Η ουδετερότητα που ακολούθησε η Ελλάδα από την έναρξη του ευρωπαϊκού πολέμου έως την ιταλική εισβολή αποκτά περισσότερο νόημα όταν αντιμετωπιστεί ως πολιτική διαχείρισης χρόνου. Το ελληνικό κράτος είχε περιορισμένη στρατιωτική και οικονομική ισχύ, αντιμετώπιζε ταυτόχρονα πιθανές απειλές από την Ιταλία και τη Βουλγαρία και γνώριζε ότι η είσοδός του σε έναν γενικευμένο ευρωπαϊκό πόλεμο μπορούσε να φέρει γρήγορα απέναντί του δυνάμεις που υπερέβαιναν κατά πολύ τις δυνατότητές του. Η παραμονή εκτός πολέμου για όσο διάστημα ήταν εφικτό δημιουργούσε ένα πολύ συγκεκριμένο στρατηγικό αγαθό: χρόνο για επιστράτευση, προμήθειες, οχυρώσεις, οικονομικές ρυθμίσεις και διπλωματική προετοιμασία.
Η λογική αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η ελληνική ηγεσία είχε ήδη αποφασίσει ποια μεγάλη δύναμη θεωρούσε τελικά απαραίτητη για την επιβίωση της χώρας. Η σχέση με τη Βρετανία ήταν βαθύτερη από μια συγκυριακή ιδεολογική επιλογή. Η θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, η εξάρτηση του εξωτερικού της εμπορίου από τις θαλάσσιες επικοινωνίες, η ισχύς του βρετανικού στόλου και η ιταλική φιλοδοξία να κυριαρχήσει στην ίδια γεωγραφική περιοχή έσπρωχναν την Αθήνα προς το Λονδίνο.
Το Λονδίνο, ωστόσο, είχε διαφορετικό συμφέρον πριν από την ιταλική επίθεση. Προτιμούσε μια Ελλάδα φιλική προς τη Βρετανία αλλά τυπικά ουδέτερη, η οποία δεν θα παραχωρούσε λιμάνια στην Ιταλία, δεν θα μετατρεπόταν πρόωρα σε νέο μέτωπο και θα εξακολουθούσε να παρέχει ναυτιλιακές και οικονομικές υπηρεσίες στο βρετανικό στρατόπεδο. Η βρετανική στρατηγική ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 αντιλαμβανόταν την ελληνική ουδετερότητα ως δυνητικά «ευμενή» προς τα βρετανικά συμφέροντα. Η Ελλάδα μπορούσε έτσι να έχει σημαντική στρατηγική αξία χωρίς να συμμετέχει επισήμως στον πόλεμο.
Αυτή η διάταξη συμφερόντων εξηγεί γιατί η ουδετερότητα δεν ταυτιζόταν με παθητικότητα. Η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθούσε στενά τις ιταλικές συγκεντρώσεις δυνάμεων στην Αλβανία, ενίσχυε τις οχυρώσεις, προετοίμαζε στρατιωτικά σχέδια και προχωρούσε σε μερικά μέτρα κινητοποίησης. Ήδη τον Αύγουστο του 1939 ο Μεταξάς είχε διατάξει μερική επιστράτευση φοβούμενος την άμεση έναρξη γενικού πολέμου, ενώ οι επιτελικές εκτιμήσεις θεωρούσαν πιθανό ότι η Ιταλία και ενδεχομένως η Βουλγαρία θα επιχειρούσαν να εκμεταλλευθούν μια ευρωπαϊκή σύρραξη. Η ουδετερότητα λειτουργούσε μέσα σε συνθήκες ενεργού στρατιωτικής προπαρασκευής.
Ο χρόνος είχε ιδιαίτερη αξία και επειδή το ελληνικό αμυντικό πρόβλημα δεν ήταν μόνο ιταλικό. Η στρατιωτική προπαρασκευή της δεκαετίας του 1930 είχε δώσει μεγάλη έμφαση στη βουλγαρική απειλή και στη γραμμή οχυρώσεων στα βόρεια σύνορα. Μια πρόωρη πλήρης κινητοποίηση απέναντι στην Ιταλία θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρές αδυναμίες σε άλλο μέτωπο, ενώ η Ελλάδα δεν είχε τη δυνατότητα να διατηρεί επ’ αόριστον το σύνολο των ενόπλων δυνάμεών της σε πολεμική διάταξη χωρίς τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Η καθυστέρηση επέτρεπε μεγαλύτερη ελαστικότητα στην κατανομή δυνάμεων.
Η οικονομία προσέθετε ένα δεύτερο κίνητρο αναμονής. Η Ελλάδα ήταν χώρα περιορισμένης βιομηχανικής βάσης, σημαντικής εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα, πρώτες ύλες, σιτηρά και κεφαλαιουχικά αγαθά. Η πλήρης εμπλοκή σε πόλεμο θα επιβάρυνε αμέσως τις εισαγωγές, τις μεταφορές, τον προϋπολογισμό και το νόμισμα. Η διατήρηση της ουδετερότητας επέτρεπε στο κράτος να εξασφαλίζει προμήθειες και να συνεχίζει την οικονομική προετοιμασία χωρίς τις πλήρεις συνέπειες της εμπόλεμης κατάστασης. Ταυτόχρονα, η οικονομική συνεργασία με τη Βρετανία γινόταν στενότερη, ιδιαίτερα μέσω συμφωνιών εμπορίου και ναυτιλίας.
Επίσης, μια Ελλάδα που παρέμενε τυπικά ουδέτερη μπορούσε να αποφεύγει την πρόωρη γερμανική εχθρότητα, ακόμη και όταν οι πραγματικές στρατηγικές της συμπάθειες έγερναν προς τη Βρετανία. Η επίσημη ουδετερότητα λειτουργούσε ως διπλωματική απόσταση ανάμεσα στη χώρα και στον ευρωπαϊκό πόλεμο, ενώ ταυτόχρονα περιοριζόταν η δυνατότητα της Ιταλίας να εμφανίσει την Ελλάδα ως προκεχωρημένη βρετανική βάση.
Ο τορπιλισμός της «Έλλης» αποκάλυψε με τον καθαρότερο τρόπο αυτή τη στρατηγική λογική. Η κυβέρνηση απέφυγε την άμεση δημόσια καταγγελία της Ιταλίας, παρότι τα στοιχεία κατεύθυναν προς ιταλικό υποβρύχιο. Η αυτοσυγκράτηση δεν στηριζόταν σε άγνοια του κινδύνου. Αποτελούσε προσπάθεια να μην επιτραπεί σε ένα μεμονωμένο επεισόδιο να καθορίσει τον χρόνο έναρξης ενός πολέμου τον οποίο η ελληνική ηγεσία θεωρούσε πλέον πολύ πιθανό. Η Αθήνα προτιμούσε να εισέλθει στη σύγκρουση όταν ο αντίπαλος θα αναλάμβανε ανοικτά την ευθύνη της επίθεσης, παρά να εμφανιστεί η ίδια ως δύναμη που επέλεξε την κλιμάκωση.
Η στάση αυτή είχε και σημαντικό πολιτικό αποτέλεσμα. Όταν η Ιταλία επιτέθηκε τελικά στις 28 Οκτωβρίου, η ελληνική κυβέρνηση μπορούσε να παρουσιάσει τον πόλεμο ως καθαρή άμυνα απέναντι σε απρόκλητη εισβολή. Η κυβέρνηση είχε εξαντλήσει προηγουμένως τις δυνατότητες αυτοσυγκράτησης, είχε ανεχθεί προκλήσεις και είχε προσπαθήσει να διατηρήσει τις διπλωματικές σχέσεις. Η κοινωνική κινητοποίηση μπορούσε έτσι να στηριχθεί σε πολύ ισχυρότερη αίσθηση δικαιοσύνης του πολέμου. Αυτό βοήθησε να δημιουργηθεί η εξαιρετική δημόσια συσπείρωση των πρώτων ημερών, η οποία υπερέβαινε την πολιτική νομιμοποίηση του ίδιου του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου.
Ο χρόνος που κερδήθηκε δεν μετέτρεψε την Ελλάδα σε στρατιωτικά ισοδύναμη δύναμη προς την Ιταλία. Βελτίωσε όμως την ετοιμότητα, επέτρεψε στα επιτελεία να προσαρμόσουν σχεδιασμούς, δημιούργησε αποθέματα, ολοκλήρωσε μέρος των αμυντικών έργων και επέτρεψε στην κυβέρνηση να διαμορφώσει εκ των προτέρων οικονομικούς και διπλωματικούς διαύλους με τη Βρετανία. Σε έναν πόλεμο στον οποίο η διαφορά συνολικής ισχύος παρέμενε πολύ μεγάλη, η στρατηγική αξία μερικών επιπλέον μηνών μπορούσε να είναι δυσανάλογη προς τη διάρκειά τους.
Υπήρχε βέβαια ένα όριο που καμία στρατηγική αναμονής δεν μπορούσε να ξεπεράσει. Η ελληνική γεωγραφία βρισκόταν μέσα στην περιοχή στην οποία η Ιταλία επιδίωκε να κατασκευάσει μεσογειακή αυτοκρατορία. Μετά την κατάληψη της Αλβανίας, η ύπαρξη μιας ανεξάρτητης Ελλάδας στενά συνδεδεμένης με τη Βρετανία αποτελούσε διαρκές εμπόδιο στην ιταλική περιφερειακή φιλοδοξία. Η ουδετερότητα μπορούσε να καθυστερήσει την κρίση, δεν μπορούσε να εξαλείψει την αντίθεση συμφερόντων.
Η πολιτική του 1939–1940 αποκτά έτσι συνοχή ως στρατηγική αναμονής. Η Αθήνα επιχειρούσε να κρατήσει τη χώρα έξω από τον πόλεμο όσο η ουδετερότητα πρόσφερε πραγματικά οφέλη, ενώ ταυτόχρονα προετοιμαζόταν για τη στιγμή που η επιλογή αυτή θα έπαυε να είναι διαθέσιμη. Η 28η Οκτωβρίου δεν σηματοδότησε την αποτυχία αυτής της πολιτικής. Σηματοδότησε το φυσικό της τέλος. Η ουδετερότητα είχε ήδη εκπληρώσει τη βασική της λειτουργία: είχε αγοράσει δεκατρείς πολύτιμους μήνες από την έναρξη του ευρωπαϊκού πολέμου και δεκαοκτώ από την ιταλική κατάληψη της Αλβανίας, επιτρέποντας στην Ελλάδα να εισέλθει στη σύγκρουση ως αμυνόμενο κράτος, με μεγαλύτερη στρατιωτική ετοιμότητα και με σαφέστερο διεθνές και κοινωνικό έρεισμα.
Πρόσφατα σχόλια