Η απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας να αναστείλει ουσιαστικά την ενεργό συμμετοχή της στο έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Κρήτης–Κύπρου δημιούργησε μια νέα εστία ανησυχίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Παρά την επίσημη αιτιολογία περί «μη βιωσιμότητας» του project, η κυρίαρχη εξήγηση που επικρατεί στη δημόσια σφαίρα και στον ακαδημαϊκό διάλογο είναι ότι η Λευκωσία φοβάται την προβλέψιμη και επιθετική αντίδραση της Τουρκίας.
Η μνήμη των επαναλαμβανόμενων παραβιάσεων της κυπριακής ΑΟΖ από τουρκικά πλοία, ακόμη και σε περιόδους που ευρωπαϊκά ή γαλλικά συμφέροντα —όπως της Total— είχαν άμεση εμπλοκή, παραμένει ισχυρή. Η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία περιορίστηκε σε καταδικαστικές δηλώσεις χωρίς ουσιαστική αποτρεπτική ισχύ, καλλιέργησε στην Κύπρο την πεποίθηση ότι σε περίπτωση νέας κρίσης θα βρεθεί και πάλι μόνη απέναντι στην τουρκική ισχύ. Το ίδιο ισχύει και για τη Γαλλία, που παρά τα έντονα συμφέροντα της Total, περιορίστηκε σε ημιτελείς κινήσεις ναυτικής παρουσίας χωρίς αποφασιστική παρέμβαση.
Στο πλαίσιο αυτό, η επίκληση της «μη βιωσιμότητας» από τον Κύπριο Υπουργό Οικονομικών λειτουργεί ως θεσμικά ασφαλής και τεχνικά τεκμηριωμένη πρόφαση. Οι ανεξάρτητες μελέτες, οι δημοσιονομικές πιέσεις και ο φόβος επιβάρυνσης των καταναλωτών είναι πραγματικά στοιχεία, αλλά πίσω τους υποκρύπτεται μια βαθύτερη γεωπολιτική ανησυχία: ότι η ηλεκτρική διασύνδεση, έργο ευρωπαϊκής εμβέλειας και στρατηγικής σημασίας, μπορεί να μετατραπεί σε νέο πεδίο αντιπαράθεσης με την Τουρκία, αφήνοντας την Κύπρο εκτεθειμένη στην πρώτη γραμμή μιας ενδεχόμενης κρίσης.
Η Τουρκία έχει αποδείξει ότι θεωρεί την Ανατολική Μεσόγειο χώρο μονομερών διεκδικήσεων και στρατιωτικής προβολής ισχύος. Δεν είναι τυχαίο ότι τον Ιούλιο απέστειλε πολεμικά πλοία προκειμένου να παρεμποδίσει ερευνητικά σκάφη που δραστηριοποιούνταν στο πλαίσιο του καλωδίου. Η τακτική αυτή συνάδει με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και την πάγια τουρκική στρατηγική να κατοχυρώνει de facto δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες που δεν της ανήκουν βάσει του Δικαίου της Θάλασσας. Από νομικής πλευράς, η Κύπρος και η Ελλάδα έχουν πλήρες δικαίωμα πόντισης καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα και στην ΑΟΖ τους, υπό την προϋπόθεση της δέουσας μέριμνας. Όμως, το πρόβλημα δεν είναι νομικό αλλά πολιτικό: η Άγκυρα μετατρέπει τις «αμφισβητούμενες περιοχές» σε χώρο επιχειρησιακού εκβιασμού, αναγκάζοντας τα γειτονικά κράτη να αποτρέπονται όχι λόγω έλλειψης δικαιώματος, αλλά λόγω απουσίας ευρωπαϊκής αποτροπής.
Η σύγκριση με τον αγωγό EastMed είναι εύλογη, αλλά πρέπει να γίνει με προσοχή. Ο EastMed, έργο υψηλού κόστους και τεχνικής πολυπλοκότητας, βρέθηκε σε ευθεία αντίθεση με τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πράσινη μετάβαση και απανθρακοποίηση. Η αναστολή του δεν οφείλεται αποκλειστικά στις τουρκικές πιέσεις, αλλά και στη μεταβολή του ενεργειακού μείγματος της ΕΕ. Αντίθετα, το ηλεκτρικό καλώδιο εντάσσεται πλήρως στην ευρωπαϊκή στρατηγική: συνδέεται με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με την ασφάλεια του ηλεκτρικού εφοδιασμού, με την ενιαία αγορά ενέργειας και με τα Projects of Common Interest της Ένωσης. Αποτελεί δηλαδή θεσμική και πολιτική δέσμευση της ΕΕ να προχωρήσει.
Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν αφορά μόνο την οικονομική βιωσιμότητα ή την τεχνική υλοποίηση. Το κεντρικό ερώτημα είναι αν η Ευρώπη θα επιτρέψει στην Τουρκία να αποκτήσει de facto δικαίωμα «βέτο» σε έργα που υλοποιούνται σε διεθνή ύδατα ή σε ΑΟΖ κρατών-μελών της. Αν αυτό συμβεί, θα σηματοδοτήσει μια θεσμική οπισθοδρόμηση: τη νομιμοποίηση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» και την αποδοχή ότι η Ανατολική Μεσόγειος δεν διέπεται πλέον από το διεθνές δίκαιο, αλλά από την τουρκική ισχύ.
Η στάση της γαλλικής Nexans, η οποία έχει αναλάβει την κατασκευή του καλωδίου με συμβόλαιο ύψους 1,4 δισ. ευρώ, προσδίδει πρόσθετη διάσταση. Η εταιρεία, διεθνούς κύρους και με κρίσιμο ρόλο στη βιομηχανία ηλεκτρικών καλωδίων, δεν μπορεί να κρατά τις παραγωγικές της γραμμές δεσμευμένες επ’ αόριστον ενόψει πολιτικής αβεβαιότητας. Ήδη έχει αφήσει να διαφανεί ότι ενδέχεται να προχωρήσει σε «stop» στην παραγωγή, εφόσον η Λευκωσία δεν δώσει σαφή σήματα. Αυτό δεν αποτελεί μόνο τεχνικό ή επιχειρησιακό πρόβλημα, αλλά και έμμεση πολιτική πίεση: η Nexans, ως κορυφαία γαλλική εταιρεία, συμπαρασύρει και τη στάση του Παρισιού, το οποίο καλείται να προστατεύσει όχι μόνο τα οικονομικά του συμφέροντα, αλλά και το κύρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Συμπερασματικά, η υπόθεση του ηλεκτρικού καλωδίου Κρήτης–Κύπρου υπερβαίνει κατά πολύ τα στενά όρια ενός ενεργειακού έργου. Αποτελεί πεδίο σύγκλισης της ενεργειακής στρατηγικής της ΕΕ, των τουρκικών αναθεωρητικών βλέψεων και των εσωτερικών πολιτικοοικονομικών διλημμάτων της Κύπρου. Το αν το έργο θα προχωρήσει ή θα παγώσει εξαρτάται πλέον όχι μόνο από τις τεχνικές και οικονομικές παραμέτρους, αλλά κυρίως από τη βούληση της Ευρώπης να υπερασπιστεί έμπρακτα την κυριαρχία των κρατών-μελών της και το Διεθνές Δίκαιο απέναντι στην τουρκική στρατηγική εκβιασμού.
Εάν η Ένωση επιβεβαιώσει την πολιτική και επιχειρησιακή της δέσμευση, η Ανατολική Μεσόγειος θα καταστεί πυλώνας ενεργειακής ασφάλειας και γεωπολιτικής σταθερότητας. Αν όμως αφεθεί η Τουρκία να επιβάλει de facto καθεστώς «έγκρισης» σε κάθε έργο, τότε η περιοχή θα διολισθήσει σε μια νέα πραγματικότητα εξάρτησης, όπου οι στρατηγικές επενδύσεις της Ευρώπης θα παραμένουν όμηροι των τουρκικών σχεδιασμών.
Πρόσφατα σχόλια