Η υπογραφή του τουρκο-λιβυκού μνημονίου το 2019 σηματοδότησε μια καμπή στη γεωπολιτική της Ανατολικής Μεσογείου και στη δυναμική του εμφυλίου πολέμου της Λιβύης. Για την Τουρκία, το μνημόνιο υπήρξε εργαλείο διεύρυνσης θαλάσσιας κυριαρχίας και στρατηγικής πρόσβασης στους ενεργειακούς πόρους της Μεσογείου. Για τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Τρίπολης, αποτέλεσε μέσο ενίσχυσης της νομιμοποίησής της μέσω μιας ισχυρής εξωτερικής συμμαχίας. Για τον Χαλίφα Χάφταρ, ωστόσο, το μνημόνιο ερμηνεύθηκε εξαρχής ως απειλή, διότι κατοχύρωνε την πολιτική και στρατιωτική υπεροχή της αντίπαλης κυβέρνησης, άνοιγε τον δρόμο για την τουρκική στρατιωτική εμπλοκή στη λιβυκή σύγκρουση και δημιουργούσε τετελεσμένα που αμφισβητούσαν συμφέροντα περιφερειακών συμμάχων του, όπως η Αίγυπτος και η Ελλάδα.

Η πρώτη αντίδραση του Χάφταρ ήταν αμιγώς αρνητική και στρατιωτικά προσανατολισμένη. Με την υποστήριξη της Αιγύπτου, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και, σε κάποιο βαθμό, της Γαλλίας, ο Λιβυκός Εθνικός Στρατός επιδίωξε να καταλάβει την Τρίπολη, ώστε να ακυρώσει εκ των πραγμάτων το μνημόνιο. Όμως η στρατιωτική πραγματικότητα ανέτρεψε αυτούς τους υπολογισμούς: η Τουρκία, αξιοποιώντας το νομικό και πολιτικό πλαίσιο που της προσέφερε η συμφωνία, παρενέβη άμεσα και αποφασιστικά, παρέχοντας στρατιωτική βοήθεια, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και εκπαίδευση στις δυνάμεις της Τρίπολης. Η αποτυχία της επίθεσης του Χάφταρ στην πρωτεύουσα το 2020 σήμανε την απαρχή μιας αναγκαστικής αναπροσαρμογής στρατηγικής: ο Χάφταρ αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ότι η μονοδιάστατη στρατιωτική επιλογή δεν αρκούσε και ότι το μνημόνιο δεν μπορούσε απλώς να ακυρωθεί διά της βίας.

Έκτοτε, και ιδίως από το 2022 και μετά, ο Χάφταρ υιοθέτησε μια πιο σύνθετη, εργαλειακή και πραγματιστική στάση. Σταδιακά εγκατέλειψε την αδιάλλακτη ρητορική της απόλυτης απόρριψης και μετέτρεψε το μνημόνιο σε διαπραγματευτικό χαρτί. Στη λογική του, η «υπόσχεση» πιθανής επικύρωσης ή η «διαχείριση» τεχνικών συμφωνιών που απορρέουν από το μνημόνιο μπορεί να του αποφέρει πολιτικά και οικονομικά οφέλη, χωρίς να δεσμεύεται σε μια σαφή θέση. Η κίνηση αυτή μαρτυρεί στρατηγική ωριμότητα: γνωρίζει ότι δεν μπορεί να επιβάλει μονομερώς την ακύρωση, αλλά μπορεί να αποκομίσει ανταλλάγματα από τη διατήρηση του ζητήματος σε εκκρεμότητα.

Αυτή η «πολιτική της αμφισημίας» εκδηλώθηκε με τρεις τρόπους. Πρώτον, ο Χάφταρ συνέχισε να αμφισβητεί ρητορικά το μνημόνιο, κυρίως για να διατηρεί τη νομιμοποίησή του απέναντι στην Αίγυπτο και να παρουσιάζεται στο εσωτερικό ως υπερασπιστής της λιβυκής εθνικής κυριαρχίας. Δεύτερον, ανέχτηκε και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ευνόησε τεχνικές συνεργασίες που πηγάζουν από το μνημόνιο, όπως οι σεισμικές και γεωφυσικές έρευνες της τουρκικής TPAO σε συνεργασία με την κρατική λιβυκή NOC, υποστηρίζοντας ότι αυτές είναι «τεχνικές διαδικασίες» και όχι πολιτικές δεσμεύσεις. Τρίτον, αξιοποίησε τη διπλή αυτή γλώσσα για να αυξήσει τη διαπραγματευτική του αξία: απέναντι στην Άγκυρα ως εν δυνάμει εταίρος, απέναντι στο Κάιρο και την Αθήνα ως πιθανό ανάχωμα.

Η στρατηγική αυτή εξυπηρετεί ένα σαφές κίνητρο: τη διατήρηση και εδραίωση της εξουσίας του στην ανατολική Λιβύη. Ο Χάφταρ γνωρίζει ότι η πολιτική επιβίωσή του εξαρτάται από τη δυνατότητα να εξασφαλίζει πόρους, συμμαχίες και διεθνή νομιμοποίηση. Μέσω των τεχνικών έργων που συνδέονται με το μνημόνιο, μπορεί να αντλήσει οικονομικά οφέλη και να τροφοδοτήσει τα πελατειακά δίκτυα που συντηρούν την επιρροή του στην Κυρηναϊκή. Με τη διπλωματική του στάση, παρουσιάζεται ως απαραίτητος συνομιλητής σε όλες τις πλευρές: εάν οι Τούρκοι θέλουν σταθερότητα και πρόσβαση σε ενεργειακές δραστηριότητες, πρέπει να μιλήσουν μαζί του· εάν οι Αιγύπτιοι και οι Έλληνες θέλουν να αποτρέψουν την πλήρη νομιμοποίηση του μνημονίου, πάλι εκείνος είναι το κλειδί.

Η επιλογή αυτή συνδυάζει βραχυπρόθεσμη ωφελιμότητα με μακροπρόθεσμη στρατηγική ευελιξία. Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, το μνημόνιο λειτουργεί ως εργαλείο για να αντλεί υλικά οφέλη και τεχνική υποστήριξη. Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, το αφήνει ανοιχτό ως χαρτί διαπραγμάτευσης για μελλοντικές διευθετήσεις της λιβυκής κρίσης, γνωρίζοντας ότι η χώρα θα χρειαστεί, αργά ή γρήγορα, μια εθνική συμφιλίωση ή μια νέα συνταγματική τάξη.

Ταυτόχρονα, η στρατηγική επικοινωνίας του Χάφταρ είναι εξίσου μελετημένη. Προβάλλει μια εικόνα ηγέτη που προστατεύει τη λιβυκή κυριαρχία και ισορροπεί ανάμεσα σε ανταγωνιστικούς διεθνείς δρώντες. Εσωτερικά, η ρητορική αυτή ενισχύει την πολιτική του βάση· εξωτερικά, δημιουργεί την εντύπωση ενός παίκτη που μπορεί να παρέχει σταθερότητα, εφόσον του προσφερθούν τα κατάλληλα ανταλλάγματα. Στην πραγματικότητα, ο Χάφταρ αξιοποιεί την αμφισημία ως πλεονέκτημα: όσο το μνημόνιο δεν έχει οριστικά ακυρωθεί ή κυρωθεί, τόσο εκείνος παραμένει αναγκαίος παράγοντας για την πορεία του.

Συνεπώς, τα κίνητρα του Χάφταρ απέναντι στο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο συνοψίζονται σε έναν συνδυασμό ρεαλισμού και ιδιοτέλειας: διατήρηση της εξουσίας του, άντληση οικονομικών και πολιτικών πόρων, και αύξηση της διαπραγματευτικής του αξίας σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο. Οι στόχοι του δεν είναι ιδεολογικοί ούτε άκαμπτα στρατηγικοί· είναι ευέλικτοι, προσαρμοστικοί και βαθιά εργαλειακοί. Μετατρέπει το μνημόνιο από απειλή σε εργαλείο — όχι για να το επικυρώσει πλήρως ούτε για να το ακυρώσει οριστικά, αλλά για να το χρησιμοποιεί ως μοχλό πίεσης και πηγή ανταλλαγμάτων. Αυτός ο πραγματιστικός υπολογισμός καθιστά τον Χάφταρ, το 2025, όχι μόνο στρατιωτικό ηγέτη αλλά και επιδέξιο διαχειριστή γεωπολιτικών ισορροπιών, με στόχο την επιβίωση και ενίσχυση της εξουσίας του