Η συμπλήρωση σχεδόν δώδεκα ετών από την πρώτη Σύνοδο Κορυφής Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου επιτρέπει πλέον μια αξιολόγηση διαφορετική από εκείνη που ήταν δυνατή στα πρώτα στάδια του μηχανισμού. Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν η τριμερής υπήρξε διπλωματικά χρήσιμη ούτε αν επέτρεψε συχνότερη επικοινωνία μεταξύ τριών κρατών με σημαντικά συγκλίνοντα συμφέροντα. Αυτά έχουν ήδη αποδειχθεί. Το ουσιώδες ζήτημα είναι αν η επαναλαμβανόμενη συνεργασία έχει αποκτήσει αρκετή διάρκεια, διοικητικό βάθος, λειτουργική διαφοροποίηση και υλική βάση ώστε να θεωρείται τμήμα της περιφερειακής αρχιτεκτονικής της Ανατολικής Μεσογείου και όχι απλώς μία ακόμη μορφή περιοδικής διακρατικής συνεννόησης.

Μια διπλωματική συνεννόηση μπορεί να είναι περιστασιακή, να εξαρτάται από συγκεκριμένη συγκυρία και να ατονεί όταν αλλάξουν οι προτεραιότητες των συμμετεχόντων κρατών. Μια περιφερειακή αρχιτεκτονική είναι κάτι βαθύτερο. Συνήθως επιβιώνει σχετικών αλλαγών του εξωτερικού περιβάλλοντος και, κυρίως, αυξάνει σταδιακά το κόστος της αποσύνδεσης για τα συμμετέχοντα κράτη. Δεν χρειάζεται να είναι υπερεθνική ούτε να διαθέτει δεσμευτικές αποφάσεις. Χρειάζεται όμως να μετατρέπει την πολιτική σύγκλιση από περιστασιακό γεγονός σε αναμενόμενη κανονικότητα.

Η τριμερής έχει ήδη διανύσει σημαντικό μέρος αυτής της απόστασης. Η προπαρασκευαστική συνεργασία είχε αρχίσει από το 2013 σε επίπεδο πολιτικών διευθυντών και υπουργών Εξωτερικών, ενώ η πρώτη Σύνοδος Κορυφής πραγματοποιήθηκε στο Κάιρο τον Νοέμβριο του 2014. Ακολούθησε σειρά συνόδων σε Κάιρο, Λευκωσία και Αθήνα, καθώς και συνεργασία σε υπουργικό, αμυντικό και κοινοβουλευτικό επίπεδο. Το ίδιο το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών περιγράφει πλέον τον μηχανισμό ως συνεργασία που έχει ήδη αποκτήσει θεσμικά θεμέλια και τακτικό χαρακτήρα. Η διάρκεια δεν αποδεικνύει από μόνη της θεσμοποίηση, αποτελεί όμως την πρώτη αναγκαία προϋπόθεσή της.

Οι τρεις χώρες δεσμεύονται σε τακτική παρακολούθηση των συμφωνηθέντων, εντατικότερο συντονισμό μεταξύ κυβερνήσεων και θεσμών, εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα και ενεργοποίηση μόνιμης Γραμματείας με έδρα τη Λευκωσία. Ταυτόχρονα, το πεδίο της συνεργασίας περιλαμβάνει πλέον ενεργειακές διασυνδέσεις, φυσικό αέριο, οικονομία και επενδύσεις, νόμιμη κινητικότητα εργασίας, θαλάσσια ζητήματα, υδατική ασφάλεια και συντονισμό έναντι περιφερειακών κρίσεων.

 Η θεσμική ωρίμανση μιας περιφερειακής συνεργασίας μετριέται κυρίως από τη μετάβαση από την «αρνητική» προς τη «θετική» αλληλεξάρτηση. Η αρνητική αλληλεξάρτηση υπάρχει όταν τα κράτη συνεργάζονται επειδή επιθυμούν να αποτρέψουν απειλές, αβεβαιότητα ή αποσταθεροποίηση. Η θετική αλληλεξάρτηση αρχίζει όταν δημιουργούνται συγκεκριμένα αγαθά που κανένα κράτος δεν μπορεί να παράγει εξίσου αποτελεσματικά μόνο του: ενεργειακές συνδέσεις, εμπορικοί διάδρομοι, επενδυτικές αλυσίδες, οργανωμένη κινητικότητα ανθρώπινου δυναμικού, συντονισμός υποδομών και σταθεροί δίαυλοι πολιτικής διαχείρισης.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στην τριμερή του 2014 και στην τριμερή του 2026. Στην πρώτη περίοδο, η αξία του μηχανισμού βρισκόταν πρωτίστως στην πολιτική σηματοδότηση: τρία κράτη της Ανατολικής Μεσογείου μπορούσαν να οργανώσουν σταθερή συνεννόηση γύρω από το διεθνές δίκαιο, την περιφερειακή σταθερότητα, την ενέργεια και τα κοινά τους συμφέροντα. Σήμερα η πολιτική αξία παραμένει, αλλά δεν αρκεί πλέον ως κριτήριο επιτυχίας. Η συνεργασία κρίνεται όλο και περισσότερο από το αν κατασκευάζεται μια λειτουργική υποδομή σχέσεων πίσω από τις συνόδους.

Το ενεργειακό πεδίο είναι το καθαρότερο παράδειγμα. Η ηλεκτρική διασύνδεση Αιγύπτου–Ελλάδας και η προοπτική αξιοποίησης κυπριακών κοιτασμάτων μέσω αιγυπτιακών εγκαταστάσεων δεν αποτελούν απλώς κοινές διπλωματικές θέσεις. Πρόκειται για ενδεχόμενες επενδύσεις μεγάλης διάρκειας, με υψηλό μη ανακτήσιμο κόστος και εξάρτηση από διακρατική κανονιστική συνέχεια. Η υλοποίησή τους δημιουργεί αυτό που η διεθνής πολιτική οικονομία ονομάζει «ειδικά περιουσιακά στοιχεία»: υποδομές των οποίων η οικονομική αξία εξαρτάται από τη διατήρηση συγκεκριμένης σχέσης συνεργασίας. Η Κοινή Διακήρυξη αναγνωρίζει ρητά τόσο τη στρατηγική σημασία της ηλεκτρικής διασύνδεσης GREGY όσο και την ανάγκη ολοκλήρωσης της σύνδεσης κυπριακών κοιτασμάτων φυσικού αερίου με αιγυπτιακές υποδομές.

Όσο περισσότερα τέτοια στοιχεία συσσωρεύονται, τόσο περισσότερο αλλάζει η ποιότητα της σχέσης. Μια κοινή δήλωση μπορεί να ανακληθεί σχετικά εύκολα. Ένα υποθαλάσσιο καλώδιο, ένας αγωγός, μια αλυσίδα εμπορίας ενέργειας ή μια σταθερή αγορά εργασίας δημιουργούν οικονομικές ομάδες που αποκτούν συμφέρον στη συνέχεια της συνεργασίας. Επιχειρήσεις, διαχειριστές υποδομών, ρυθμιστικές αρχές, υπουργεία και επενδυτές γίνονται φορείς της σχέσης. Η εξωτερική πολιτική παύει να είναι αποκλειστική υπόθεση διπλωματικών υπηρεσιών και αποκτά κοινωνικοοικονομική βάση.

Αυτή η «κοινωνικοποίηση» της συνεργασίας είναι βασικός δείκτης θεσμικού βάθους. Ένας περιφερειακός μηχανισμός γίνεται ανθεκτικότερος όταν δεν εξαρτάται από μία μόνο κορυφαία πολιτική σχέση. Αν εκατοντάδες διοικητικές, οικονομικές και τεχνικές αλληλεπιδράσεις συνεχίζουν να λειτουργούν ανεξαρτήτως της συχνότητας των συναντήσεων κορυφής, η σχέση έχει αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία από την πολιτική συγκυρία.

Η τριμερής εμφανίζει επίσης ένα ιδιαίτερο συγκριτικό πλεονέκτημα ως προς τη γεωπολιτική της σύνθεση. Δεν είναι συνεργασία τριών παρόμοιων κρατών. Οι συμμετέχοντες διαθέτουν διαφορετικά μεγέθη, θεσμικές εντάξεις και γεωγραφικές λειτουργίες. Η Ελλάδα και η Κύπρος είναι κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η Αίγυπτος αποτελεί μεγάλη αραβική και αφρικανική χώρα, με δημογραφικό βάρος, γεωγραφικό έλεγχο κρίσιμων θαλάσσιων συνδέσεων και ισχυρή παρουσία στον αραβικό κόσμο και στην Αφρική. Η ασυμμετρία αυτή θα μπορούσε θεωρητικά να δημιουργεί προβλήματα. Στην πράξη, δημιουργεί και συμπληρωματικότητα.

Για την Αίγυπτο, η συνεργασία προσφέρει πυκνότερη πρόσβαση σε δύο κράτη που συμμετέχουν στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μπορούν να λειτουργούν ως δίαυλοι οικονομικής, ενεργειακής και θεσμικής σύνδεσης με την ευρωπαϊκή αγορά. Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η σχέση παρέχει διαρκή πολιτική πρόσβαση σε ένα κράτος με πολύ μεγαλύτερη πληθυσμιακή και περιφερειακή βαρύτητα από τη δική τους. Δεν πρόκειται επομένως για απλή πρόσθεση ισχύος αλλά για ανταλλαγή διαφορετικών μορφών στρατηγικού κεφαλαίου.

Η σημερινή ανάπτυξη της Στρατηγικής και Συνολικής Εταιρικής Σχέσης ΕΕ–Αιγύπτου ενισχύει αυτή τη λειτουργία. Το 2026 η συνεργασία ΕΕ–Αιγύπτου έχει ήδη οργανωθεί γύρω από πολιτικές σχέσεις, οικονομική σταθερότητα, εμπόριο και επενδύσεις, μετανάστευση και κινητικότητα, ασφάλεια, δημογραφία και ανθρώπινο κεφάλαιο. Η τριμερής συνεπώς δεν βρίσκεται έξω από την ευρύτερη ευρωμεσογειακή αρχιτεκτονική· μπορεί να λειτουργεί ως ενδιάμεσο επίπεδο που μετατρέπει ορισμένα διμερή ή τριμερή συμφέροντα σε ευρωπαϊκά έργα και, αντίστροφα, μεταφέρει ευρωπαϊκούς πόρους και κανόνες προς συγκεκριμένα περιφερειακά εγχειρήματα.

Από τη σκοπιά της θεωρίας των περιφερειακών θεσμών, πρόκειται για ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μορφή «ενσωματωμένης πολυμερούς συνεργασίας». Η τριμερής δεν χρειάζεται να αντικαταστήσει τους μεγαλύτερους οργανισμούς. Αντίθετα, μπορεί να λειτουργεί μέσα σε ένα πυκνό δίκτυο μεγαλύτερων θεσμών και διμερών συμφωνιών. Η χρησιμότητά της βρίσκεται στο μικρό μέγεθος του σχήματος: τρία κράτη μπορούν να εντοπίζουν γρηγορότερα κοινά συμφέροντα, να συντονίζονται πολιτικά και κατόπιν να επιδιώκουν τη χρηματοδότηση ή νομιμοποίηση των έργων τους μέσα από ευρύτερα ευρωπαϊκά και διεθνή πλαίσια.

Αυτή είναι η ουσία του σύγχρονου «μινιμερούς» συνεργατισμού. Σε ένα διεθνές σύστημα όπου μεγάλοι πολυμερείς οργανισμοί δυσκολεύονται συχνά να παράγουν γρήγορες αποφάσεις, τα μικρότερα σχήματα μπορούν να λειτουργούν ως εργαστήρια συναίνεσης. Το πλεονέκτημά τους δεν βρίσκεται στο ότι διαθέτουν περισσότερη ισχύ από τους μεγάλους θεσμούς, αλλά στο ότι έχουν μικρότερο κόστος συντονισμού.

Η τριμερής έχει επιπλέον ένα χαρακτηριστικό που αυξάνει δυνητικά τη μακροχρόνια αξία της: η επίσημη λογική της δεν στηρίζεται στην αποκλειστικότητα. Η ελληνική επίσημη περιγραφή του μηχανισμού επιμένει ότι δεν στρέφεται εναντίον άλλης χώρας και τον παρουσιάζει ως υπόδειγμα περιφερειακού διαλόγου. Η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς ρητορική μετριοπάθεια. Αποτελεί σημαντικό στοιχείο θεσμικής ανθεκτικότητας.

Μια περιφερειακή συνεργασία που ορίζεται αποκλειστικά από την αντίθεση προς τρίτο κράτος έχει μικρότερη διάρκεια από τη γεωπολιτική διαφορά που τη δημιούργησε. Αν οι εξωτερικές σχέσεις αλλάξουν, μπορεί να χάσει τον λόγο ύπαρξής της. Αντιθέτως, μια συνεργασία που στηρίζεται σε θετικά συμφέροντα —ενέργεια, εμπόριο, μεταφορές, επενδύσεις, θαλάσσια τάξη, ανθρώπινη κινητικότητα— μπορεί να επιβιώνει ακόμη και όταν μεταβάλλονται οι σχέσεις των συμμετεχόντων με άλλους περιφερειακούς δρώντες.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Αίγυπτο, η οποία ακολουθεί πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και δεν θα είχε στρατηγικό συμφέρον να δεσμευθεί σε άκαμπτο περιφερειακό στρατόπεδο. Η βιωσιμότητα της τριμερούς εξαρτάται επομένως από την ικανότητά της να είναι χρήσιμη χωρίς να απαιτεί αποκλειστικότητα. Η συνεργασία πρέπει να προσθέτει επιλογές στα τρία κράτη, όχι να αφαιρεί τη δυνατότητά τους να αναπτύσσουν παράλληλες σχέσεις.

Εδώ βρίσκεται και μια ουσιώδης εννοιολογική διόρθωση: η τριμερής δεν αποτελεί τυπική στρατιωτική συμμαχία. Δεν υπάρχει συνθήκη αμοιβαίας άμυνας, κοινή διοίκηση, αυτοματοποιημένη υποχρέωση στρατιωτικής συνδρομής ή ενιαία στρατηγική δομή. Είναι ακριβέστερο να περιγράφεται ως θεσμοποιούμενη στρατηγική συνεργασία ή μινιμερής περιφερειακός μηχανισμός. Αυτό δεν μειώνει την αξία της. Αντιθέτως, επιτρέπει να αξιολογηθεί με τα σωστά κριτήρια.

Η αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου μηχανισμού δεν μετριέται από το αν μπορεί να λειτουργήσει ως στρατιωτική συμμαχία. Μετριέται από το αν μειώνει την αβεβαιότητα μεταξύ των μελών, αυξάνει τον συντονισμό τους, δημιουργεί κοινά συμφέροντα, επιταχύνει έργα, ενισχύει την ικανότητα κοινής διπλωματικής δράσης και παράγει περιφερειακά δημόσια αγαθά.

Η θαλάσσια τάξη αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση. Η κοινή προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και στην ειρηνική επίλυση διαφορών δεν έχει αξία μόνο επειδή διατυπώνεται σε κοινό κείμενο. Αποκτά μεγαλύτερο βάρος όταν συνδέεται με πραγματικές συμφωνίες, υποδομές και οικονομικές δραστηριότητες που προϋποθέτουν σταθερούς κανόνες. Η Κοινή Διακήρυξη επαναλαμβάνει ρητά ότι οι συμφωνίες οριοθέτησης θαλάσσιων δικαιοδοσιών πρέπει να συνάπτονται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η νομική αρχή συνδέεται έτσι με την υλική οικονομία των θαλασσίων ζωνών.

Παρά τα παραπάνω, θα ήταν υπερβολικό να θεωρηθεί ότι η τριμερής έχει ήδη αποκτήσει πλήρως ανεπτυγμένη περιφερειακή αρχιτεκτονική. Εξακολουθεί να διαθέτει ουσιώδεις αδυναμίες. Η πρώτη είναι το χάσμα μεταξύ πολιτικής συμφωνίας και εκτέλεσης. Οι διακηρύξεις της τελευταίας δεκαετίας περιλαμβάνουν μεγάλο εύρος συνεργασιών, αλλά η πραγματική ωριμότητα του θεσμού θα κριθεί από τον ρυθμό με τον οποίο έργα αποκτούν χρηματοδότηση, άδειες, χρονοδιάγραμμα και λειτουργία.

Η ίδια η Σύνοδος αναγνωρίζει εμμέσως αυτό το πρόβλημα όταν τονίζει ότι η πολιτική συναίνεση πρέπει να μετατρέπεται σε «απτά έργα και προγράμματα» μέσω συστηματικότερης παρακολούθησης εφαρμογής. Η διατύπωση είναι περισσότερο σημαντική απ’ όσο φαίνεται: ένας μηχανισμός που μετά από μία δεκαετία θέτει την εφαρμογή στο κέντρο της συζήτησης εισέρχεται σε διαφορετικό στάδιο ωριμότητας, αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι η μέχρι τώρα πολιτική πυκνότητα δεν μεταφράστηκε πάντοτε σε ισόποση επιχειρησιακή πυκνότητα.

Η δεύτερη αδυναμία αφορά το οικονομικό βάθος. Οι εξαιρετικές πολιτικές σχέσεις δεν έχουν ακόμη δημιουργήσει αντίστοιχη ενοποίηση εμπορίου, παραγωγικών αλυσίδων και επενδύσεων. Η τριμερής παραμένει πολιτικά ισχυρότερη από όσο είναι οικονομικά ενοποιημένη. Αυτό δεν είναι ασήμαντη λεπτομέρεια. Οι περιφερειακές αρχιτεκτονικές γίνονται πραγματικά ανθεκτικές όταν η συνεργασία δημιουργεί εσωτερικές ομάδες συμφερόντων οι οποίες έχουν απτή οικονομική ζημία από ενδεχόμενη υποχώρησή της.

Η τρίτη αφορά την εξάρτηση από την εκτελεστική διπλωματία. Η συνεργασία έχει μεν επεκταθεί σε υπουργεία και άλλους θεσμούς, αλλά οι Σύνοδοι Κορυφής εξακολουθούν να λειτουργούν ως βασικό σημείο αναφοράς. Η πραγματική θεσμική ωριμότητα θα αποδειχθεί όταν η καθημερινή λειτουργία του μηχανισμού δεν χρειάζεται συνεχή ώθηση από το ανώτατο πολιτικό επίπεδο.

Η μόνιμη Γραμματεία στη Λευκωσία μπορεί να αποτελέσει την πιο σημαντική απάντηση σε αυτή την αδυναμία. Η ανάγκη της είχε ήδη διατυπωθεί στη δέκατη Σύνοδο του 2025 και επαναλαμβάνεται ρητά το 2026. Η πραγματική της αξία δεν θα βρίσκεται στο μέγεθος του προσωπικού της αλλά στη λειτουργία που θα αναλάβει: διατήρηση θεσμικής μνήμης, παρακολούθηση δεσμεύσεων, προετοιμασία συναντήσεων, συντονισμός υπουργείων, καταγραφή χρονοδιαγραμμάτων και έγκαιρος εντοπισμός προβλημάτων εφαρμογής.

Ακριβώς εδώ πρέπει να αποφεύγεται η σύγχυση μεταξύ θεσμοποίησης και γραφειοκρατικοποίησης. Δεν χρειάζεται να δημιουργηθεί μεγάλος οργανισμός για να γίνει σοβαρότερη η συνεργασία. Μια μικρή αλλά λειτουργική Γραμματεία, κοινές διαδικασίες αναφοράς, ετήσιο σχέδιο δράσης και σταθερές τομεακές ομάδες μπορούν να παράγουν μεγαλύτερη θεσμική αξία από ένα δυσκίνητο διεθνές μόρφωμα με μεγάλο οργανόγραμμα και μικρή πραγματική αρμοδιότητα.

Η τέταρτη δοκιμασία είναι η ανθεκτικότητα απέναντι στις αλλαγές πολιτικής ηγεσίας. Μέχρι στιγμής η διάρκεια έχει ήδη αποδείξει ότι το σχήμα δεν αποτελεί στιγμιαία διπλωματική σύμπτωση. Η πλήρης θεσμική του ωρίμανση όμως απαιτεί η σχέση να συνεχίζει να λειτουργεί με ανάλογη ένταση ακόμη και όταν μεταβάλλονται πολιτικές προτεραιότητες, προσωπικές σχέσεις και εσωτερικοί συσχετισμοί στις τρεις χώρες.

Αυτό επιτυγχάνεται όταν η τριμερής ενσωματώνεται στις ίδιες τις κρατικές γραφειοκρατίες. Όταν υπουργεία, διπλωματικές υπηρεσίες, ρυθμιστικές αρχές, ενεργειακοί φορείς, επιχειρήσεις και τεχνικές υπηρεσίες έχουν καθιερωμένες επαφές, η αλλαγή κορυφής δεν επαναφέρει τη σχέση στο μηδέν. Η πολιτική ηγεσία μπορεί να αυξάνει ή να μειώνει την ένταση, αλλά το θεσμικό απόθεμα παραμένει.

Για αυτό ο καταλληλότερος τρόπος να αξιολογηθεί σήμερα η τριμερής δεν είναι να αναζητηθεί αν έχει ήδη γίνει «μόνιμη συμμαχία». Η ουσία βρίσκεται σε μια κλίμακα θεσμικής ωρίμανσης. Έχει ξεπεράσει σαφώς την περιστασιακή διπλωματική συνεργασία. Έχει αποκτήσει χρονική συνέχεια, επαναλαμβανόμενη διαδικασία κορυφής, πολυτομεακή ατζέντα, διοικητικό συντονισμό, σχέδια συγκεκριμένων υποδομών και πλέον προοπτική μόνιμου γραμματειακού μηχανισμού. Δεν έχει όμως ακόμη αποκτήσει τέτοιο βαθμό υλικής και θεσμικής αλληλεξάρτησης ώστε η περιφερειακή της θέση να θεωρείται μη αναστρέψιμη.

Το Ελ Αλαμέιν μπορεί συνεπώς να αποτελέσει σημείο μετάβασης. Όχι επειδή προστέθηκε ακόμη μία Σύνοδος στον κατάλογο, αλλά επειδή το ίδιο το ερώτημα επιτυχίας αλλάζει. Μέχρι σήμερα αρκούσε σε μεγάλο βαθμό η συνέχεια της πολιτικής συνεννόησης. Στην επόμενη φάση θα πρέπει να μετρηθούν η ταχύτητα εφαρμογής, η οικονομική πυκνότητα, η ολοκλήρωση υποδομών, η λειτουργία της Γραμματείας και η δημιουργία σταθερών δεσμών μεταξύ κρατικών και ιδιωτικών φορέων.

Η πραγματική θεσμική ισχύς προκύπτει από τη δημιουργία σταθερότητας. Αν μια ενεργειακή επιχείρηση, μια ευρωπαϊκή υπηρεσία, ένας επενδυτής ή ένα τρίτο κράτος αρχίσουν να σχεδιάζουν τη δική τους συμπεριφορά θεωρώντας δεδομένο ότι Ελλάδα, Κύπρος και Αίγυπτος θα εξακολουθούν να συντονίζονται σε συγκεκριμένα πεδία, τότε ο μηχανισμός θα έχει αποκτήσει περιφερειακή θεσμική πραγματικότητα.