Από το 1974, όταν το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα ιδρύθηκε υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου, μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα, η πορεία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής υπό το ΠΑΣΟΚ δεν υπήρξε ευθύγραμμη αλλά αντίθετα πολυεπίπεδη και αντιφατική. Το κόμμα κατόρθωσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη εσωτερικής πολιτικής νομιμοποίησης, μέσω μιας δυναμικής αντιεξαρτησιακής φρασεολογίας, και στη διαχείριση μιας αμείλικτης πραγματικότητας, όπου η Ελλάδα όφειλε να ενταχθεί οργανικά στους δυτικούς θεσμούς, να αναζητήσει ασφάλεια μέσω συμμαχιών και να εξασφαλίσει οικονομική στήριξη από την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η αρχική περίοδος χαρακτηρίζεται από την εκρηκτική ρητορική της ανεξαρτησίας και της ρήξης. Ο Παπανδρέου παρουσίασε το ΠΑΣΟΚ ως το κόμμα που θα αποδεσμεύσει την Ελλάδα από το ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ, που θα χαράξει έναν δρόμο ουδετερότητας και που θα εντάξει τη χώρα στο κίνημα των Αδεσμεύτων. Η φρασεολογία αυτή αντλούσε τη δύναμή της από το αντιιμπεριαλιστικό κλίμα της δεκαετίας του 1970, την κοινωνική δυσαρέσκεια απέναντι στην αμερικανική στήριξη της χούντας και την ανάγκη αναγνώρισης ενός εθνικού υποκειμένου αυτόνομου στη διεθνή σκηνή. Ο όρος «εξάρτηση» αποτέλεσε κεντρική έννοια: οικονομική, στρατιωτική και πολιτική εξάρτηση από τις μεγάλες δυνάμεις, την οποία το ΠΑΣΟΚ δεσμευόταν να ανατρέψει. Στα πρώτα προγραμματικά κείμενα, η αποχώρηση από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ εμφανιζόταν ως sine qua non προϋπόθεση για την κατάκτηση της εθνικής κυριαρχίας.

Η ανάληψη της εξουσίας το 1981 κατέδειξε όμως τα όρια μιας τέτοιας προσέγγισης. Η Ελλάδα ήταν ήδη ενταγμένη σε θεσμούς που διαμόρφωναν όχι μόνο τη στρατηγική της θέση αλλά και την οικονομική της επιβίωση. Η ψυχροπολεμική συγκυρία δεν επέτρεπε αποστασιοποίηση από το δυτικό στρατόπεδο, καθώς η χώρα είχε ανάγκη την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας απέναντι στην Τουρκία, αλλά και τους ευρωπαϊκούς πόρους για να στηρίξει την εσωτερική αναδιανομή που είχε υποσχεθεί το ΠΑΣΟΚ. Έτσι, ενώ η ρητορική περί αποδέσμευσης συνέχιζε να καλλιεργείται για λόγους εσωτερικής πολιτικής, στην πράξη το κόμμα εφάρμοσε μια στρατηγική προσαρμογής. Σχέσεις με τον Τρίτο Κόσμο καλλιεργήθηκαν μεν, στηρίζοντας τον παλαιστινιακό αγώνα ή αναπτύσσοντας δεσμούς με τον αραβικό κόσμο, αλλά παράλληλα οι αμερικανικές βάσεις παρέμειναν στην Ελλάδα, η χώρα δεν αποχώρησε από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ, ενώ οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί χρηματοδότησης αξιοποιήθηκαν συστηματικά.

Η περίπτωση της ΕΟΚ είναι αποκαλυπτική: ενώ ο Παπανδρέου είχε δεσμευτεί για αποχώρηση, εντέλει η στρατηγική μετατράπηκε σε ενεργό συμμετοχή και αξιοποίηση κοινοτικών πόρων. Μέσα από τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα και τις μετέπειτα χρηματοδοτήσεις, η Ελλάδα κατόρθωσε να επενδύσει σε υποδομές, αγροτική ανάπτυξη και περιφερειακές πολιτικές. Η εξωτερική πολιτική έγινε έτσι εργαλείο οικονομικής ενίσχυσης και κοινωνικής σταθεροποίησης. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μετασχηματίστηκε σε πεδίο εθνικής στρατηγικής, ενώ η φρασεολογία του ΠΑΣΟΚ περί «Ευρώπης των λαών» επέτρεπε την ιδεολογική διαφοροποίηση χωρίς να ακυρώνει την ουσία της ένταξης. Αντίστοιχα, η σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ συνοδευόταν από αντιαμερικανικές κορώνες, διατηρήθηκε σε πρακτικό επίπεδο, διότι ήταν απαραίτητη για την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και για την οικονομική σταθερότητα της χώρας.

Η δεκαετία του 1980 ήταν περίοδος συνεχών αντιφάσεων. Από τη μια, ο Παπανδρέου διατήρησε τον αντιεξαρτησιακό λόγο για να συσπειρώσει την κοινωνική του βάση και να διατηρήσει την ιδεολογική ταυτότητα του κινήματος. Από την άλλη, η κυβέρνηση υιοθέτησε πρακτικές που συνιστούσαν σαφή παραδοχή της δομικής εξάρτησης της χώρας. Η οικονομική πολιτική, με αρχικές παροχές και εθνικοποιήσεις, οδηγήθηκε σε αδιέξοδο, και ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 το ΠΑΣΟΚ αναγκάστηκε να στραφεί σε πολιτικές λιτότητας, σε συνεννόηση με διεθνείς θεσμούς, αποκαλύπτοντας την άρρηκτη σύνδεση εξωτερικής πολιτικής και οικονομικής επιβίωσης. Ο ρεαλισμός επικράτησε χωρίς ποτέ να εξαφανιστεί η ιδεολογική επίφαση, στοιχείο που λειτούργησε ως εργαλείο επικοινωνίας με ένα κοινωνικό σώμα που συνέχιζε να αποζητά το όραμα της εθνικής αξιοπρέπειας.

Η κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ και η νέα παγκόσμια τάξη της δεκαετίας του 1990 άλλαξαν δραστικά τα δεδομένα. Ο Σημίτης προσανατόλισε την εξωτερική πολιτική στην πλήρη ευρωπαϊκή ενσωμάτωση, με αιχμή την ένταξη στην ΟΝΕ. Η ευρωπαϊκή προοπτική κατέστη εθνικός στρατηγικός στόχος, και η εξωτερική πολιτική λειτούργησε ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο η Ελλάδα μπορούσε να κατοχυρώσει σταθερότητα, ασφάλεια και οικονομική αναβάθμιση. Η κρίση των Ιμίων το 1996 φανέρωσε τη σκληρή γεωπολιτική πραγματικότητα, αλλά η ελληνική αντίδραση δεν ήταν επιστροφή στη ρητορεία, παρά η στροφή στη στρατηγική της ευρωπαϊκής εξομάλυνσης. Η πρωτοβουλία του Ελσίνκι το 1999 αποτύπωσε αυτή τη στροφή: η Ελλάδα συναίνεσε στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, ελπίζοντας να «ευρωπαϊκοποιήσει» την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση και να επιβάλει μέσω θεσμικών κανόνων τον περιορισμό της τουρκικής αναθεωρητικότητας. Η εξωτερική πολιτική εδώ συναντήθηκε με την οικονομική στρατηγική: η Ελλάδα έπρεπε να εμφανιστεί ως αξιόπιστος εταίρος για να επιτύχει την ένταξή της στην ευρωζώνη, και αυτή η αξιοπιστία περνούσε από τη στάση της στα μεγάλα ζητήματα της διεθνούς πολιτικής.

Στο επίπεδο της οικονομικής ιστορίας, το ΠΑΣΟΚ μετέτρεψε την εξωτερική πολιτική σε εργαλείο άντλησης πόρων και ενίσχυσης της εσωτερικής κοινωνικής συνοχής. Η πρόσβαση σε κοινοτικά κονδύλια, η δυνατότητα δανεισμού, οι διεθνείς εμπορικές σχέσεις και οι στρατηγικές συμμαχίες αποτέλεσαν όρους sine qua non για την υλοποίηση της σοσιαλδημοκρατικής ατζέντας. Ακόμη και όταν η ρητορεία παρέπεμπε σε αυτονομία και ρήξη, στην πράξη η εξωτερική πολιτική επιδίωκε να μετατρέψει τη γεωγραφική θέση και τα θεσμικά δεσμά σε πλεονέκτημα. Ο ρεαλισμός αποδείχθηκε ο βασικός οδηγός, με την ιδεολογία να λειτουργεί κυρίως ως μέσο κοινωνικής νομιμοποίησης και εσωτερικής συνοχής.

Αν ιδωθεί συνολικά, η εξωτερική πολιτική του ΠΑΣΟΚ αποτυπώνει την ουσία της ελληνικής μεταπολιτευτικής εμπειρίας: μια χώρα μικρού και μεσαίου μεγέθους, με περιορισμένη ισχύ αλλά ισχυρή κοινωνική ανάγκη για εθνική αυτοπεποίθηση, που κινήθηκε ανάμεσα στη φαντασίωση της ανεξαρτησίας και στον πραγματισμό της εξάρτησης. Το ΠΑΣΟΚ κατόρθωσε να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους, προσφέροντας στο εσωτερικό κοινό το αίσθημα της αξιοπρέπειας και στο διεθνές περιβάλλον τη συμπεριφορά του αξιόπιστου εταίρου. Η εξωτερική του πολιτική συνιστά, επομένως, όχι μόνο αντικείμενο ιστορικής μελέτης αλλά και παράδειγμα της διαλεκτικής σχέσης ιδεολογίας και ρεαλισμού στη χάραξη πολιτικής ενός κράτους που προσπαθεί να επιβιώσει και να αναβαθμιστεί σε ένα διεθνές σύστημα όπου η ισχύς και οι οικονομικές δομές επιβάλλουν αδιαπραγμάτευτα όρια.