγοριακή πολιτική μπορεί να μεταβάλει αυτή την αντίληψη. Αν κάθε ομάδα μαθαίνει να αναζητά το δικό της ισοδύναμο δημοσιονομικό όφελος, τότε μια πολιτική που ωφελεί άλλους εμφανίζεται ευκολότερα ως απώλεια για την ίδια. Ο κοινωνικός συμβιβασμός μετατρέπεται σε άθροισμα λογιστικών απαιτήσεων.

Αυτό δεν είναι αναπόφευκτο. Εξαρτάται από το αν τα ειδικά μέτρα εντάσσονται σε ένα συνεκτικό γενικό πλαίσιο. Αν, για παράδειγμα, οι οικογενειακές παρεμβάσεις παρουσιάζονται ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής δημογραφικής και κοινωνικής αναπαραγωγής, η ομάδα των δικαιούχων μπορεί να κατανοηθεί μέσα σε συλλογικό σκοπό. Αν οι περιφερειακές ελαφρύνσεις εντάσσονται σε σχέδιο ισόρροπης ανάπτυξης, δεν είναι απλώς προνόμιο μιας περιοχής αλλά τμήμα εθνικής χωρικής πολιτικής.

Η σύνθεση είναι επομένως πολιτικό έργο, όχι διοικητική λειτουργία. Η διοίκηση μπορεί να προσδιορίσει ακριβώς ποιος δικαιούται τι. Δεν μπορεί από μόνη της να εξηγήσει γιατί οι διαφορετικές παροχές αποτελούν μέρη του ίδιου κοινωνικού σχεδίου.

Αυτό συνδέεται άμεσα με τη γραμμή της υπάρχουσας αρθρογραφίας για την κρίση αντιπροσώπευσης. Η σελίδα έχει ήδη επισημάνει ότι η ύπαρξη κοινωνικής δυσαρέσκειας δεν παράγει αυτομάτως πολιτική αντιπροσώπευση· απαιτείται σύνδεση συγκεκριμένων κοινωνικών εμπειριών με συνεκτικό πολιτικό πρόγραμμα. Το ίδιο ισχύει για τις θετικές παροχές: η ύπαρξη πολλών επιμέρους ωφελειών δεν συγκροτεί από μόνη της κοινωνική συμμαχία.

Η μεγαλύτερη θεωρητική διαφορά από παλαιότερες μορφές αντιπροσώπευσης βρίσκεται ακριβώς εδώ. Η τάξη παρείχε μια συνολική ερμηνεία κοινωνικής θέσης. Η δημοσιονομική κατηγορία παρέχει συγκεκριμένο δικαίωμα. Το πρώτο είναι πιο ασαφές αλλά βαθύτερο. Το δεύτερο ακριβέστερο αλλά στενότερο.

Η πολιτική δεν μπορεί να επιστρέψει σε ένα παρελθόν καθαρών ταξικών διαχωρισμών που δεν υπάρχει πλέον. Μπορεί όμως να αποφύγει το αντίθετο άκρο: μια κοινωνία εκατοντάδων διοικητικών κατηγοριών χωρίς κοινό πλαίσιο συμφέροντος.

Η καλή αντιπροσώπευση της σύγχρονης κοινωνίας απαιτεί «πολυεπίπεδη σύνθεση». Πρέπει να αναγνωρίζει συγκεκριμένες ανάγκες χωρίς να θεωρεί ότι αυτές εξαντλούν την ταυτότητα του πολίτη. Να συνδέει οικογενειακή, επαγγελματική, ηλικιακή και γεωγραφική θέση με γενικότερες επιλογές για εργασία, παραγωγή, δημόσιες υπηρεσίες και κοινωνική κινητικότητα.

Μια τρίτεκνη οικογένεια δεν χρειάζεται μόνο φορολογική απαλλαγή. Χρειάζεται παιδική φροντίδα, σχολείο, κατοικία, εργασία και εισόδημα. Ένας αγρότης δεν χρειάζεται μόνο ειδικό φορολογικό συντελεστή. Χρειάζεται παραγωγικότητα, νερό, αγορά, υποδομές, πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Ο συνταξιούχος δεν χρειάζεται μόνο ετήσια ενίσχυση αλλά υγεία και προστασία αγοραστικής δύναμης. Ο δημόσιος υπάλληλος δεν είναι μόνο δικαιούχος ενός επιδόματος αλλά εργαζόμενος μέσα σε θεσμό του οποίου η ποιότητα επηρεάζει ολόκληρη την κοινωνία.

Όσο περισσότερο η πολιτική συνδέει το ειδικό μέτρο με αυτή τη συνολική θέση, τόσο περισσότερο μπορεί να δημιουργήσει πραγματική αντιπροσώπευση. Όσο περισσότερο περιορίζεται στην κατηγορία, τόσο περισσότερο η σχέση παραμένει διαχειριστική.