Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μια φάση επαναπροσδιορισμού των βασικών της παραμέτρων, όπου η ανάγκη για βιώσιμη ανάπτυξη συνυπάρχει με την επιτακτική απαίτηση διατήρησης της κοινωνικής συνοχής και ενίσχυσης των μηχανισμών κοινωνικής προστασίας. Στο πλαίσιο των πρόσφατων πολιτικών συζητήσεων και εν όψει της ετήσιας Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, η επιστημονική ανάλυση πρέπει να εστιάσει όχι μόνο στις δημοσιονομικές προοπτικές αλλά και στη μακροχρόνια επίδραση των οικονομικών πολιτικών στην κοινωνική ισορροπία και την ποιότητα της δημοκρατικής λειτουργίας. Η οικονομική μεγέθυνση, η οποία παραδοσιακά θεωρείται κύριο μέσο για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποσπασματικά, χωρίς παράλληλη εκτίμηση των κοινωνικών επιπτώσεων και της διανεμητικής δικαιοσύνης που εξασφαλίζει η εκάστοτε πολιτική. Η εμπειρική διεθνής βιβλιογραφία επισημαίνει ότι χώρες οι οποίες συνδυάζουν ισχυρή οικονομική ανάπτυξη με αποτελεσματικά δίκτυα κοινωνικής προστασίας εμφανίζουν υψηλότερη κοινωνική εμπιστοσύνη, χαμηλότερα επίπεδα φτώχειας και μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα. Στην ελληνική περίπτωση, η πρόκληση έγκειται στην αναζήτηση ενός ισορροπημένου μοντέλου που να συνδέει την αύξηση της παραγωγικότητας και των επενδύσεων με την ενίσχυση των μηχανισμών κοινωνικής προστασίας, χωρίς να υπονομεύεται η δημοσιονομική βιωσιμότητα και η διεθνής αξιοπιστία της χώρας.
Παρά τις αβεβαιότητες που χαρακτηρίζουν το διεθνές οικονομικό περιβάλλον, η χώρα διαθέτει εργαλεία πολιτικής που μπορούν να αξιοποιηθούν με ορθολογικό τρόπο ώστε να ενισχυθεί η κοινωνική συνοχή. Οι στοχευμένες πολιτικές αναδιανομής, η ενίσχυση της πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και παιδείας, η στήριξη των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και η ανάπτυξη ενεργητικών μέτρων για την απασχόληση συνιστούν κομβικές συνιστώσες ενός ολοκληρωμένου στρατηγικού πλάνου. Η επιστημονική προσέγγιση υποδεικνύει ότι η αποτελεσματικότητα αυτών των πολιτικών εξαρτάται από τρεις βασικούς παράγοντες: πρώτον, την ικανότητα του κράτους να παρακολουθεί και να αξιολογεί σε πραγματικό χρόνο την εφαρμογή των πολιτικών, δεύτερον, τη διασφάλιση της διαφάνειας και της λογοδοσίας σε όλα τα επίπεδα διαχείρισης δημόσιων πόρων και τρίτον, την προσαρμογή των πολιτικών στις μεταβαλλόμενες κοινωνικές ανάγκες και τις οικονομικές συνθήκες.
Η σημασία της κοινωνικής συνοχής αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε περιόδους οικονομικής αβεβαιότητας ή δημοσιονομικών πιέσεων. Η σταθερότητα των κοινωνικών θεσμών, η επάρκεια των μηχανισμών προστασίας και η δυνατότητα της κοινωνίας να ανταποκρίνεται συλλογικά στις προκλήσεις καθορίζουν όχι μόνο την ποιότητα ζωής των πολιτών αλλά και τη μακροχρόνια αποτελεσματικότητα των οικονομικών πολιτικών. Ειδικότερα, η ενίσχυση της πρόσβασης σε κρίσιμες υπηρεσίες, η μείωση των ανισοτήτων στην εκπαίδευση και την υγεία και η στήριξη της απασχόλησης αποτελούν προϋποθέσεις για την οικοδόμηση μιας ανθεκτικής κοινωνίας, η οποία μπορεί να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και των τεχνολογικών μεταβολών χωρίς να θυσιάζει την κοινωνική συνοχή και την αίσθηση δικαιοσύνης.
Η οικονομική πολιτική, σε αυτή την προοπτική, δεν περιορίζεται στην επίτευξη αριθμητικών στόχων ανάπτυξης, αλλά επεκτείνεται σε μια ολιστική στρατηγική που αξιολογεί τα αποτελέσματα σε κοινωνικούς δείκτες, όπως η φτώχεια, η ανεργία, η κοινωνική κινητικότητα και η πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες. Η εμπειρία των προηγούμενων δεκαετιών στην Ελλάδα αποδεικνύει ότι η μονομερής έμφαση σε δημοσιονομική πειθαρχία χωρίς παράλληλη επένδυση στην κοινωνική προστασία οδηγεί σε φαινόμενα κοινωνικής δυσαρέσκειας, εκροής ανθρώπινου δυναμικού και μείωσης της πολιτικής εμπιστοσύνης. Αντίθετα, η εφαρμογή συνεκτικών πολιτικών που συνδυάζουν οικονομική ανάπτυξη με ισχυρούς θεσμούς κοινωνικής προστασίας μπορεί να δημιουργήσει έναν πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο στην παραγωγικότητα, στην κοινωνική συμμετοχή και στην πολιτική σταθερότητα.
Η ανάλυση των τάσεων δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι: η χώρα διαθέτει εργαλεία δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής που, αν αξιοποιηθούν ορθολογικά και προνοητικά, μπορούν να οδηγήσουν σε μια πορεία ανάπτυξης με κοινωνικό πρόσημο. Η επιστημονική έρευνα και η εμπειρία άλλων χωρών καταδεικνύουν ότι η μακροχρόνια επιτυχία ενός τέτοιου μοντέλου απαιτεί συντονισμό μεταξύ οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών, ενίσχυση των θεσμών, διαρκή αξιολόγηση και προσαρμοστικότητα σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Η Ελλάδα, στο πλαίσιο των συζητήσεων και προβληματισμών που αναδεικνύονται στη ΔΕΘ 2025, έχει την ευκαιρία να χαράξει μια στρατηγική που θα συνδέει την ανάπτυξη με την κοινωνική συνοχή, προσφέροντας όχι μόνο βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα αλλά και μακροχρόνια σταθερότητα και εμπιστοσύνη στους πολίτες.
Πρόσφατα σχόλια