Η χρηματοδότηση του Ελληνοϊταλικού Πολέμου υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες δημοσιονομικές δοκιμασίες που είχε αντιμετωπίσει μέχρι τότε το ελληνικό κράτος. Μέσα σε λίγες ημέρες η κυβέρνηση έπρεπε να καλύψει τις δαπάνες μιας μαζικής επιστράτευσης, να χρηματοδοτήσει μισθοδοσία, εφόδια, μεταφορές, πυρομαχικά και προμήθειες, ενώ ταυτόχρονα η κανονική φορολογική βάση αποδυναμωνόταν λόγω της διαταραχής της παραγωγής και του εμπορίου. Η απόσταση ανάμεσα στα έσοδα και στις δαπάνες άνοιξε απότομα και η χρηματοδότηση του πολέμου οργανώθηκε γύρω από έναν συνδυασμό εσωτερικής νομισματικής επέκτασης, περιορισμένης φορολογικής επιβάρυνσης, διοικητικών ελέγχων και μεγάλης βρετανικής οικονομικής υποστήριξης.
Η βασική εσωτερική πηγή υπήρξε η Τράπεζα της Ελλάδος. Η έναρξη της επιστράτευσης και των επιχειρήσεων προκάλεσε απότομη αύξηση των δημοσίων δαπανών, ενώ τα έσοδα άρχισαν να υποχωρούν. Σύμφωνα με την ιστορική έρευνα της ίδιας της Τράπεζας, τα φορολογικά μέτρα που λήφθηκαν —με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αύξηση της φορολογίας στον καπνό— ήταν σχετικά διστακτικά και δεν μπορούσαν να καλύψουν το δημοσιονομικό άνοιγμα. Το μεγαλύτερο μέρος της διαφοράς χρηματοδοτήθηκε με έκδοση νέου χρήματος. Από την έναρξη του πολέμου έως τον Απρίλιο του 1941, η καθαρή χρηματοδότηση που αντλούσε το Δημόσιο μέσω της κεντρικής τράπεζας διευρύνθηκε έντονα και η κυκλοφορία τραπεζογραμματίων αυξήθηκε κατά σχεδόν 75%.
Ο μηχανισμός ήταν απλός στην οικονομική του λογική. Το κράτος χρειαζόταν άμεσα δραχμές για να πληρώνει τις εγχώριες υποχρεώσεις του. Η φορολογία δεν μπορούσε να αυξηθεί με τον ίδιο ρυθμό και ένας μεγάλος εσωτερικός δανεισμός θα απαιτούσε χρόνο και αποταμιεύσεις που η αγορά δεν μπορούσε να κινητοποιήσει ακαριαία. Η Τράπεζα της Ελλάδος παρείχε έτσι την αναγκαία ρευστότητα μέσω πιστώσεων προς το Δημόσιο. Ο πόλεμος μετατρεπόταν σε νέα αγοραστική δύναμη την ίδια στιγμή που η διαθέσιμη ποσότητα πολιτικών αγαθών και υπηρεσιών περιοριζόταν. Ο πληθωριστικός κίνδυνος ήταν άμεσος.
Η κυβέρνηση προσπάθησε να συγκρατήσει αυτή την αντίφαση μέσω διοικητικών μέτρων. Από τις 28 Οκτωβρίου περιορίστηκαν οι αναλήψεις τραπεζικών καταθέσεων: οι καταθέτες μπορούσαν να αποσύρουν μόνο μικρό ποσοστό των υπολοίπων τους, με συγκεκριμένο ανώτατο όριο. Ταυτόχρονα εφαρμόστηκαν πιστωτικοί και τιμολογιακοί έλεγχοι. Το αποτέλεσμα ήταν μια μορφή «αναγκαστικής αποταμίευσης»: ένα μέρος του νέου χρήματος παρέμενε στα χέρια των πολιτών ή μέσα στο τραπεζικό σύστημα αντί να διοχετεύεται αμέσως στην αγορά. Η μέθοδος περιόρισε προσωρινά τις ανατιμήσεις και επέτρεψε στο Δημόσιο να απορροφήσει περισσότερους πραγματικούς πόρους από την οικονομία χωρίς άμεση ισόποση αύξηση των φόρων.
Στην οικονομική ουσία, αυτή η διαδικασία λειτουργούσε σαν έμμεση φορολόγηση. Η έκδοση χρήματος επέτρεπε στο κράτος να δαπανά περισσότερο από τα φορολογικά του έσοδα, ενώ οι περιορισμοί στην κατανάλωση και στις αναλήψεις μετέφεραν μέρος του κόστους στους πολίτες υπό τη μορφή μικρότερης δυνατότητας άμεσης χρήσης των εισοδημάτων τους. Η σχετική σταθερότητα των τιμών έως την άνοιξη του 1941 δείχνει ότι το σύστημα λειτούργησε βραχυπρόθεσμα καλύτερα από όσο θα μπορούσε να αναμένεται. Από τον Οκτώβριο 1940 έως τον Απρίλιο 1941 το επίπεδο των τιμών αυξήθηκε περίπου κατά 11%, την ώρα που η κυκλοφορία χρήματος αυξήθηκε κατά 74,6%.
Η δεύτερη και απολύτως κρίσιμη πηγή χρηματοδότησης ήταν η Μεγάλη Βρετανία. Η βρετανική οικονομική βοήθεια ενεργοποιήθηκε σχεδόν αμέσως μετά την ιταλική επίθεση. Στις 29 Οκτωβρίου 1940 το βρετανικό Treasury έδωσε εντολή στην Τράπεζα της Αγγλίας να ανοίξει πιστώσεις ύψους 5 εκατ. στερλινών υπέρ του ελληνικού Δημοσίου. Οι πιστώσεις για αγορά στρατιωτικού υλικού αυξήθηκαν στη συνέχεια στα 10 εκατ. στερλίνες, ενώ προστέθηκαν 5 εκατ. δολάρια για προμήθειες έξω από τη ζώνη της στερλίνας. Για την κάλυψη εγχώριων δραχμικών δαπανών συμφωνήθηκε επιπλέον βοήθεια 5 εκατ. στερλινών κάθε μήνα. Μέχρι τα τέλη Απριλίου 1941 οι συνολικές πιστώσεις είχαν φθάσει περίπου τα 46,2 εκατ. στερλίνες.
Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνταν αυτές οι πιστώσεις είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρων. Η ελληνική κυβέρνηση λάμβανε στερλίνες και τις πωλούσε στην Τράπεζα της Ελλάδος έναντι δραχμών. Με αυτές τις δραχμές χρηματοδοτούσε τις εσωτερικές πολεμικές δαπάνες. Στον ισολογισμό της κεντρικής τράπεζας, επομένως, η αύξηση της δραχμικής κυκλοφορίας συνοδευόταν από αύξηση συναλλαγματικών διαθεσίμων. Από λογιστική άποψη το νέο χρήμα αποκτούσε μεγαλύτερο εξωτερικό «κάλυμμα», γεγονός που βοηθούσε τη διατήρηση της εμπιστοσύνης στη δραχμή.
Η ελληνική πλευρά ήθελε επιπλέον να χρησιμοποιεί μέρος αυτών των στερλινών για εισαγωγές. Η πραγματικότητα του πολέμου περιόριζε σημαντικά αυτή τη δυνατότητα. Ο θαλάσσιος αποκλεισμός, οι περιορισμοί εμπορίου και η προτεραιότητα των βρετανικών πολεμικών αναγκών δυσκόλευαν την αγορά και μεταφορά πολιτικών αγαθών. Έτσι, μεγάλο μέρος των βρετανικών πιστώσεων συσσωρευόταν στους ειδικούς λογαριασμούς της Τράπεζας της Ελλάδος χωρίς να μετατρέπεται αμέσως σε πραγματικές εισαγωγές. Αυτό εξηγεί γιατί τα συναλλαγματικά αποθέματα αυξήθηκαν εντυπωσιακά κατά τους μήνες του πολέμου.
Το Λονδίνο αντιμετώπιζε αυτή την πολιτική με αμφιθυμία. Το Foreign Office θεωρούσε τη βοήθεια απαραίτητη για πολιτικούς και στρατηγικούς λόγους: η Βρετανία όφειλε να δείξει ότι στηρίζει έναν σύμμαχο που πολεμούσε την Ιταλία. Το Treasury φοβόταν ότι το σύστημα παρείχε στην ελληνική κυβέρνηση υπερβολικά εύκολη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Ο John Maynard Keynes, ο οποίος εργαζόταν τότε ως σύμβουλος του βρετανικού Υπουργείου Οικονομικών, επισήμαινε ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε κίνητρο να χρηματοδοτεί τις δαπάνες της εκδίδοντας δραχμές εφόσον η Βρετανία αναλάμβανε να παρέχει αντίστοιχες στερλίνες.
Από ελληνική πλευρά, η προσέγγιση είχε ισχυρή στρατηγική λογική. Η χώρα διεξήγε έναν πόλεμο που εξυπηρετούσε άμεσα και βρετανικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η άντληση εξωτερικών πόρων με ευνοϊκούς όρους περιόριζε την ανάγκη άμεσης φορολογικής επιβάρυνσης, προσέφερε συναλλαγματική ασφάλεια και δημιουργούσε δυνατότητα αγοράς όπλων και καυσίμων. Ο Κυριάκος Βαρβαρέσος, ως διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, διαπραγματεύθηκε συστηματικά ώστε οι βρετανικές πιστώσεις να παραμείνουν όσο το δυνατόν περισσότερο διαθέσιμες και να μην περιορίζονται από στενούς όρους χρήσης. Μέρος των υπολοίπων αυτών αποτέλεσε αργότερα σημαντικό συναλλαγματικό απόθεμα της εξόριστης κυβέρνησης.
Η χρηματοδότηση του πολέμου στηρίχθηκε συνεπώς σε τέσσερις αλληλένδετους μηχανισμούς. Η φορολογία κάλυπτε μόνο ένα μέρος των αυξημένων δαπανών. Η κεντρική τράπεζα παρείχε μαζική δραχμική ρευστότητα. Οι περιορισμοί στις αναλήψεις, στις πιστώσεις και στις τιμές εμπόδιζαν μέρος αυτής της ρευστότητας να μετατραπεί αμέσως σε πληθωριστική ζήτηση. Οι βρετανικές πιστώσεις κάλυπταν αγορές πολεμικού υλικού και προσέφεραν συναλλαγματικό αντίκρισμα στην ελληνική νομισματική επέκταση.
Το σύστημα είχε αποτελεσματικότητα μόνο όσο διατηρούνταν η εμπιστοσύνη στη δραχμή και όσο ο πόλεμος παρέμενε σχετικά περιορισμένης διάρκειας. Η χρηματοδότηση μέσω έκδοσης χρήματος συσσωρεύει πάντοτε δυνητική πληθωριστική πίεση. Η αναγκαστική αποταμίευση μπορεί να την καθυστερήσει, δεν μπορεί να την εξαφανίσει. Η βρετανική πίστωση μπορούσε να ενισχύσει την εξωτερική θέση της χώρας, αλλά δεν δημιουργούσε αυτόματα τρόφιμα, καύσιμα ή πρώτες ύλες μέσα στην Ελλάδα. Η οικονομία διατηρούσε επομένως μια εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στη μεγάλη κρατική δαπάνη και στην περιορισμένη πραγματική προσφορά.
Ακριβώς γι’ αυτό η περίοδος Οκτωβρίου 1940–Απριλίου 1941 αποτελεί αυτοτελές κεφάλαιο της ελληνικής οικονομικής ιστορίας. Η πολεμική χρηματοδότηση δεν είχε ακόμη μετατραπεί στον ανεξέλεγκτο νομισματικό εκφυλισμό της Κατοχής. Το κράτος εξακολουθούσε να διαθέτει κεντρικό έλεγχο των οικονομικών μηχανισμών, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορούσε να εφαρμόζει συνεκτική νομισματική πολιτική και η βρετανική υποστήριξη προσέφερε σημαντικό εξωτερικό στήριγμα. Η χώρα χρηματοδότησε έναν εξαιρετικά δαπανηρό πόλεμο μεταφέροντας μεγάλο μέρος του κόστους στο νόμισμα, στην περιορισμένη ιδιωτική κατανάλωση και στον βασικό της σύμμαχο
Πρόσφατα σχόλια