Η μετάβαση του ΝΑΤΟ από την εδαφική άμυνα στις επιχειρήσεις μακριά από τα σύνορα των συμμάχων περιγράφεται συχνά ως άμεσο προϊόν της 11ης Σεπτεμβρίου. Στην πραγματικότητα η Συμμαχία είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται από την αποκλειστική λογική της ψυχροπολεμικής εδαφικής άμυνας μία δεκαετία νωρίτερα. . Η 11η Σεπτεμβρίου δεν γέννησε συνεπώς το «εκτός περιοχής». Το μετέτρεψε από συμπληρωματική λειτουργία περιφερειακής σταθεροποίησης σε κεντρικό ζήτημα της ίδιας της ασφάλειας των συμμάχων.
Το Στρατηγικό Δόγμα του 1999 είναι απολύτως σαφές ως προς αυτή την προϋπάρχουσα μετατόπιση. Αναγνώριζε ρητά τις μη επιχειρήσεις του άρθρου 5 για πρόληψη και διαχείριση κρίσεων και απαιτούσε δυνάμεις ικανές να αναπτύσσονται σε μικρή προειδοποίηση μακριά από τις βάσεις τους και ακόμη πέρα από το συμμαχικό έδαφος. Η Πρωτοβουλία Αμυντικών Δυνατοτήτων της ίδιας χρονιάς προέβλεπε ότι μελλοντικές επιχειρήσεις εκτός εδάφους της Συμμαχίας θα μπορούσαν να διεξάγονται με περιορισμένη πρόσβαση σε υπάρχουσες υποδομές και θα απαιτούσαν μεγαλύτερη μεταφορική ικανότητα, διαλειτουργικότητα και αντοχή σε μακρόχρονες αναπτύξεις.
Άρα η πραγματική μετα-11/9 μεταβολή δεν ήταν η ανακάλυψη ότι το ΝΑΤΟ μπορεί να επιχειρεί εκτός της επικράτειάς του. Ήταν η υιοθέτηση μιας πολύ ισχυρότερης αιτιώδους υπόθεσης: ότι η υπεράσπιση της επικράτειας μπορεί να απαιτεί επέμβαση σε γεωγραφικά μακρινές κρίσεις πριν οι συνέπειές τους μεταφερθούν στον Βόρειο Ατλαντικό.
Από αυτή την υπόθεση γεννήθηκε ένα από τα χαρακτηριστικότερα δόγματα της εποχής: η ασφάλεια δεν έχει πλέον σαφή γεωγραφική περίμετρο. Εάν τρομοκρατικά δίκτυα μπορούν να οργανωθούν σε αδύναμα ή καταρρέοντα κράτη και να πλήξουν την επικράτεια μιας συμμαχικής χώρας, τότε η σταθερότητα μιας μακρινής περιοχής μπορεί να θεωρηθεί μέρος της προωθημένης άμυνας των συμμάχων.
Η λογική ήταν πειστική ως προς τη διάγνωση αλλά πολύ πιο αμφίβολη ως προς τις επιχειρησιακές της συνέπειες. Το ότι η αστάθεια μακριά από το ΝΑΤΟ μπορεί να παράγει απειλές δεν σημαίνει ότι το ΝΑΤΟ διαθέτει τη δυνατότητα ή τη νομιμοποίηση να μετασχηματίζει αποτελεσματικά κάθε περιοχή από την οποία μπορεί να προκύψει τέτοια απειλή.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται το όριο μεταξύ στρατηγικής προσαρμογής και υπερεπέκτασης.
Η ανάληψη της διοίκησης της ISAF στο Αφγανιστάν το 2003 υπήρξε η πιο φιλόδοξη εφαρμογή της νέας λογικής. Η αποστολή επεκτάθηκε σταδιακά σε ολόκληρη τη χώρα και το 2006 το ΝΑΤΟ ανέλαβε τη διοίκηση των διεθνών δυνάμεων και στην ανατολική περιοχή, ολοκληρώνοντας την πανεθνική γεωγραφική επέκταση της ISAF. Για πρώτη φορά η Συμμαχία διοικούσε μια μεγάλης κλίμακας, μακροχρόνια χερσαία αποστολή χιλιάδες χιλιόμετρα από τον αρχικό βορειοατλαντικό χώρο.
Από στρατιωτικοθεσμική άποψη, η εμπειρία παρήγαγε πραγματική προσαρμογή. Οι ευρωπαϊκοί στρατοί αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν προβλήματα στρατηγικής μεταφοράς, εφοδιαστικής υποστήριξης, μακρόχρονης ανάπτυξης, πληροφοριών, επικοινωνιών, πολυεθνικής διοίκησης και συνεργασίας με στρατούς εταίρων. Η Συμμαχία απέκτησε εμπειρία πραγματικών επιχειρήσεων που καμία άσκηση συλλογικής άμυνας δεν θα μπορούσε να αναπαράγει πλήρως.
Η ίδια η ιδέα της διαλειτουργικότητας έγινε περισσότερο απαιτητική. Δεν αρκούσε πλέον στρατεύματα διαφορετικών κρατών να μπορούν να πολεμήσουν στο ίδιο ευρωπαϊκό μέτωπο σύμφωνα με κοινές τυποποιήσεις. Έπρεπε να μπορούν να αναπτυχθούν μαζί σε άλλη ήπειρο, να παραμένουν εκεί επί χρόνια, να ανταλλάσσουν πληροφορίες, να χρησιμοποιούν διαφορετικά οπλικά συστήματα και να λειτουργούν μέσα σε κοινή αλυσίδα διοίκησης.
Το Αφγανιστάν επιτάχυνε επομένως την προσαρμογή του ΝΑΤΟ από συμμαχία στατικής εδαφικής αποτροπής σε συμμαχία ικανή να διεξάγει σύνθετες εκστρατευτικές επιχειρήσεις. Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να απορριφθεί επειδή το τελικό πολιτικό αποτέλεσμα της αποστολής ήταν απογοητευτικό. Η στρατιωτική μάθηση και η στρατηγική ορθότητα της συνολικής αποστολής είναι διαφορετικά ερωτήματα.
Το δεύτερο, όμως, είναι πολύ πιο δύσκολο.
Η αποστολή στο Αφγανιστάν αντιμετώπισε το κλασικό πρόβλημα της διεύρυνσης των σκοπών. Η αντιμετώπιση μιας συγκεκριμένης τρομοκρατικής απειλής συνδέθηκε σταδιακά με τη σταθεροποίηση του κράτους, τη δημιουργία λειτουργικών εθνικών δυνάμεων ασφαλείας, τη βελτίωση της διακυβέρνησης και τη διαμόρφωση ενός πολιτικού περιβάλλοντος που δεν θα επέτρεπε την επανεμφάνιση της αρχικής απειλής.
Η αλληλουχία είχε λογική. Αν ο τρομοκρατικός κίνδυνος θεωρείται προϊόν κρατικής κατάρρευσης, τότε η μόνιμη εξάλειψή του φαίνεται να απαιτεί λειτουργικό κράτος. Αλλά ακριβώς αυτή η αιτιώδης λογική μετατρέπει μια περιορισμένη αποστολή ασφάλειας σε εξαιρετικά φιλόδοξο σχέδιο πολιτικού μετασχηματισμού.
Η Συμμαχία είχε σχεδιαστεί για να συντονίζει τις στρατιωτικές δυνατότητες ανεπτυγμένων κρατών. Δεν είχε δημιουργηθεί ως οργανισμός μακροχρόνιας κοινωνικής και πολιτικής ανασυγκρότησης κρατών. Μπορούσε να συμβάλει στην ασφάλεια, να εκπαιδεύσει δυνάμεις και να δημιουργήσει τοπικές συνθήκες σταθερότητας. Η βιωσιμότητα ενός πολιτικού συστήματος, όμως, εξαρτάται από πολύ περισσότερα από όσα μια στρατιωτική συμμαχία μπορεί να παράγει.
Αυτό είναι ένα πρώτο κριτήριο υπερεπέκτασης: όχι απλώς η μεγάλη γεωγραφική απόσταση, αλλά η απόσταση ανάμεσα στις θεσμικές ικανότητες του οργανισμού και στον πολιτικό στόχο που αναλαμβάνει.
Μια επιχείρηση δεν γίνεται «υπερεπέκταση» επειδή διεξάγεται μακριά. Θα μπορούσε να είναι στρατηγικά απαραίτητη και σαφώς περιορισμένη. Γίνεται υπερεπέκταση όταν ο επιθυμητός τελικός πολιτικός σκοπός προϋποθέτει δυνατότητες που ο οργανισμός δεν διαθέτει και δεν μπορεί εύκολα να αποκτήσει.
Το δεύτερο κριτήριο αφορά τη σχέση κόστους και στρατηγικής αναγκαιότητας. Η δυνατότητα μιας κρίσης να επηρεάσει την ασφάλεια της Συμμαχίας δεν αρκεί από μόνη της για να δικαιολογήσει οποιοδήποτε μέγεθος επέμβασης. Στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο σχεδόν κάθε σοβαρή περιφερειακή αποσταθεροποίηση μπορεί να έχει συνέπειες για κάποια συμμαχική χώρα. Αν αυτό αρκούσε για μεγάλη στρατιωτική δέσμευση, το δυνητικό πεδίο αποστολών του ΝΑΤΟ θα γινόταν σχεδόν απεριόριστο.
Χρειάζεται επομένως ιεράρχηση. Πόσο άμεση είναι η απειλή; Μπορεί να αντιμετωπιστεί με φθηνότερα μέσα; Είναι πραγματικά απαραίτητη η κατοχή εδάφους ή αρκούν πληροφορίες, τοπικές συνεργασίες, περιορισμένες στρατιωτικές δυνατότητες και ενίσχυση εταίρων; Το αναμενόμενο όφελος της επέμβασης είναι ανάλογο του κόστους της;
Η εμπειρία του Αφγανιστάν ανέδειξε επίσης το πρόβλημα της χρονικής επέκτασης. Αποστολή που αρχίζει ως αντίδραση σε άμεση κρίση μπορεί να αποκτήσει σταδιακά δικούς της στόχους, οργανωτική αδράνεια και πολιτικό κόστος εξόδου. Όσο περισσότερο επενδύουν οι σύμμαχοι σε μια αποστολή, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αποχωρήσουν χωρίς να θεωρηθεί ότι ακυρώνουν την προηγούμενη προσπάθεια. Το μη ανακτήσιμο κόστος μετατρέπεται σε επιχείρημα για νέα δέσμευση.
Έτσι η γεωγραφική υπερεπέκταση μπορεί να μετατραπεί σε χρονική υπερεπέκταση. Το πρόβλημα παύει να είναι πόσο μακριά επιχειρεί η Συμμαχία και γίνεται για πόσο διάστημα μπορεί να υπηρετεί έναν συνεχώς εξελισσόμενο τελικό σκοπό χωρίς να χάνει την ικανότητα να αντιμετωπίζει άλλες στρατηγικές προτεραιότητες.
Η εξέλιξη μετά το 2014 και ιδίως μετά το 2022 είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική. Το ΝΑΤΟ δεν εγκατέλειψε τη διαχείριση κρίσεων και τη συνεργατική ασφάλεια. Το ισχύον Στρατηγικό Δόγμα εξακολουθεί να τις περιλαμβάνει στις τρεις βασικές αποστολές του. Ταυτόχρονα, όμως, έχει επαναφέρει την αποτροπή και την άμυνα της συμμαχικής επικράτειας ως πρωταρχική ευθύνη και έχει προσανατολιστεί ξανά σε μεγάλες δυνάμεις, συμβατικές απειλές, ετοιμότητα, ενίσχυση και εδαφική άμυνα.
Αυτό δεν αποτελεί απλή επιστροφή στο 1989. Η σημερινή εδαφική άμυνα εφαρμόζεται από μια Συμμαχία που έχει αποκτήσει εκστρατευτική εμπειρία, πολύ βαθύτερη πολυεθνική διαλειτουργικότητα, δομές συνεργασίας με δεκάδες εταίρους και πολύ μεγαλύτερη εμπειρία σύνθετων αποστολών. Η περίοδος των επιχειρήσεων εκτός περιοχής δεν εξαφανίστηκε· ενσωματώθηκε στην οργανωτική γνώση του ΝΑΤΟ.
Η σωστή ιστορική αποτίμηση είναι επομένως σύνθετη. Η μετα-11/9 αλλαγή υπήρξε στρατηγική προσαρμογή επειδή η υπόθεση ότι η ασφάλεια του βορειοατλαντικού χώρου μπορεί να απειληθεί από εξελίξεις πολύ έξω από τα σύνορα ήταν απολύτως ορθή. Η γεωγραφική απόσταση δεν αποτελεί πλέον εγγύηση ασφάλειας και μια σύγχρονη συμμαχία δεν μπορεί να λειτουργεί αποκλειστικά ως φρουρά συνόρων.
Η ίδια αλλαγή μετατράπηκε όμως εν μέρει σε υπερεπέκταση όταν η αναγνώριση παγκόσμιων πηγών κινδύνου συγχέθηκε με την υπόθεση ότι μια στρατιωτική συμμαχία μπορούσε να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις βαθύτερες πολιτικές αιτίες τους μέσω μακρόχρονης επέμβασης και κρατικής ανασυγκρότησης.
Η διάκριση είναι κρίσιμη και για το μέλλον. Το δίδαγμα του Αφγανιστάν δεν είναι ότι το ΝΑΤΟ πρέπει να επιχειρεί μόνο εντός των συνόρων του. Αυτό θα ήταν υπερβολικά απλοϊκό και θα αγνοούσε την πραγματική διασύνδεση της σύγχρονης ασφάλειας.
Το δίδαγμα είναι ότι η απόσταση της απειλής δεν πρέπει να συγχέεται με το εύρος της αποστολής που απαιτείται για την αντιμετώπισή της.
Η Συμμαχία πρέπει να μπορεί να ενεργεί μακριά όταν το ζωτικό συμφέρον των μελών της το απαιτεί. Αλλά η γεωγραφική εμβέλεια πρέπει να συνοδεύεται από πολιτική πειθαρχία ως προς τον τελικό σκοπό, τη διάρκεια, το μέσο και τα κριτήρια εξόδου.
Πρόσφατα σχόλια