Η ουδετερότητα της Ελλάδας δεν μεταβλήθηκε στιγμιαία στις 05:30 της 28ης Οκτωβρίου. Είχε προηγουμένως μεταβληθεί από ουδετερότητα σχετικών αποστάσεων σε μια όλο και περισσότερο ασύμμετρη κατάσταση, στην οποία η Ελλάδα παρέμενε τυπικά εκτός πολέμου ενώ η ασφάλεια, η οικονομία και η στρατηγική της προοπτική την έφερναν σταδιακά πλησιέστερα προς τη Βρετανία.

Η μεταβολή είχε αρχίσει πριν ακόμη ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ήδη μετά τη Συμφωνία του Μονάχου, τον Οκτώβριο του 1938, ο Ιωάννης Μεταξάς είχε προτείνει επανειλημμένα στον Βρετανό πρεσβευτή μια στενότερη συμμαχική σχέση, θεωρώντας ότι σε περίπτωση γενικού ευρωπαϊκού πολέμου τα ελληνικά λιμάνια και νησιά θα αποκτούσαν μεγάλη σημασία για τη βρετανική στρατηγική. Το Λονδίνο απέφυγε τότε την επίσημη συμμαχία, επειδή δεν επιθυμούσε να προκαλέσει την Ιταλία και επειδή θεωρούσε ότι η ελληνική γεωγραφική θέση και ο προσανατολισμός του βασιλιά και του Μεταξά εξασφάλιζαν ούτως ή άλλως μια ευνοϊκή στάση. Η βρετανική εκτίμηση αποδείχθηκε σε μεγάλο βαθμό ορθή: η Ελλάδα μπορούσε να παραμείνει τυπικά ουδέτερη χωρίς να είναι στρατηγικά αδιάφορη ως προς το αποτέλεσμα της αγγλοϊταλικής αντιπαράθεσης.

Η 7η Απριλίου 1939 υπήρξε το πρώτο πραγματικό σημείο καμπής. Η ιταλική κατάληψη της Αλβανίας μετέφερε την ιταλική στρατιωτική παρουσία στα βορειοδυτικά ελληνικά σύνορα και άλλαξε άμεσα τη γεωπολιτική θέση της χώρας. Η ελληνική ηγεσία δεν αντιμετώπιζε πλέον την Ιταλία ως μεσογειακή δύναμη που θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να παραμείνει πολιτικά διαχειρίσιμη, αλλά ως στρατιωτική δύναμη εγκατεστημένη στην άμεση περίμετρο της ελληνικής επικράτειας. Ο Μεταξάς σημείωσε την «βαθείαν ανησυχίαν» του για την ιταλική απόβαση και συγκάλεσε αμέσως τους αρχηγούς των επιτελείων για μέτρα άμυνας. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 13 Απριλίου, Βρετανία και Γαλλία παρείχαν μονομερείς εγγυήσεις προς την Ελλάδα και τη Ρουμανία απέναντι σε εξωτερική επίθεση. Η ουδετερότητα παρέμενε νομικά ακέραιη, το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούσε είχε όμως αλλάξει δραστικά.

Το ξέσπασμα του ευρωπαϊκού πολέμου τον Σεπτέμβριο του 1939 δεν οδήγησε αυτόματα την Ελλάδα σε εμπλοκή. Η Ιταλία παρέμενε προσωρινά εκτός πολέμου και ο Μουσολίνι έδωσε νέες διαβεβαιώσεις προς την Αθήνα ότι δεν σχεδίαζε στρατιωτική ενέργεια εναντίον της. Η ελληνική κυβέρνηση είχε ισχυρό κίνητρο να πιστέψει ή τουλάχιστον να προσποιηθεί ότι πίστευε αυτές τις διαβεβαιώσεις. Η διατήρηση της ειρήνης προσέφερε χρόνο για αμυντική προετοιμασία, περιόριζε τις άμεσες οικονομικές πιέσεις και απέτρεπε την πρόωρη μετατροπή της ελληνικής επικράτειας σε μέτωπο του ευρωπαϊκού πολέμου. Η Αθήνα απέφευγε συστηματικά ενέργειες που θα μπορούσαν να παρουσιαστούν από τη Ρώμη ως εχθρική συμπεριφορά, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1939 οι δύο χώρες αντάλλαξαν διαβεβαιώσεις ειρηνικής πολιτικής.

Παράλληλα όμως αναπτυσσόταν μια δεύτερη πραγματικότητα. Η βρετανική στρατηγική στην Ανατολική Μεσόγειο και η ελληνική ανάγκη ασφάλειας συνέκλιναν ολοένα περισσότερο. Η Βρετανία είχε κάθε λόγο να θέλει μια Ελλάδα που θα κρατούσε κλειστά τα λιμάνια της στις δυνάμεις του Άξονα, θα περιόριζε τις οικονομικές σχέσεις με τη Γερμανία και θα διατηρούσε τις θαλάσσιες επικοινωνίες της διαθέσιμες για τη δυτική πολεμική προσπάθεια. Στις διαπραγματεύσεις της περιόδου 1939–1940, το Λονδίνο επιχείρησε να αγοράζει ελληνικά προϊόντα, ιδίως καπνό, να ρυθμίσει τη χρήση της ελληνικής ναυτιλίας και να περιορίσει τις ελληνικές εξαγωγές προς τη Γερμανία. Η Ελλάδα είχε συμφέρον να εξασφαλίσει βρετανική αγορά, εισαγωγές απαραίτητων αγαθών και προστασία των θαλάσσιων επικοινωνιών της. Η οικονομική ουδετερότητα άρχισε έτσι να αποκτά σαφή δυτική κλίση.

Από την άνοιξη του 1940, η ουδετερότητα λειτουργούσε πλέον ως πολιτική μορφή διαχείρισης χρόνου. Η ελληνική κυβέρνηση επέβαλε νέες επιβαρύνσεις για την ενίσχυση οχυρώσεων, αεράμυνας και παράκτιας άμυνας, ενώ τον Ιούνιο εισήγαγε μέτρα δελτίου τροφίμων. Η Ιταλία είχε μπει στον πόλεμο στις 10 Ιουνίου και η Μεσόγειος είχε μετατραπεί σε ενεργό πολεμικό θέατρο. Η Ελλάδα παρέμενε εκτός της σύρραξης, όμως η δυνατότητα πραγματικά ισόρροπης στάσης ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Οι στρατηγικές επιλογές της χώρας είχαν ήδη καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από την ανάγκη να αποτρέψει ή να αποκρούσει ιταλική επίθεση και από τη βεβαιότητα ότι σε μια τέτοια περίπτωση η μόνη μεγάλη δύναμη που θα μπορούσε να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια ήταν η Βρετανία.

Ο τορπιλισμός της «Έλλης» στην Τήνο στις 15 Αυγούστου 1940 έφερε αυτή την αντίφαση στο αποκορύφωμά της. Η ελληνική κυβέρνηση διέθετε σοβαρές ενδείξεις ότι η επίθεση είχε ιταλική προέλευση, επέλεξε όμως να μην καταγγείλει δημοσίως την Ιταλία. Η απόφαση είχε καθαρή στρατηγική λογική. Μια επίσημη απόδοση ευθύνης θα μπορούσε να δημιουργήσει άμεση κρίση, ενώ η Ελλάδα επιδίωκε ακόμη να κερδίσει χρόνο για την ολοκλήρωση της προετοιμασίας της. Η ουδετερότητα εκείνη τη στιγμή διατηρήθηκε περισσότερο ως ασπίδα καθυστέρησης παρά ως πραγματική κατάσταση ίσων αποστάσεων. Το κράτος γνώριζε πλέον από ποια πλευρά προερχόταν η απειλή και η κοινωνία αντιλαμβανόταν σε μεγάλο βαθμό το ίδιο.

Η ελληνική περίπτωση δείχνει έτσι ότι η ουδετερότητα έχει περισσότερες από μία διαστάσεις. Υπάρχει η νομική ουδετερότητα, η οποία αφορά τη διεθνή θέση του κράτους και διατηρήθηκε έως την ιταλική εισβολή. Υπάρχει η στρατιωτική ουδετερότητα, που περιορίζεται όσο η χώρα προετοιμάζει τις ένοπλες δυνάμεις της απέναντι σε έναν συγκεκριμένο πιθανό αντίπαλο. Υπάρχει η οικονομική ουδετερότητα, η οποία είχε ήδη αποδυναμωθεί μέσω της αυξανόμενης βρετανικής επιρροής στις εμπορικές σχέσεις. Υπάρχει τέλος η στρατηγική ουδετερότητα, η δυνατότητα δηλαδή ενός κράτους να θεωρεί εξίσου αποδεκτό οποιοδήποτε αποτέλεσμα της σύγκρουσης.