Η Ελλάδα του 1940 είχε πραγματοποιήσει σημαντική οικονομική πρόοδο μετά τη βαθιά κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1930, είχε ενισχύσει τη βιομηχανική της παραγωγή, είχε δημιουργήσει μεγαλύτερες υποδομές και διέθετε κράτος ικανότερο να οργανώσει πόρους από ό,τι στις αρχές του Μεσοπολέμου. Παρέμενε όμως μια οικονομία περιορισμένου μεγέθους, με μεγάλη αγροτική βάση, στενή βαριά βιομηχανία, σημαντική εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες και καύσιμα και περιορισμένη ικανότητα αυτόνομης υποστήριξης ενός σύγχρονου πολέμου μεγάλης διάρκειας.
Η οικονομική ιστορία του Μεσοπολέμου είχε αφήσει μια αντιφατική κληρονομιά. Η πτώχευση του 1932 και η έξοδος από τον κανόνα του χρυσού είχαν επιβάλει συναλλαγματικούς περιορισμούς και είχαν στρέψει την οικονομία προς μεγαλύτερη εσωτερική παραγωγή. Η βιομηχανία ανέκαμψε στη συνέχεια μέσα σε προστατευτικό περιβάλλον και, σύμφωνα με εκτιμήσεις της σχετικής βιβλιογραφίας, η συμμετοχή της στο εθνικό προϊόν αυξήθηκε από περίπου 10% το 1924 σε περίπου 16% το 1939. Η αύξηση αυτή είχε πραγματική αξία: η χώρα διέθετε πλέον μεγαλύτερη παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών, μεταλλικών προϊόντων, τσιμέντου, τροφίμων και άλλων αγαθών που μπορούσαν να στηρίξουν μια πολεμική κινητοποίηση. Παράλληλα όμως η βιομηχανία εξακολουθούσε να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενες πρώτες ύλες. Για το 1938 έχει εκτιμηθεί ότι περίπου τα τρία τέταρτα των βιομηχανικών πρώτων υλών προέρχονταν από το εξωτερικό.
Η αγροτική βάση αποτελούσε επίσης πηγή δύναμης και ευπάθειας. Η ελληνική ύπαιθρος μπορούσε να προσφέρει σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό και να καλύπτει μεγάλο μέρος των βασικών επισιτιστικών αναγκών, αλλά η χώρα δεν είχε πλήρη διατροφική αυτάρκεια. Το ελληνικό εξαγωγικό πρότυπο εξακολουθούσε να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε προϊόντα όπως ο καπνός και η σταφίδα, ενώ μέρος των σιτηρών και άλλων βασικών αγαθών έπρεπε να εισάγεται. Σε ειρηνικές συνθήκες αυτή η δομή μπορούσε να λειτουργεί μέσω θαλάσσιου εμπορίου. Σε συνθήκες μεσογειακού πολέμου και ναυτικού αποκλεισμού μετατρεπόταν γρήγορα σε σοβαρό περιορισμό.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η πραγματική πολεμική ικανότητα της Ελλάδας δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο με το μέγεθος του ΑΕΠ ή της βιομηχανίας. Σημασία είχε η φύση του πολέμου που κλήθηκε να διεξαγάγει. Το αλβανικό μέτωπο ήταν κυρίως ορεινό, με τεράστια σημασία του πεζικού, του πυροβολικού, των μεταγωγικών ζώων, των τοπικών δρόμων και της ανθρώπινης αντοχής. Η μορφή αυτή της σύγκρουσης περιόριζε εν μέρει το πλεονέκτημα που θα προσέφερε σε μια ισχυρότερα εκβιομηχανισμένη δύναμη η μαζική μηχανοκίνηση. Η Ελλάδα δεν χρειαζόταν να ανταγωνιστεί την Ιταλία σε συνολικό βιομηχανικό προϊόν για να μπορέσει να δημιουργήσει επαρκή τοπική στρατιωτική ισχύ σε ένα συγκεκριμένο μέτωπο.
Η μεγάλη ανθρώπινη κινητοποίηση ήταν όμως οικονομικά ακριβή. Η επιστράτευση απομάκρυνε εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες από τη γεωργία, τη βιομηχανία, τις μεταφορές και τις υπηρεσίες. Το κράτος έπρεπε ταυτόχρονα να τους εξοπλίζει, να τους τροφοδοτεί, να μεταφέρει πυρομαχικά και τρόφιμα προς ένα ορεινό μέτωπο και να συντηρεί τις οικογένειες και τις δημόσιες υπηρεσίες στο εσωτερικό. Η παραγωγική βάση συρρικνωνόταν την ίδια στιγμή που η κρατική ζήτηση αυξανόταν απότομα. Αυτό είναι το βασικό οικονομικό παράδοξο κάθε γενικής επιστράτευσης: οι ανάγκες πολλαπλασιάζονται ενώ σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού μεταφέρεται από την παραγωγή στην κατανάλωση πολεμικών πόρων.
Η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε με ιδιαίτερη καθαρότητα αυτή την πίεση. Από τον Οκτώβριο του 1940 έως τον Απρίλιο του 1941 τα τραπεζογραμμάτια σε κυκλοφορία αυξήθηκαν από περίπου 12,6 δισ. δραχμές σε 22 δισ., δηλαδή κατά 74,6%. Το γενικό επίπεδο τιμών στην Αθήνα αυξήθηκε την ίδια περίοδο κατά περίπου 11,2%, ενώ τα αποθέματα χρυσού και συναλλάγματος της κεντρικής τράπεζας ενισχύθηκαν σημαντικά, κυρίως χάρη στις βρετανικές πιστώσεις. Η εικόνα είναι εντυπωσιακή: η νομισματική επέκταση ήταν εξαιρετικά μεγάλη, αλλά μέχρι την κατάρρευση του μετώπου δεν είχε οδηγήσει σε ανεξέλεγκτο πληθωρισμό.
Η σχετική σταθερότητα δεν προέκυψε επειδή η οικονομία είχε άφθονους πραγματικούς πόρους. Η κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδος περιόρισαν τις αναλήψεις καταθέσεων ήδη από την πρώτη ημέρα του πολέμου, εφάρμοσαν πιστωτικούς και αγορανομικούς ελέγχους και δημιούργησαν μια μορφή αναγκαστικής αποταμίευσης. Οι πολίτες διακρατούσαν μεγάλο μέρος της νέας ρευστότητας αντί να μπορούν να τη μετατρέψουν άμεσα σε κατανάλωση. Η πρακτική αυτή μείωσε προσωρινά την πίεση στις τιμές, μεταφέροντας όμως μέρος του οικονομικού κόστους στο μέλλον.
Το δεύτερο στήριγμα ήταν εξωτερικό. Η Βρετανία άνοιξε ήδη από τις πρώτες ημέρες του πολέμου σημαντικές πιστώσεις προς την Ελλάδα τόσο για αγορά στρατιωτικού υλικού όσο και για χρηματοδότηση εγχώριων δαπανών. Έως την άνοιξη του 1941 είχαν διατεθεί περίπου 10 εκατ. στερλίνες για εισαγωγές πολεμικού υλικού, επιπλέον δολαριακές πιστώσεις και 5 εκατ. στερλίνες μηνιαίως για δραχμικές δαπάνες. Μέχρι τα τέλη Απριλίου οι συνολικές βρετανικές πιστώσεις είχαν ανέλθει περίπου σε 46,2 εκατ. στερλίνες.
Η βοήθεια αυτή δείχνει με ακρίβεια την πραγματική φύση της ελληνικής οικονομικής ικανότητας. Η Ελλάδα μπορούσε να κινητοποιήσει ανθρώπους, να ανακατανείμει εσωτερικούς πόρους, να χρηματοδοτεί προσωρινά το κράτος μέσω νομισματικής επέκτασης και να αξιοποιεί εγχώρια παραγωγή. Δεν διέθετε όμως αυτάρκη πολεμική οικονομία. Η διαθεσιμότητα καυσίμων, σύγχρονου οπλισμού, μηχανημάτων, ανταλλακτικών και σημαντικού μέρους των πρώτων υλών εξαρτιόταν από το εξωτερικό. Ένας παρατεταμένος πόλεμος χωρίς συμμαχική υποστήριξη θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε ολοένα σοβαρότερα υλικά προβλήματα.
Η διάρκεια της ελληνοϊταλικής σύγκρουσης επέτρεψε στην Ελλάδα να λειτουργήσει μέσα στα όρια αυτής της οικονομικής δομής. Ο πόλεμος διήρκεσε περίπου έξι μήνες πριν η γερμανική εισβολή μεταβάλει πλήρως το στρατηγικό πλαίσιο. Μέσα σε αυτό το διάστημα, το κράτος κατόρθωσε να διατηρήσει το νόμισμα λειτουργικό, να τροφοδοτεί το μέτωπο και να συνεχίζει τις πολεμικές επιχειρήσεις. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώνει ότι η κατάρρευση του μετώπου προηγήθηκε της κατάρρευσης της δραχμής: παρά την επιτάχυνση των πληθωριστικών πιέσεων, η νομισματική αποδιάρθρωση που χαρακτηρίζει την Κατοχή δεν είχε ακόμη εμφανιστεί.
Η διάκριση αυτή είναι ιστορικά κρίσιμη. Ο υπερπληθωρισμός, η πείνα και η οικονομική κατάρρευση της περιόδου 1941–1944 δεν μπορούν να μεταφερθούν προς τα πίσω ως περιγραφή της οικονομίας του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Η Ελλάδα του Οκτωβρίου 1940 ήταν οικονομικά εύθραυστη, αλλά όχι οικονομικά διαλυμένη. Διαθέτοντας ακόμη λειτουργικό νόμισμα, τραπεζικό σύστημα, διοίκηση, συναλλαγματικά διαθέσιμα, εμπορικό στόλο και παραγωγική βάση, μπορούσε να υποστηρίξει μια ισχυρή βραχυπρόθεσμη κινητοποίηση.
Η πραγματική της αδυναμία ήταν χρονική. Όσο περισσότερο διαρκούσε ο πόλεμος, τόσο περισσότερο η επιστράτευση αφαιρούσε εργατικά χέρια από την παραγωγή, η έκδοση χρήματος διεύρυνε το νομισματικό πλεόνασμα, οι εισαγωγές δυσκόλευαν και η οικονομία εξαρτιόταν από βρετανική χρηματοδότηση και προμήθειες. Η πολεμική ικανότητα της Ελλάδας ήταν επομένως αξιοσημείωτη σε ένταση και περιορισμένη σε διάρκεια. Η επιτυχία του 1940–1941 προήλθε από την αποτελεσματική μετατροπή μιας σχετικά μικρής οικονομικής βάσης σε στρατιωτική ισχύ σε ένα συγκεκριμένο θέατρο επιχειρήσεων. Η χώρα μπορούσε να πολεμήσει πολύ αποτελεσματικότερα απ’ όσο θα υπέθετε κανείς από το απόλυτο οικονομικό της μέγεθος. Δεν μπορούσε να διατηρήσει επ’ αόριστον έναν σύγχρονο πόλεμο χωρίς εξωτερική οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη.
Πρόσφατα σχόλια